Πρόσφατη συμφωνία του Ευρωκοινοβουλίου και της Ευρωπαικής Επιτροπής, σχετικά με τα δικαιώματα των επιβατών και τις υποχρεώσεις των αεροπορικών εταιριών, στοχεύει να ρυθμίσει επίσημα τους κανόνες που διέπουν τις εναέριες μετακινήσεις των πολιτών της Ένωσης. Εν προκειμένω, η συμφωνία μετατρέπει για παράδειγμα σε δικαίωμα την χρήση τροχήλατης μικρής αποσκευής (carry-on) που δεν μπορεί να απαγορευτεί, η οποία μπορεί να συνδυαστεί με προσωπικό αντικείμενο συγκεκριμένων διαστάσεων.
Αν και υπάρχουν ήδη ενστάσεις σχετικά με διάφορους όρους που συμφωνήθηκαν, το πνεύμα της συμφωνίας προσπαθεί να βάλει τέλος στις διαφορετικές προσεγγίσεις που έχουν οι εταιρίες ως προς τη τιμολογιακή τους πολιτική, στο τι επιτρέπεται να φέρνει μαζί του ο κάθε επιβάτης και πως πρέπει να χρησιμοποιεί τον διαθέσιμο κοινό χώρο των αποσκευών του κάθε αεροσκάφους. Η Ευρωπαική οδηγία, που αναμένεται να εφαρμοστεί από την νέα χρονιά, φέρνει ξανά στο προσκήνιο συζητήσεις σχετικά με τους κανόνες που – οφείλουν να – διέπουν την συνύπαρξη μας στο δημόσιο βίο, εστιάζοντας στα μέσα κοινής μεταφοράς.
Πέραν του εάν και κατά πόσο κανείς τους θεωρεί λογικούς, ο σεβασμός κάποιων ελαχίστων απλών κανόνων αποτελεί διαχρονικά θεμέλιο λίθο κάθε οργανωμένου συνόλου ανθρώπων. Αν και προφανώς δεν αποτελεί αποκλειστικά εγχώριο φαινόμενο, όσοι ταξιδεύουν συχνά είτε με εταιρίες χαμηλού κόστους είτε με Ελληνικές εταιρίες, από και προς εγχώριους προορισμούς, έχουν γίνει μάρτυρες της ιδιαίτερα χαμηλής συμμόρφωσης των Ελλήνων επιβατών με αυτούς μέσα στον περιορισμένο χώρο ενός ιπτάμενου μέσου.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η μόνιμη τάση πολλών να τοποθετούν το προσωπικό αντικείμενο, συνήθως σακίδιο πλάτης, στον άνω αποθηκευτικό χώρο, ασχέτως αν η πτήση είναι γεμάτη, αν παρεμποδίζουν την ομαλή επιβίβαση ή αν έχουν ήδη τοποθετήσει και την χειραποσκευή τους. Προφανώς, αυτή η ενέργεια θεωρείται από τους ίδιους ασήμαντη καθώς, τις σπάνιες φορές που τυχόν παρέμβει κάποιος, θα ειπωθεί η δικαιολογία «ε δεν έγινε και τίποτα, αφού χωράει», ενώ όταν κάποια αεροσυνοδός, στην μάταια προσπάθεια να χωρέσει κάποια χειραποσκευή, κατεβάσει το σακίδιο, τα συναισθήματα απογοήτευσης και υφέρπουσας οργής γίνονται έκδηλα στο πρόσωπο τους.
Ένα ακόμα παράδειγμα χαμηλής συμμόρφωσης με συμφωνημένους κανόνες είναι η απόπειρα για αλλαγή θέσης. Μέσω επίκλησης του συναισθήματος και της καλοσύνης των συνεπιβατών, αρκετοί προσπαθούν να εμφανίσουν την άρνηση τους να καθίσουν στη συγκεκριμένη θέση, που αποδέχτηκαν κατά την πρότερη διαδικασία, σαν μια εύλογη επίδιωξη «για να είναι μαζί» με κάποιον ή κάποια που γνωρίζουν ή συγγενεύουν. Κάποιες φορές βέβαια υπάρχουν και οι αναμενόμενες αντι-συστημικές διακηρύξεις, «σιγά να μη πληρώσω για να κάτσω σε μια θέση», σε άλλη μια προσπάθεια εκλογίκευσης της συμπεριφοράς που εμφανώς αδιαφορεί για τις επιλογές των άλλων επιβατών, που συχνά απλά αποδέχτηκαν να πληρώσουν μια θέση, στο πλαίσιο των ευρύτερα – υποτίθεται – συμφωνημένων κανόνων.
