‘Αγγιξε σχεδόν τον αιώνα η Κατερίνα, βιώνοντας περιστατικά και γεγονότα που συνδέονται με την Ελληνική ιστορία, μεταξύ του εικοστού και του εικοστού πρώτου αιώνα.
Γεννήθηκε σ΄ ένα χωριουδάκι της Μακεδονικής γης, κοντά στο Τσοτύλι, τη Μόρφη το 1927, ζώντας με την πολυπαθή παραδοσιακή οικογένειά της, όπως οι περισσότερες φαμίλιες, με τις ανάγκες που όριζε η ζωή, με τα αγαθά του τόπου, το χωραφάκι, τα οικόσιτα ζώα, στρώνοντας για το μεσημέρι το τραπέζι, με το φαϊ της μέρας, το σπιτικό ψωμί, τον τραχανά, την πίτα, τα φρέσκα αυγά και την προσευχή, ευχόμενοι νάχουνε υγεία και αγάπη ανάμεσά τους.
΄Ετσι κυλούσε η ζωή, με την καθημερινότητα και τα συνήθη καθήκοντα, το ζύμωμα, το μαγείρεμα, τον αργαλειό, το πότισμα, κι έναν ύπνο βαθύ να τους ξεκουράζει από τις δουλειές που ξεκινούσαν τη χαραυγή, ενώ τα μεγάλα κορίτσια μεγαλώνανε τα μικρότερα αδέλφια και τα φροντίζανε όσο η μητέρα έλειπε με τον κύρη της στο χωράφι και τα μεγαλύτερα αγόρια τους.
Νεαρό κοριτσόπουλο η Κατερίνα τάϊζε τα ζώα ή γέμιζε τα γκιούμια νερό, κουβαλώντας τα ως το χαγιάτι με τα λιγνά χεράκια της, μεταφέροντάς το από την πηγή που έρρεε έξω από το χωριό.
Ο χρόνος κυλούσε με την απλή ζωή, μαζί με τα έξι αδέλφια, τον παππού και τη γιαγιά γιατί τότε οι γενιές συνυπήρχαν, βοηθώντας η μία την άλλη, έως ότου ήχησαν δυνατά τα τύμπανα του πολέμου κι έφτασαν ως το μικρό οικισμό, όπου έμεναν οι λιγοστοί σπιτιάτες. Λες και η ζωή άλλαξε σελίδα από τότε για όλον τον κόσμο, κι έτσι μπήκανε παντού τα όπλα, τα κανόνια, ο εχθρικός στρατός, να φέρει θάνατο, δυστυχία, πείνα.
Τα μαύρα σύννεφα του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου κυκλώσανε την πατρίδα, και η στέρηση των αγαθών, με τις αρρώστιες αποδεκάτισε τον κόσμο, ενώ ο πάνοπλος εχθρός κυνηγούσε τα παλληκάρια σε πόλεις και σε βουνά που αντιστέκονταν στους κατακτητές. Στα 1943 μπρος στα μάτια της Κατερίνας εκτελέσανε τον αδελφό της, κι ακολούθησαν κι άλλα ζωντανά πλάσματα που θάφτηκαν σε ανοιχτό λάκκο, ενώ τα ασυγκίνητα ναζιστικά θηρία τους σκέπαζαν, κι ας έκλαιγε γοερά η μάνα που ήταν παρούσα και πισθάγκωνα δεμένη.
΄Ετσι χαθήκανε τα πρώτα αγαπημένα πρόσωπα και η Κατερίνα ένιωσε – το καημένο – την πρώτη απώλεια των δικών της. Η δεκαετία του 1940-1950 έφερε στην πατρίδα και την ανθρωπότητα δυστυχία, θάνατο, πένθος, όπου νέες σελίδες γράφτηκαν και προστέθηκαν με τη λήξη του πολέμου και τον εμφύλιο που ακολούθησε, αδελφός να σκοτώνει αδελφό, η πατρίδα να γονατίζει, να χωρίζει στα δυο, κι ο διχασμός να την πονά. Σε παρόμοιους καιρούς του παρελθόντος έχανε η μάνα το παιδί και το παιδί τη μάνα. Γράφει η Ελένη για τα συγγενικά πρόσωπα, για τη μάνα που ήταν στην Πράγα για 5 χρόνια, χωρίς να έχει ειδήσεις για τα παιδιά και τον άντρα της που ήταν στην Αθήνα, σμίγοντας με την οικογένεια το 1958.
Το σπίτι στο χωριό κάηκε δύο φορές. ΄Ισως νάμειναν κάποιοι ηλικιωμένοι, σαν τις καλαμιές στον κάμπο, ολομόναχοι κάτοικοι μιας αρρωστημένης γης, κι αδύναμοι ξεπροβοδώντας την Κατερίνα και άλλους που κινούσαν μαζί με τους αντάρτες για μια αβέβαιη περιπέτεια, διωγμένοι από το καθεστώς, περνώντας από τα σύνορα Ελλάδας – Αλβανίας.
