Οι σφιτούλκες (Γράφει η Μαρούλα Βέργου Γκαμπέση)

Σε ώρες που ο ήλιος – ο ανατολίτης «απουσίαζε» και σε στιγμές καλοκαιρινές, βγαίνανε στις καταπράσινες μεριές της πόλης οι πυγολαμπίδες. Κρύβονταν όλη την ημέρα μέσα στις πόες, τα αγριόχορτα, στα δέντρα και καθώς το σκοτάδι έφτανε, τότε εκείνες ξεπροβάλανε και βγαίνανε για τη βόλτα τους ή για κάποιο άλλο λόγο, πιθανόν για να αρπάξουν κάποιο μικρότερο έντομο για το βραδινό τους γεύμα.

Στις μεριές αυτές με την καταπράσινη διακόσμηση της φύσης είχαν την τιμητική τους οι σφιτούλκες, που «ανάβανε» τα φαναράκια τους που αναβοσβήνανε μέσα στο σκοτάδι.

Τότε εμείς τα ζωηρά παιδιά των προηγούμενων δεκαετιών, φτάναμε στο σκηνικό τους για να πιάσουμε μερικές απ΄ αυτές. Τα αγόρια συνήθιζαν να τις κολλούν στο μέτωπο.

Χρόνια μετά θα μπορούσαμε να αναρωτηθούμε γιατί τα κυνηγούσαμε, γιατί τα παιδεύαμε, γιατί τ΄ αποτελειώναμε…

΄Όλα αυτά, χρόνια πριν, συνέβαιναν στην πόλη ή λίγο πιο πέρα, όταν «άνοιγαν» τα εξοχικά κέντρα, επι της οδού Γράμμου, που οι οικογένειες τα διαλέγανε για τα δροσερά Σαββατοκύριακα, για να απολαύσουνε τη βραδινή δροσιά, με πορτοκαλάδα, γκαζόζα και «υποβρύχιο» – μέσα σε ποτήρι νερό ένα κουταλάκι βανίλια. Κι ενώ οι μεγάλοι κουβεντιάζανε τα δικά τους, εμείς ένα τσούρμο ξαδερφάκια τραγουδούσαμε για τις πρασινάδες… ανταμώνοντας με τις πυγολαμπίδες.

Κάποιες φορές όταν περνούμε βιαστικά από τον δρόμο αυτό, για κλάσματα δευτερολέπτων θυμόμαστε εκείνα τα φωτεινά σημαδάκια που μας καλούσαν αθέλητα να τα κυνηγήσουμε, σε ώρα που άρχιζε το πρόγραμμα και η τραγουδίστρια της βραδιάς κυρία Δανάη Στρατηγοπούλου έβγαινε στο παλκοσένικο για να ερμηνεύσει τις επιτυχίες, που βαστούσαν τις αξίες στα δύο φύλλα. Τ΄ αυτάκι μας έπιασε τον στίχο… «πριν να γνωρίσω εσένα που πρόσμενα καιρό…». Εμείς με την κόρη της τη Λήδα, σαν συνομήλικα την παίρναμε μαζί μας, οπότε η μαμά της αφοσιωνόταν στο τραγούδι.

(Κάποτε βρέθηκε πολύ μακριά από την Ελλάδα, στη Χιλή κι αργότερα μετέφρασε στη γλώσσα μας «Το Γενικό ΄Ασμα»- Κάντο Χενεράλ, γράφοντας ποιητικούς στίχους για τη γη εκείνη –άγνωστη τότε- , μακρινή και ματωμένη, σε εποχές δικτατορίας, θυμίζοντάς μας τον μεγάλο τους ποιητή Πάμπλο Νερούδα.)

΄Ας είμασταν μικρά, τότε στα 1955-1960, η φωνή της Δανάης έσμιγε με το κυνηγητό που ήδη είχε ξεκινήσει στις πυκνές φυλλωσιές των δέντρων και των  αγριόχορτων.

Από τις καλοκαιρινές βραδιές δεν έλειπε  ο ουρανός, το φεγγάρι και τα αστράκια τα αμέτρητα μέσα στο στερέωμα και κάπου κάπου πεφταστέρια και τότε κάναμε μια παιδική ευχή…πχ αχ ας είχα μια ευχή, ή ας είχα ένα ποδήλατο…

Πάνω σ΄ αυτές τις πρασινάδες του παρελθόντος και τα άχτιστα οικόπεδα ήρθε η ώρα και το μπετόν γέμισε από νέα σπιτικά, οπότε εμείς είμασταν οι μάρτυρες, τα τελευταία παιδιά της γενιάς μας, που ψάχναμε τα φωτεινά ζουζούνια της μητέρας φύσης ως μικροί ερευνητές, όλα μαζί με τα Κουτσιούλια, την ΄Εβη, τον Βαγγέλη, τον Διονύση, τον Ντίνο, τον Γιάννη και την υπογράφουσα. Παιδιά των καιρών μας, άτακτα, ζωηρά , με τα παιχνίδια στις γειτονιές, χαρούμενα και μακριά από τους ψυχρούς πολέμους και τα βάσανα του κόσμου.

Προηγούμενο Άρθρο

Ενδιαφέρουσα έκθεση εικαστικών του εργαστηρίου «Γραμμές» της Μερόπης Σωτηροπούλου – Μάγγελ στο αρχοντικό Μπασάρα (φωτογραφίες)

Επόμενο Άρθρο

Σήμερα η μεγάλη γιορτή των Lemon Skates στην Πλατεία Ειρήνης!

Τελευταία από ΑΠΟΨΕΙΣ