Το τελευταίο τυχαίο παράδειγμα χαλαρής αντικοινωνικότητας λαμβάνει χώρα κατα την διαδικασία της προσγείωσης, ή μάλλον λίγο πριν την αποβίβαση. Παραμένει εντυπωσιακή η βιασύνη αρκετών να θέλουν να είναι οι πρώτοι που θα λύσουν τις ζώνες ασφαλείας και να σηκωθούν για να ανοίξουν τους άνω αποθηκευτικούς χώρους – όπου νωρίτερα τοποθέτησαν όλα τους υπάρχοντα, ίσως και σε διαφορετική θέση από όπου κάθισαν – και να παραμείνουν όρθιοι για τα επόμενα λεπτά. Στις πιο ακραίες εκδοχές, το αεροσκάφος μπορεί να βρίσκεται ακόμα εν κινήσει πάνω στον διάδρομο, και χρειάζεται να γίνει επίκληση σε νομικές κυρώσεις από άλλους επιβάτες για το ότι «θα περάσει αυτόφωρο» όποιος παραβιάσει πρώτα και κύρια έναν εύλογο κανόνα ασφαλείας, για να βρεθεί ενίοτε κανείς αντιμέτωπος με την αποστομωτική απάντηση πως «και τι είσαι εσύ, ο πατέρας μου;» από κάποιο φιλήσυχο παραβάτη.
Τα πρόχειρα αυτά παραδείγματα αποτυπώνουν μια διαγνωσμένη αντικοινωνικότητα που διακατέχει μεγάλα στρώματα του πληθυσμού, τα οποία πάντοτε εμφανίζουν ως λογικές τις ενέργειες τους, άσχετα με το αν αυτές παραβιάζουν τους κοινούς κανόνες που διέπουν την συνύπαρξη μας. Αναδεικνύουν κάτι που έχει επανειλημμένα ειπωθεί για την χώρα μας, πως από την μια χρειάζεται να ειπωθεί συχνά ότι ο κανόνας έρχεται από αλλού – π.χ. διαδικασία αυτοφώρου για απείθεια – ενώ από την άλλη ότι δεν μας αρέσει να τους τηρούμε καθώς «εμείς ξέρουμε καλύτερα».
Κάθε κοινωνία χρειάζεται ένα ελάχιστο πλαίσιο κανόνων στο οποίο συμβιώνουμε όσο αρμονικότερα γίνεται. Η κρίσιμη παράμετρος που ξεχνάνε αρκετοί, είναι πως μπορεί κανείς να διαφωνεί με τους κανόνες και τους νόμους μιας κοινωνίας και να αγωνίζεται για να αλλάξουν, όμως ταυτόχρονα αποδέχεται πως όσο αυτοί ισχύουν, οφείλει να τους τηρεί. Θεμελιώδης αρχή των αυτόνομων κοινωνιων άλλωστε είναι η παραδοχή πως οι νόμοι και οι ευρύτεροι κανόνες έρχονται από εμάς και όχι από μια υπερβατική αρχή. Αφού προέρχονται από εμάς – και όσο αυτοί οι κανόνες βγάζουν νόημα – τους σεβόμαστε ή τους αλλάζουμε.
Μπορεί κανείς να νομίζει πως όλα αυτά είναι λεπτομέρειες, και πως είναι ανώφελο να ενδιαφέρεται κανείς για καθημερινά πράγματα που «δεν έχουνε και τόσο σημασία». Όσοι έχουν ασχοληθεί με οποιοδήποτε στάδιο διαπαιδαγώγησης, αναγνωρίζουν πως κάθε πράγμα έχει τη σημασία του, στη προσπάθεια μας να διαμορφώσουμε καλύτερους ανθρώπους και μια καλύτερη κοινωνία. Συνεπώς, είτε αφορά μεγάλα είτε μικρά πράγματα, χρήσιμο είναι να προσπαθούμε να ζούμε με επίγνωση των πράξεων μας, και πως αυτές επηρεάζουν τους άλλους, με την ελπίδα πως αυτό θα συνδράμει θετικά στη παροδική μας συνύπαρξη – όσο κρατήσει αυτή.
Ο Αργύρης Σακαλής έχει σπουδάσει Οικονομικά
Και είναι ερευνητής στο Durham University
Image credits: Αγγελική Ανάγνου (@lanworks)
