Η περίοδος του μεσοπολέμου αποτέλεσε μεταβατική εποχή από τις αυτοκρατορίες και τις παλιές ιδεολογίες, στην εποχή των εθνικισμών και ολοκληρωτισμών που χαρακτήρισαν μεγάλο μέρος του 20ου αιώνα. Στην Ελλάδα, μέσα στο κυκεώνα δημογραφικών, πολιτικών και κοινωνικών αλλαγών – όπως οι προσφυγικές ροές του ’22, ο εθνικός διχασμός του ’24, η χρεοκοπία του ’32 και το καθεστώς της 4ης Αυγούστου του ’36 – συντελέστηκε μια αντίστοιχη μετάβαση στον χώρο των ιδεών και της τέχνης, που σχηματοποιήθηκε γύρω από την λεγόμενη γενιά του ’30.
Τα χαρακτηριστικά αυτής της μετάβασης ήταν μια σειρά από προσπάθειες ποιητών, πεζογράφων και ζωγράφων να δομήσουν μια σύγχρονη κουλτούρα που δεν θα γίνεται δέσμια της αρχαϊοελληνικής παράδοσης – αλλά θα δώσει νέο νόημα στο πως θα μπορούσε να αντιλαμβάνεται τον εαυτό της μια χώρα που αλλάζει μαζί με την εποχή της. Αφήνοντας πίσω την καθαρεύουσα και την ηθογραφία ενός εξιδανικευμένου παρελθόντος, και πειραματιζόμενοι με μοντερνιστικά καλλιτεχνικά ρεύματα όπως ο υπερρεαλισμός, ο σουρεαλισμός ή ο υπαρξισμός – δημιούργησαν ένα αξιοσημείωτο όγκο έργων που σημάδεψαν βαθιά τη νεοελληνική παράδοση.
Ο βαθμός στον οποίο καθόρισαν πτυχές του νεοελληνικού γίγνεσθαι, γίνεται εμφανής αν αναλογιστεί κανείς πως και τα δυο νόμπελ λογοτεχνίας που έχει λάβει ποτέ η χώρα, προέρχονται από εκπροσώπους αυτής της γενιάς – οι οποίοι εκείνη τη περίοδο βρίσκονταν είτε στις απαρχές είτε στο αποκορύφωμα της καλλιτεχνικής τους πορείας.
Καθώς η σκιά που έριξαν ήταν ιδιαίτερα μεγάλη, θα ήταν εύλογο κανείς να παρατηρήσει πως όσοι γεννήθηκαν και μεγάλωσαν τις δεκαετίες του μεσοπολέμου και τις μετεμφυλιακές, το έκαναν σε ένα περιβάλλον που είχε εν πολλοίς σφραγιστεί από την βεβαιότητα πως ο νέος κόσμος που ξημερώνει θα είναι πολύ διαφορετικός από αυτόν που κληρονόμησαν – και η Ελλάδα μαζί του. Το περασμένο μήνα, μια σειρά τέτοιων ανθρώπων που είχαν ενεργό ρόλο σε πτυχές της δημόσιας ζωής της χώρας, ιδιαίτερα κατά την περίοδο της μεταπολίτευσης, πλέον δεν ζουν ανάμεσα μας.
Μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα, δυο πρόσωπα από την πολιτική και δυο από τη φιλοσοφική ζωή της χώρας εγκατέλειψαν τα εγκόσμια, δίνοντας αφορμή σε αρκετούς να αποτιμήσουν την πορεία τους και πως αυτή συνέβαλε στα κοινά. Με τις μεταβολές τους ή τις προσηλώσεις τους σε ιδέες και πολιτικούς χώρους, ο καθένας άφησε το δικό του στίγμα και αποτέλεσε σημείο αναφοράς για τους επόμενους.
