Οσα μένουν κι όσα χάνονται… (Γράφει η Μαρούλα Βέργου Γκαμπέση)

΄Οσο ήμασταν μικρά παιδιά, μαθημένα να ζούμε με τον παππού και τη γιαγιά, ακούγαμε από εκείνους και τους μεγαλύτερους της ευρύτερης οικογένειας, λέξεις που τώρα βρίσκονται στο πατάρι των αναμνήσεων…

Λόγου χάριν, η γιαγιά μας η Αφροδίτη – Κουκούλαινα – σαν ήταν να σκοντάψουμε φώναζε «πουγάλε». Σε καιρούς προ του 1960, όταν ένα μωρό μεγάλωνε κι έκανε τα πρώτα βήματα οι μεγάλοι που το θαύμαζαν λέγανε «μάσιαλα», τράνεψε και σήμαινε «φτου να μην το ματιάσουμε». Στις κουβέντες των μεγάλων που ήμασταν και μεις παρόντα, για να μην καταλάβουμε τα σχόλιά τους σωπαίναμε και τότε λέγανε «μούλτσι» που σήμαινε σιωπή, μην λέτε άλλα. Η λέξη ντουρνταμπάκ εξηγούνταν ως εξής «κάτσε και περίμενε» και το «ντόμπρο ντόητε» καλωσόρισες. Με λίγα λόγια η μνήμη μας είχε βαστήξει λέξεις και των όμορων χωρών, κι όλα όσα εμπεριέχονται στο καστοριανό τοπικό ιδίωμα. Είχαμε και τους Αμερικάνους μας που σαν φτάνανε εδώ τα καλοκαίρια, το ολράητ, το γκουντ μπάη, το αη ση γιου τουμόροου, εντυπώνονταν επίσης, μαζί με άλλα κι άλλα… Αυτά δεκαετίες πριν…

Μαζί με όσα  χάνονται ήταν και το Καστοριανό ιδίωμα, που όσο πάει… και σβήνει…Λέξεις όπως λαπαβίτσα δηλαδή μεγάλη νιφάδα χιονιού, τσιούρλα (μεθυσμένος), μούκας (χαζός), κιμπάρης (αρχοντάνθρωπος), τσιούπω (θυγατέρα) και τόσες άλλες, μένουν στη μνήμη μας και στα λαογραφικά βιβλία της Ιφιγένειας Διδασκάλου, του Λουκά Σιάνου, του Λούδη Σαχίνη, τα οποία απλά ξεσκονίζονται και σπανίως διαβάζονται, επειδή ο καναπές άλλαξε τη ζωή μας.

Κάποιες λέξεις όπως η μπέτσκα, η τζιούμκα (καρούμπαλο), το φουκάλι (σκούπα), η γκουγκούτσκα (καλαμπόκι), οι λαλαγκίτες (γλυκό για τα σιχαρίκια του νεογέννητου), υπάρχουν και δεν υπάρχουν. ΄Όλα τα άλλα είναι κρυμμένα στα βιβλία μέσα στη σκόνη του παρελθόντος.

Μας έλεγε κάποτε η Τανούλα Ταβαντζή για ένα παιδί που έμενε διαρκώς με τη γιαγιά του και ήξερα φαρσί όλες τις λέξεις. Τώρα ζει και εργάζεται στο εξωτερικό. Τότε λοιπόν στην 1η τάξη, ρώτησε η δασκάλα στα παιδιά  «Πέστε μια λέξη που να αρχίζει από άλφα». Τότε το αγοράκι σήκωσε το δάχτυλο και είπε «κυρία, κυρία απίκουπα» και η δασκάλα δεν τόξερε αυτό…

΄Οπου υπάρχουν παππούδες και γιαγιάδες, τα παιδιά ακούν λέξεις, από προηγούμενες γενιές… όπως: Που ντρουμπουλιάστηκες μπρέ; (που χτύπησες) ή αυτός ο ασόϊστος (δεν έχει συγγενείς), ή σανιός μανιός τάκαμες τα παιχνίδια σου (άνω κάτω).

