1960, τις ζεστές μέρες του καλοκαιριού και ιδίως τις Κυριακές, πολλές οικογένειες με τα παιδιά τους, τα συμπεθέρια κι όσα σόγια είχαν διάθεση, παίρνανε την απόφαση να σφαλίσουν τα σπίτια τους και να βρεθούν σε εξοχικές μεριές κοντά στην πόλη ή λίγο μακρύτερα. ΄Ηδη από παλιότερα ο δρόμος προς την Μαυριώτισσα ήταν βατός κι έτσι τα τροχοφόρα έφθαναν ως τα σκιερά πλατάνια της μονής, για να περάσουν όλοι μαζί ολημερίς τις δροσερές ώρες που τους χαρίζανε τα αιωνόβια δέντρα και να απολαύσουν την Κυριακάτικη εκδρομή.
Υπήρχε προετοιμασία έτσι ώστε τα παιδιά να αποκτήσουν με σχοινί και μαξιλάρι την κούνια τους, ενώ τα τζιτζίκια ασταμάτητα χαρίζανε στους πάντες τις γνώριμες μελωδίες τους. ΄Ολος ο τόπος γέμιζε από τις χαρούμενες φωνές των παιδιών που έβρισκαν ότι αγαπούσαν. Τάκη, μήπως ήσουν και συ εκεί; Σε κανά άλλο δέντρο;
Το να βρίσκεσαι ως παιδί σε μια τέτοια τοποθεσία με θέα τη λίμνη , τα ήρεμα νερά και τον ήλιο να παίζει κρυφτό με τα πλατανόφυλλα ήταν θείο δώρο. Κι όταν έχεις ανεβεί στην κούνια, βρίσκεσαι πότε ψηλά, πότε χαμηλά κι ύστερα χαμηλότερα, οπότε παίρνεις φόρα να βλέπεις τους πάντες από ψηλά βοηθούντων των μεγάλων ώστε αυτή η εμπειρία να μείνει αξέχαστη και να την κουβαλούμε όσο ζούμε στο θησαυροφυλάκιο των αναμνήσεών μας.
Η Μονή μας περίμενε ν΄αφήσουμε το κεράκι μας και με την παιδική ματιά ν΄ αγγίξουμε τις μοναδικές αγιογραφίες ζωγραφισμένες από ξακουστούς ζωγράφους των προηγούμενων αιώνων.
΄Ετσι βαστήξαμε τις στιγμές που η Παναγιά άφηνε τα γήϊνα για να ταξιδέψει στα ουράνια μέρη, όπως κι ότι στο σταυρό του Γολγοθά όπου ο Χριστός παρέδινε το πνεύμα Του,οι Ρωμαίοι στρατιώτες –σωστοί νάνοι- και κατώτεροι των περιστάσεων –κατά τον ζωγράφο- φύλαγαν τον Ιησού τον Ναζωραίο, Βασιλέα των Ιουδαίων, ως την τελευταία του πνοή.
΄Επειτα από χρόνια πολλοί από εμάς μαθαίνοντας τα ιστορικά γεγονότα, την άφιξη, το τάμα του Αλέξιου του Α΄ του Κομνηνού, ο οποίος έδιωξε από την πόλη μας τους Νορμανδούς και τους αρχηγούς τους Ροβέρτο Γνισκάρδο και τον γιό του Βοημούνδο, είδαμε μ΄ άλλα μάτια τον τόπο αυτό, ώστε όλο το χρόνο να είναι επισκέψιμος από εγχώριους ή ξένους τουρίστες.
1960 Καλοκαιρινές ώρες Κυριακής κάτω από τα σκιερά πλατάνια, οι οικοδέσποινες τοίμαζαν κι έβγαζαν από τα καλάθια τους τα φαγητά, κιουφτέδες, πίττες, ψουμιά, σαλατικά, νερό σε νταμιτζάνες και κρασάκι σπιτικό. Είχανε και καρπούζια και ένα καμινέτο για τον απογευματινό καφέ.
-Πάρε από την πίττα μου είναι τζιγερόπιττα
-Πάρε από τη δική μου είναι αρμιόπιττα
-Πάρε μπουρεκάκια με τυρί και αυγά…
ακούγαμε να λένε.
Μ΄ αυτό τον τρόπο οι Καστοριανές νοικοκυρές χαίρονταν με τις ντόπιες ετοιμασίες και εμείς χορτάτα πια ξαπλώναμε στα στρωσίδια πού ΄φεραν οι θειές και οι μανάδες κι απολαμβάναμε τη φύση.
Μα δεν ήταν μόνο αυτό. Ρίχναμε και καμμιά ματιά στη λίμνη όπου τα μεγαλύτερα αγόρια έμπαιναν πριν το φαγητό στα νερά, κολυμπούσαν, έκαμναν βουτιές, απερνούσεν το ένα το άλλο, κι έβαναν στοίχημα ποιος θα φτάσει πρώτος στη σημαδούρα του καραβιού που ήταν αγκυροβολημένο. Τάκη ήσουν τίποτα εκεί;
Είχαμε κι ένα γραμμόφωνο εποχής, στο διπλανό πλατάνι που μας διασκέδαζε ακούγοντας τα τραγούδια της περιόδου εκείνης, όπως «απόψε το κορίτσι θέλει θάλασσα» ή « τι ΄ναι αυτό που το λένε αγάπη» ή «μένω σε κάποια γειτονιά…» και πολλά άλλα.
Εκδρομές γίνονταν και σε άλλες μεριές. Το Φουντουκλί που ήταν δεύτερος προορισμός, ήταν οι πλαγιές του Βιτσίου, το τσιφλίκι, το Δισπηλιό δίπλα σχεδόν στο λιμναίο οικισμό και την εκκλησία της Ανάληψης, καθώς και το Μοναστήρι της Μόκρανης κάτω από την αρχόντισσα Κλεισούρα.
«Περασμένα μεγαλεία, διηγώντας τα να κλαίς…»
Μείνανε από τότε οι ασπρόμαυρες φωτογραφίες όπου όλοι καθόμασταν στο γρασίδι, εκεί στο Δισπηλιό κι ο Τάκης ο Βίσκος να παίζει «το παχύ το κρέας» και η θεία ΄Ολγα με τη θεία Ντότα να τραγουδούν πρίμο σεκόντο…
«το γελεκάκι που φορείς
εγώ τόχω ραμμένο
με πίκρες και με βάσανα
τόχω φοδραρισμένο…»
΄Όταν ο ήλιος βασίλευε τότε μαζεύαμε τα στρωσίδια, πιάτα, πηρούνια, κουτάλια, τραπεζομάνδηλα, καλάθια και τα ρέστα και μπαίναμε στο λεωφορείο του θείου Αργύρη Βολογιάννη να μας φέρει στην πόλη.
Υπήρχαν και παρέες που φεύγανε με τα καράβια τους για να αγκυροβολήσουν στο Χασάν Κατή ή στου κυρ Γιαννάκη.
Ο Αύγουστος μας αποχαιρετούσε και σήμανε η ώρα που ο Σεπτέμβρης θάφθανε και η παροιμία «Στις 14 του Σταυρού πυρώσου και μη ντρέπεσαι» θα λέγονταν συχνά.
Αμφιβάλουμε όμως τώρα με τις καιρικές παγκόσμιες μεταβολές αν την ξαναπούμε…