Αν και όλοι τους ήταν γεννημένοι τη δεκαετία του ’30, δύσκολα θα μπορούσε κανείς να τους ομαδοποιήσει στο επίπεδο των ιδεών ή των πολιτικών πράξεων. Ο πρεσβύτερος πολιτικός αποτέλεσε παράδειγμα ιστορικής συνέχειας – προερχόμενος από οικογένεια που διαχρονικά εκλέγεται στο κοινοβούλιο – με πληθώρα πολιτικών ρόλων κατά την διάρκεια της ζωής του. Ο άλλος πολιτικός ήταν γνωστός για την προσήλωση του σε φιλελεύθερες ιδέες ή μάλλον περισσότερο στην τάση του να προσπαθεί να βρει συγκεκριμένες λύσεις σε συγκεκριμένα προβλήματα, κάτι που τον έκανε μάλλον αντιπαθή σε όσους αρέσκονται να αυταπατώνται πως υπάρχουν εύκολες λύσεις ή να βρίσκουν προβλήματα παρά λύσεις.
Όσον αφορά τους εραστές της φιλοσοφίας, αμφότεροι γαλουχήθηκαν στον ευρύτερο χώρο της μαρξιστικών ιδεών και ανήκαν στο κομμάτι της γαλλομαθούς μερίδας ανθρώπων που έζησαν στο Παρίσι τα μεταεμφυλιακά χρόνια. Αν και με παρόμοιες καταβολές, η εξέλιξη τους ήταν ιδιαιτέρως διαφορετική, με το πρεσβύτερο να παραμένει προσηλωμένος σε συγκεκριμένες ιδέες και να σφραγίζει ανεξίτηλα τον χώρο της κοινωνιολογίας και της ευρύτερης Αριστεράς, ενώ ο άλλος είχε ιδιαίτερες μεταστροφές μέσα στον χρόνο, περνώντας από τον μαρξισμό στην νεορθοδοξία και εν τέλει κινούμενος στο ευρύτερο «εκσυγχρονιστικό» ρεύμα τα τελευταία χρόνια της ζωής του.
Εναπόκειται στο καθένα μας να αποτιμήσει τη συμβολή αυτών των ανθρώπων, και το τρόπο που επέλεξαν να συμμετέχουν στα κοινά. Για κάποιους, το να μένεις σταθερός και ακούραστα να υπηρετείς πολιτικές παρατάξεις ή ιδεολογικά σχήματα, αποτελεί τίτλο τιμής και απόδειξη ατομικής συνέπειας. Για άλλους, το να προσπαθείς να κατανοήσεις τις πολλαπλές αλλαγές που ο χρόνος προκαλεί, και να μένεις προσηλωμένος στην αρχή της πραγματικότητας – που πολλές φορές δεν συμφωνεί με τις ιδέες σου – συνιστά δείγμα διανοητικής εντιμότητας και σημάδι ωριμότητας.
Και όπως πριν έναν αιώνα, ο κόσμος μας βρίσκεται πάλι σε διαδικασία μετάβασης. Η κλιματική αλλαγή, η αναδιάταξη των διακρατικών σχέσεων με το τέλος των παλιών βεβαιοτήτων, η σχέση μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας με την έλευση της τεχνητής νοημοσύνης, και η επερχόμενη δημογραφική κατάρρευση στην πλειοψηφία των ανεπτυγμένων χωρών, αποτελούν ζητήματα που θα καθορίσουν τις ζωές όσων θα αποτελέσουν την επόμενη γενιά του ’30 – όταν αυτή κληθεί να λύσει αυτά τα προβλήματα.
Και όποια και από τις δυο προσεγγίσεις και αν χρησιμοποιήσει, της ιδεολογικής συνέπειας ή της ρεαλιστικής εντιμότητας, δεν υπάρχει εύκολη απάντηση στο ποια προσέγγιση είναι καλύτερη ή θα λύσει αυτά τα ζητήματα. Και όποιος βιάζεται να διαλέξει στρατόπεδο συνήθως αργά ή γρήγορα αντιλαμβάνεται την πολυπλοκότητα φαινομενικά απλών επιλογών – όπως πάντοτε βαυκαλιζόμαστε όσοι νομίζουμε πως τα ξέρουμε όλα.
Ο Αργύρης Σακαλής έχει σπουδάσει Οικονομικά
Και είναι ερευνητής στο Durham University
Image credits: Αγγελική Ανάγνου (@lanworks)