Αν θυμηθούμε και τα παιχνίδια των δεκαετιών που πέρασαν, τα ίδια θα αντιληφθούμε… «το περνά περνά η μέλισσα», «αλάτι ψιλό αλάτι χοντρό», «η Κλέντζα», «το γκιλιστήρι», «το κουτσουντάκι», «τα γκουργκουλάκια», «οι μπίλλιες», όλα αυτά απέχουν από το τώρα, που διαρκώς αλλάζει…

Και λέμε, μα δεν υπάρχουν οι σύλλογοι που μπορούν να τα καταγράψουν μ΄ ένα βίντεο;

Ο καιρός περνά… αλλά οι εκπληκτικοί επιστήμονες-αρχαιολόγοι του λιμναίου οικισμού καταφέρανε και βρήκανε πολλές στιγμές από τη ζωή των ανθρώπων του 5.500 π.χ. Κι εμείς να μην κρατήσουμε σε βίντεο κάτι πιο πρόσφατο; Αλλά αφού ο καναπές μας πάει καλύτερα, ε, θα χάσουμε επεισόδια από αυτά που οι δικοί μας άνθρωποι τα χαίρονταν κάποτε ως παιδιά.

Π.χ. μέχρι το 1960 η λέξη «ορθόξανγκο» βοηθούσε τον κρυωμένο λαιμό και η γιαγιά έδινε οδηγίες «βάλτε το ουρθόξανγκο (λίπος από τον πισινό της κότας), ή αν πονούσε το αυτί έλεγε «στάξε λάδι από του καντήλι».

  • Τι μπαρμπαλνάς γιαγιά μ΄ είπεν ειρωνικά ο εγγονός μου, που έχει το παρατσούκλι- ψευδώνυμο σπάϊντερμαν.
  • Εμείς τώρα γιαγιά, συνέχισε η εγγονή μου έχουμε τα δικά μας τα παιχνίδια και καθόμαστε – όχι καθουμέστε – στα κινητά μας, παίζουμε και νικούμε τα ρομπότ, που ήρθαν να εξαφανίσουν τη γη.
  • Αμ έχετε τώρα την τεχνητή νοημοσύνη είπα, ποιος στη χάρη σας…
  • Γιαγιά μη κοιμάσαι άλλο, ξύπνα!

Σώπασε η γιαγιά, μούλωξε και είπε… μικρά είναι, δεν τα κόφτει, ας δούμε εμείς οι μεγαλύτεροι τι κρατήσαμε από τις δικές μας γιαγιάδες και την εποχή τους… και οι πόλεμοι που γίνονται ολόγυρα, μαζί με τα παιχνίδια της σύγχρονης τεχνολογίας μοιάζουν τόσο με την πραγματικότητα, διότι αυτά που ζούνε τώρα ανήκουν στο δικό τους κόσμο, αυτόν που γνωρίζουν από τα Μ.Μ.Ε. που αλλάζει μέσα στο δικό τους παρόν και το μέλλον που καταφθάνει με ταχύτητα φωτός…

Κι εγώ η τάχα έξυπνη, μίλησα με τον εγγονό μου και του είπα για τον ΄Ελληνα αστροναύτη που θα πάει στο διάστημα το 2027.

-Καλά ξυπνητούρια γιαγιά μου είπε ο οκτάχρονος Παύλος, το ήξερα… αχ βρε καλό μου, Παύλε μου, εσύ θα με μάθεις πολλά από εδώ και πέρα, αν, αν το αλτσχάϊμερ μας αγνοήσει…

Ε! ξάδερφε Τάκη εσύ τι λές;

Προηγούμενο Άρθρο

Καστοριά – Φλώρινα: Κατάταξη ιδιωτών στη Σχολή Αξιωματικών της Ελληνικής Αστυνομίας

Επόμενο Άρθρο

Εγκαίνια Έκθεσης στο Αρχοντικό Μπασάρα – «Οι Καστοριανοί στον Καναδά: Μνήμες μιας Κοινότητας»

Τελευταία από ΑΠΟΨΕΙΣ