Η Κατερίνα μαζί με όσους το αποφάσισαν έμειναν εκεί δύο μήνες. Κατά το τέλος Αυγούστου του 1949 ακολούθησε δεύτερο ταξίδι. Το πλοίο που τους μετέφερε από το αλβανικό λιμάνι πέρασε μέσα από την φθινοπωρινή θάλασσα του Αιγαίου, κι όταν τους πλησιάζανε άλλα πλοία, τότε εκείνοι χώνονταν όλοι μαζί κάτω από τα τσουβάλια του πλοίου για να φαίνεται εμπορικό, έως ότου μετά από το πολυήμερο ταξίδι, φθάσανε στην Κωνσταντινούπολη που από το 1453 «βρίσκονταν σε ξένη αγκαλιά». Περάσανε τη Μαύρη θάλασσα μετά όπου ο αρχαίος ελληνικός κόσμος και ο ποντιακός ελληνισμός είχαν ιδρύσει εκεί τις πόλεις τους κάνοντας εμπόριο με άλλους λαούς. Τελικός προορισμός το Πότι, ένα από τα λιμάνια της Γεωργίας. ΄Υστερα φορτωμένοι στα μεγάλα τραίνα «τα αδέλφια του Οδυσσέα» έφθασαν στην Τασκένδη. Μια νέα πόλη βρέθηκε μπρος στα μάτια τους, με την δική της ιστορία, χτισμένη δίπλα στον ποταμό ΑΝΧΟΡ και ένας σιδηρόδρομος που συνέδεε τη Ρωσία με τη Σιβηρία και την καρδιά της κεντρικής Ασίας. Να πως από το μικρό χωριό της… μέσα από θάλασσες και άγνωστα βουνά έφθαναν 12.000 ΄Ελληνες, μακρυά από τον τόπο τους, μαζί με το Κατερινιώ, κι αγάπη αλαφριά σαν πούπουλο, αδύνατη να βοηθήσει … τους θνητούς… και την ειρήνη.
Στην πόλη αυτή με τις καταπράσινες πεδιάδες ξεκίνησε και πάλι η ζωή.
Η εργασία της Κατερίνας στη δουλειά είχε τον κόπο της. Να κουβαλάει άμμο, τούβλα, ασβέστη, να χτίζει τοίχους, να είναι κι αυτή ένα γρανάζι με άλλα πολλά γρανάζια – χέρια ανθρώπων, για να ετοιμάζουνε τα καινούρια διαμερίσματα, για τους νέους νοικοκυραίους, να δουλεύουν τους βαριούς χειμώνες με θερμοκρασία 20 βαθμούς υπό το μηδέν.
Στο διάστημα αυτό 28 χρονών η Κατερίνα γνώρισε τον άντρα της τον Θωμά Κωστέα, ο οποίος εργαζόταν ως μηχανικός στο κρατικό εργοστάσιο Τουπολιέφ, όπου κατασκευάζονταν τα γνωστά τότε αεροπλάνα Ταπόϊτς.
΄Όμως υπήρχαν και καλές και ευχάριστες στιγμές. Απέκτησαν δύο κόρες, βλεπόντουσαν τα Σαββατοκύριακα με τους συγγενείς, αγωνιστές, συναδέλφους και φίλους, ανταμώνοντας σε κάποιο από τα σπιτικά που τους δόθηκαν. Με λίγο κρασί, μεζέδες, οι παρέες των ελλήνων τραγουδούσαν, χόρευαν καθώς θυμούνταν την πατρίδα σ΄ άλλη γη σ΄ άλλα μέρη. Τις ώρες που εργάζονταν, τα παιδιά τους βρίσκονταν στο σχολείο, παρακολουθώντας παράλληλα με τα Ρώσικα μαθήματα και το ελληνικό σχολείο, μαθαίνοντας την ιστορία της Ελλάδας, πατριδογνωσία και γλώσσα. Μετά, Κυριακή πρωϊ τους περίμεναν οι ρώσικες εκκλησίες και μία απ΄ αυτές ήταν αφιερωμένη στον ΄Αγιο Λουκά, τον γιατρό, τον οποίο οι πιστοί έτσι τίμησαν, με αυτόν τον σπουδαίο τρόπο, σαν άνθρωπο, άγιο και επιστήμονα και ο οποίος λειτουργούσε όσο ζούσε στην εκκλησία αυτή.
Επι δεκαετίες – Τασκένδη.
Πόσες άλλες ψυχές άραγε ξεκινούσαν για τη δουλειά με τα πόδια ή τα λεωφορεία και τα τραίνα, για το μεροκάματο, και τότε σαν αστραπή ο νους να λάμπει σαν «ο ήλιος της δικαιοσύνης ο νοητός», κι ο ουρανός της πατρίδας μαζί με τα μικρά χωριά ή τα μέρη που αφήσανε, καρτερώντας την εκείνοι σαν ένα όνειρο όλο λαχτάρα, την επιστροφή στην γλυκειά μάνα πατρίδα.
Παρηγοριά τους οι ασπρόμαυρες φωτογραφίες, να βλέπουν και να ξαναβλέπουν πρόσωπα που δεν ξέρανε, αν, πότε, και που θα ξανανταμώσουνε.
Στίχοι από τη «Ρωμιοσύνη» του ποιητή Γιάννη Ρίτσου «Πολύ αγαπιέται αυτός ο τόπος με υπομονή και περηφάνεια!» «Αυτό το χώμα είναι δικό τους και δικό μας»» Αυτά τα δέντρα δεν βολεύονται με λιγότερο ουρανό, αυτές οι πέτρες δεν βολεύονται κάτω από ξένα βήματα».
Μπορεί ο χρόνος να είναι γιατρός, μα βάστηξαν στη μνήμη τους όλη τη χαμένη νιότη, όλες τις ψυχές, καθώς αργότερα τα λόγια της Αντιγόνης του Σοφοκλή μας ταρακούνησαν και εμάς και κείνους. «αχ, συμφορές που έρχονται αδερφέ μου. Πέθανες και με το θάνατό σου σκότωσες και μένα που είμαι ακόμα ζωντανή κι από τους φίλους κανένας δεν θρηνεί την μοίρα που άκραφτη μένει»…
΄Ώστε αυτά συνέβησαν και γίνανε από παλιότερα; Σ΄ άλλους αιώνες στην πονεμένη και δοξασμένη πατρίδα; Πόσα βαριά λάθη… Καλά τάλεγε η Ελένη Αρβελέρ πως το μεγάλο μας ελάττωμα – κουσούρι είναι ο διχασμός, το χειρότερο στον πλανήτη γη!
1974, μια χρονιά συμβολική μετά την εφτάχρονη δικτατορία και την επιστροφή και το καλωσόρισμα της δημοκρατίας, στον τόπο που γεννήθηκε…
Κάπως έτσι ξεκίνησε ο νόστος, η χαρά, το αντάμωμα. Βρεθήκανε με δικά τους συγγενικά πρόσωπα και μ΄ άλλα που έζησαν σε άλλες χώρες, που τους δέχτηκαν τότε στα πέτρινα χρόνια.
- Γυναίκα, φεύγουμε της είπε…
Πήγανε μαζί, τοίμασαν την αίτηση και τι να πρωτοπάρουνε μαζί τους, ρουχισμό, πιάτα πορσελάνινα, ένα πιάνο, μια κρεβατοκάμαρα, τα βιβλία τους. Και ενθύμια από τη δεύτερη πατρίδα το σαμοβάρι, την μπάμπουσκα…
Η Κατερίνα με τον άντρα της γύρισαν στην Καστοριά το 1978. Εκείνος βρήκε δουλειά στις οικοδομές. Η Κατερίνα για 15 χρόνια εργαζόταν ως καμαριέρα στο ξενοδοχείο ΤΣΑΜΗΣ. Τα παιδιά είχαν μεγαλώσει. Η Ελένη ήταν τότε 14 χρονών. Τέλειωσε το γυμνάσιο και το λύκειο στην Καστοριά κι αργότερα ως φοιτήτρια σπούδασε φιλοσοφία στο πανεπιστήμιο του Κιέβου. ΄Όταν επέστρεψε στην Καστοριά εργάσθηκε στα Τ.Ε.Ι. και στα Γρεβενά στον ίδιο διδακτικό χώρο. Παράλληλα συνεργάσθηκε με τους Καστοριανούς γουνοποιούς και τους Ρώσους εκδρομείς που επισκέπτονταν τον τόπο μας, διδάσκοντας και τη Ρωσική γλώσσα και ήταν και μεταφράστρια όπου χρειάζονταν.
Ο πατέρας «έφυγε» νωρίς. Η κολώνα του σπιτιού η Κατερίνα συνέχισε στον καθημερινό αγώνα.
Η αδελφή της Ελένης η Γιαννούλα έφτιαξε την οικογένειά της δουλεύοντας στα γουναράδικα και όπου αλλού μαζί με τον άντρα της.
Η «κυρία» Κατερίνα έζησε μέχρι τα 99 της έχοντας δίπλα παιδιά και εγγόνια να την φροντίζουνε ως την τελευταία πνοή.
Ας τη θυμούνται όλοι εκείνοι που τη γνωρίσανε με την αγάπη που της αξίζει, για όλη της την διαδρομή, την αγωνιστικότητα, το σεβασμό, την πίστη, την εντιμότητα, τη θυσία και τις ηθικές της αξίες.
Καλόν Παράδεισο Κυρία Κατερίνα
