Γάλα βλάχας – Χρονογράφημα (Γράφει ο Σπύρος Νίτσας)

Με τον Αθανασάκη είχαμε κτίση μια μακρινή και στενή φιλία από μωρά παιδιά. Και αυτό με έκανε να μην του χαλάσω ποτέ χατίρι σαν πιστός φίλος. Μα τώρα ήθελε να του αποδείξω και έμπρακτα την φιλία μας και με έργα. Κάποια Τετάρτη κάτω στο παζάρι γνώρισε τυχαία μια βλαχοπούλα που πούλαγε γíδινο τυρί. Του γυάλισε το μάτι και την ερωτεύτηκε αφού ήταν πολύ ενθουσιώδεις χαρακτήρας. Ήταν μια νταρντάνα βλαχοπούλα με πλατύ χαμόγελο. Και τον χτύπησε απότομα ο έρωτας κατακούτελα και είπε πως τον γοήτευσε η ασυναγώνιστη ομορφιά της. Ήταν όπως είπε μια μεγαλόσωμη μελαχρινή κοπέλα με κόκκινο πρόσωπο και σκόρπια μαύρα απεριποίητα μαλλιά και χοντρά χείλη εκ του φυσικού. Μα του Αθανασάκη με όλα αυτά της φάνηκε υπέροχα ντυμένη. Φαγώθηκε να την κλέψουμε λες και ήταν γίδι.

«Και γιατί παρακαλώ δεν την ζήταγες από τον πατέρα της είπα;»

«Την ζήτησα και έφαγα πόρτα»

«Το λοιπόν τι σου είπε.»

«Πως για να πάρεις την μοναχοκόρη μου την Παγώνα για γυναίκα σου έχω κάποιες απαιτήσεις. Πρώτον θα πρέπει να κάνεις πέντε αγόρια μόνο αρσενικά και όχι κορίτσι γιατί το έχουμε για κακό.»

«Και γιατί όχι κορίτσι του είπα ξαφνιασμένος.»

«Γιατί δεν γεννοβολούν μετά τα γίδια θηλυκά και εμείς θέλουμε μόνο θηλυκά για να αυγατίσουμε το κοπάδι. Και δεύτερον για να μείνεις εδώ στην στάνη μαζί μας θα πρέπει να φορέσεις μάλλινα ρούχα να βόσκεις και να αρμέγεις τα γίδια .»

«Τα παιδιά ευχαρίστως να τα κάνουμε του είπα διστακτικά κύριε. Μα δεν ξέρω να αρμέγω του είπα, το δοκίμασα μια φορά σε μια γελάδα στην Μεσοποταμία και μου μυρμήγκιαζαν τα δάχτυλα όλη νύχτα.»

«Ά τότε μου είπε μετά, ενώ έβγαλε την κάπα από το κεφάλι του και έξυσε λίγο τον σβέρκο του να σκεφτεί. Τότε ψάξε κάπου αλλού. »

«Και που καταλήξατε του είπα λίγο ανταριασμένος. »

«Πουθενά είπε. Ήταν ανένδοτος και αγύριστο κεφάλι Και επειδή αρνήθηκα να δεχτώ τους όρους του έκανε κάτι άλλο. Φύγε τώρα μου είπε γιατί θέλω να στρίψω ένα τραγί γιατί μου κάνει πολύ τον Καζανόβα. Μετά έβαλε οχτώ δάχτυλα στο στόμα και σφύριζε περίεργα να τσατίσει τα σκυλιά του. Έκανε ένα Σου-σου σε κάνα δυο τεράστια τσοπανόσκυλα. Και εκείνα τα άτιμα λες και ήξεραν πως τρέμω τα σκυλιά μόλις με είδαν που δεν φορούσα τραγόμαλι κάπα χίμηξαν κατά πάνω μου να με κατασπαράξουν. