Το προφίλ ενός μύθου (Γράφει ο Σπύρος Νίτσας)

Ένας αλλά, λέων. Το παλιό ρυτό το ανασκάλεψα πάλι μετά τόσα χρόνια ξεχασμένο και παραπεταμένο σε κάποια μαγική γωνιά. Τώρα θα ταξιδέψουμε λίγο στο πρόσφατο παρελθόν να ανακαινίσουμε λίγο την μνήμη για ένα εκλεκτό μέλος της πόλης μας. Και δεν είναι άλλος από τον συντοπίτη μας και υπέροχο άνθρωπο μπαλαδόρο Λάζαρο Αλεξιάδη.

Το βουνό είχε ρίξει βαριά την σκιά του πάνω από την Αγία Κυριακή. Το αγιογραφικό δειλινό είχε ρίξει αυλαία από νωρίς. Και όλα τα πουλιά είχαν κουρνιάσει στις φωλιές τους. Το βαρομετρικό ήταν χαμηλό και η νύχτα έπεφτε πολύ άγαρμπα απόψε. Το χιονόνερο σκέπαζε τις παγωμένες κόκκινες σκεπές των σπιτιών. Και κάτω από τις γρίλιες κελαηδούσαν απελπισμένα τα σπουργιτάκια με κρυοπαγήματα κλαίγοντας σαν μωρά. Δίπλα τους κρέμονταν παγωμένοι σταλακτίτες. Μερικά σκυλάκια ήταν νεογέννητα γκαβά ακόμη, ζήταγαν βοήθεια από την μάνα τους να τα θηλάσει μα κανένας δεν ενδιαφερόταν.

Ο αέρας σφύριζε και οδύρονταν μέσα από τα κλαδιά των δένδρων Ένας μεθυσμένος τσιουράς ακουγόταν στην κρύα νύχτα γεμάτος παράπονα. Μα η μάνα του Λάζου έφερνε στον κόσμο ένα ακόμη γιο που την έκανε αργότερα περήφανη. Ήταν μια καθώς πρέπει γενναία γυναίκα με τόσα παιδιά στο ενεργητικό της. Το ηλιοκαμένο της πρόσωπο ήταν σκληρό με ήπια χαρακτηριστικά γεμάτη αγάπη. Όλα πάνω της ανέδινε μια λάμψη. Έδειχνε λίγο κουρασμένη από τα βάσανα της ζωής μα δεν το έβαζε ποτέ κάτω. Τα σκοτεινά μάτια της διατηρούσαν ακόμη μια αρμονία και συνάμα μια μελαγχολία. Μα τίποτε δεν ήταν ικανό να χαλάσει την ομορφιά των χαρακτηριστικών της. Το αστέρι του Λάζαρου Αλεξιάδη είχε γεννηθεί.

Αυτόν τον ποδοσφαιριστή που με τα χρυσά του πόδια τίμησε τόσα χρόνια την πόλη της Καστοριάς στο έπακρο.

Εγώ είμαι πολύ μικρός στο ποδόσφαιρο για να τον φτάσω. Μα θα το διακινδυνέψω να τον σιμώσω έστω και ελάχιστα μόνο με την πέννα και ας με κράξετε. Ο Θεός χάρισε την σοφία στον άνθρωπο. Μα στον Αλεξιάδη χάρισε επιπρόσθετα και τον αντάμειψε με ακόμη ένα προτέρημα. Το ποδόσφαιρο. Θυμάμαι όταν πρωτοπηγαίναμε στο γυμνάσιο με τα κασκέτα με την κουκουβάγια στο κεφάλι λαχανιάζοντας να προλάβουμε το πρώτο μάθημα. Ξέρετε ήμασταν κοντοχωριανοί.

Οπότε όλοι οι φίλοι μας ήταν κοινοί στην πόλη της Καστοριάς. Μα η μεγάλη του φίλη ήταν μια μπάλα που κουβαλούσε πάντα μαζί του. Όταν κατεβαίναμε από την Αγία Κυριακή για την Καστοριά και ήταν γεμάτα όλα τα καθίσματα του λεωφορείου εκείνος καθόταν στον διάδρομο πάνω στην μπάλα. Σε όλα τα διαλύματα στα μαθήματα εκείνος μέλημα του ήταν και διψούσε να παίξει λίγη μπάλα. Ήταν ένα λιανόπαιδο με το παιδιάστικο παρουσιαστικό του που δεν σου γέμιζε το μάτι. Θα ήταν πολύ φυσικότερο να παίζει μαζί με άλλα παιδιά στους δρόμους. Μα εκείνο βιαζόταν να μεγαλώσει και να παίζει μόνος. Και από πιτσιρικάς επειδή δεν είχε μπάλα κλότσαγε ένα κονσερβοκούτι μόνος και τον κορόιδευαν όλοι, μα αυτός με αυτό έκτιζε την καριέρα του.

Είχε ντελικάτα χαρακτηριστικά. Μεγάλα γαλανά γλυκά μάτια με ανάρριχτα φρύδια και κοντοκουρεμένο το μαλλί. Αργότερα ήρθε και μια μπάλα στα χέρια του. Με χιόνια και βροχές εκείνος τον χαβά του, έπαιζε μόνος. Βασανιζόταν να κάνει ιδρωμένος αυτό που πίστευε και ότι του πρόσταζε η ψυχή του. Στο τέλος μόλις μεγάλωσε λίγο το πέτυχε. Και ήταν το χίλια εννιακόσια εβδομήντα πέντε όταν πρωτόπαιξε στην Άλφα Εθνική και άφησε αξέχαστες μαγικές στιγμές στο γήπεδο. Από εκεί και μετά μπήκε το νερό στο αυλάκι και έγινε επαγγελματίας ποδοσφαιριστής και μπράβο του έκανε αυτό που ονειρευόταν.

Αφού όλη η καριέρα του ήταν γεμάτη με υπέροχες νίκες. Έγινε ένας διακεκριμένος ποδοσφαιριστής της πόλης μας.

Το γνώριζα πολύ καλά, πως το διάφανο αυτό χωριό που ήταν μόνο μια τελεία στον χάρτη γένναγε ποδοσφαιριστές. Και εννοώ την Αγία Κυριακή. Ένα γαντζωμένο χωριό μεταξύ βουνού και κάμπου μύθου και πραγματικότητας. Ξέρετε δυο πράγματα αξίζουν στην ζωή. Η ελευθερία της σκέψης και η ελευθερία της δράσης. Το θέμα είναι να μην καβαλήσεις το καλάμι και υψώσεις τους ώμους περιφρονητικά. Ο Λάζαρος ήταν ένας ήρωας σε αυτό και έβλεπε τα όνειρά του να πραγματοποιούνται στο μέγιστο ένα – ένα Να γονατίζουν μπροστά του υποτακτικά σαν φωτεινά άστρα.

Η Φαντασία για το ποδόσφαιρο του είχε εμπνεύσει έναν θαυμασμό που έφθανε την γραφικότητα. Και όλο ταλαντευόταν ανάμεσα σε μια νοσηρή αυτεπίγνωση προς τον εαυτό του. ΄Ήξερε πολύ καλά τι έκανε. Και μόλις τελείωσε η σχολική του ζωή τότε ήταν ελεύθερος πλέον, και ασχολήθηκε επαγγελματικά με το ποδόσφαιρο. Και δεν έπεσε έξω στους υπολογισμούς. Γιατί μια δύναμη θέριευε μέσα του και τον εξωθούσε να προχωρήσει με ανάμικτα συναισθήματα για την μπάλα. Είχε και εκείνος τα πρότυπα του. Και θα αναφερθώ στον Μπάμπη τον Ηλιάδη τον επονομαζόμενο (Λάς Βέγγας.) Ακόμη και στον συμπαίκτη του τον τεράστιο παίκτη τον Τσουλουκίδη. Και πέτυχε το ακατόρθωτο. Με την αρχηγική του μορφή να βρίσκεται στην κορυφή για δεκατέσσερα χρόνια στις συμμετοχές. Η μπάλα για τον Αλεξιάδη ήταν πνοή και ίδια η ζωή του.

Έκανε αργά-αργά τις κινήσεις του τον κύκλο της καριέρας του στα παιχνίδια. Γιατί ήταν ο ποιο χρήσιμος και απαραίτητος παίκτης στην ενδεκάδα της Καστοριανής ομάδας. Χωρίς αυτόν δεν υπήρχε άμυνα. Και χωρίς άμυνα δεν υπάρχει κορμός και σπονδυλική στήλη για μια ομάδα. Το σπουδαιότερο γεγονός ήταν το χρυσό κύπελλο πρωταθλητριών Ελλάδος το Χίλια εννιακόσια ογδόντα.

Εκεί ο Αλεξιάδης Λάζαρος έκανε το ακατόρθωτο να βοηθήσει την ομάδα του σαν υπεράνθρωπος. Θυμάμαι όταν τον αντάμωσα μετά τον θρίαμβο και την κατάκτηση του κυπέλλου Ελλάδος, λίγο έξω από το γήπεδο. Ήταν κατακόκκινος από χαρά και μου φώναξε από μακριά με βραχνή φωνή από την συγκίνηση, για το μεγάλο τίτλο να κερδίσουν ένα τόσο σημαντικό έπαθλο για το κύπελλο Ελλάδος για εκείνον τον καιρό.

«Σπύρο μου είπε τα καταφέραμε. Ήταν πάντα λακωνικός στις εκφράσεις στα λόγια του και σπάνια παρασυρόταν σε μονόλογο.»

Σπάνια χαμογελούσε και δύσκολα γέλαγε. Η δύναμη του αριστερού του ποδιού ήταν ασυναγώνιστη σαν βλήμα πυροβόλου εκατόν πέντε χιλιοστών. Με ένα αριστερό σουτ μπορούσε να σκοτώσει βουβάλι. Όλες οι μεγάλες ΠΑΕ τον παρακαλούσαν να παίξει μαζί τους, μα εκείνος αρνήθηκε οποιαδήποτε προσφορά και προτίμησε να σταθεί στην πόλη του. Ήταν περήφανος και δεν το μετάνιωσε. Τελείωσε την καριέρα του στο ποδόσφαιρο εδώ στην πόλη που γεννήθηκε και τον ανέδειξε. Ακόμη και σήμερα έχει το χρυσό κύπελλο του Ογδόντα στον τοίχο. Πέρασε και πολλές δύσκολες στιγμές στην ομάδα μα δεν μετάνιωσε για τίποτε.

Τα λάθη είναι εκείνα που κάνουν τους μεγάλους ποδοσφαιριστές έλεγε ο Πούσκας. Και στο κάτω – κάτω γιατί να μην είχε τελειώσει την καριέρα του με τόση επιτυχία για κάτι που γεννήθηκε να κάνει. Αφού όλοι στην πόλη έχουν να πουν και έναν καλό λόγω για τον Λάζαρο Αλεξιάδη. Που με περηφάνια κρατάει ακόμη τα σκήπτρα του σταθερού χαρακτήρα με τους μειλίχιους τρόπους ανέκαθεν. Ακόμη και όταν κρέμασε τα ποδοσφαιρικά του παπούτσια κρατούσε μια στάση αέρινης σιωπής και έλαμπε από ευτυχία Γιατί σε όλη την διαδρομή του στο ποδόσφαιρο έπραξε το σωστό και εισέπραξε μια αγκαλιά αγάπη από τον κόσμο. Τον συνάντησα κοντά στο προποτζίδικο που διατηρούσε αρκετά χρόνια μετά. Του είπα πως σκοπεύω να γράψω κάτι καλό για αυτόν. Ανατρίχιασε και μου έριξε ένα ερευνητικό βλέμμα αγωνίας.

Έδειχνε συνεσταλμένος που το λιγότερο που μπορούσαμε να κάνουμε να τον τιμήσουμε δεόντως. Έκρυψε το πρόσωπο συγκινημένος του μα δεν ξέρω γιατί. Μετά σαν να φάνηκε λίγο στενοχωρημένος και γεμάτος τύψεις που ασχοληθήκαμε για εκείνον χωρίς ιδιαίτερο λόγω όπως έλεγε από μετριοφροσύνη. Και όταν του πέρασαν οι τύψεις ένοιωσε κάποια ανακούφιση που απαλλάχτηκε από την ενοχλητική μου φιλία.

Τότε σαν να κατάλαβε τι έκανε, με χτύπησε φιλικά στην πλάτη συγκινημένος και είπε με εκείνο το προστατευτικό ύφος γεμάτο αγάπη. Το ήξερα πως και για αυτό προσπάθησε από ένστικτο. Απλά δεν του άρεσε να του αναφέρουν τα ελαττώματα του. Μα στο τέλος επιβλήθηκε στον εαυτό του χαμογελώντας.

Προηγούμενο Άρθρο

Saga Furs: Η αξία των γουνοδερμάτων που πουλήθηκαν στην δημοπρασία Μαρτίου ξεπέρασε τα 100 εκατομ.

Επόμενο Άρθρο

Παραμονή Απουκράς κάποτε… (Γράφει η Μαρούλα Βέργου Γκαμπέση)

Τελευταία από ΑΠΟΨΕΙΣ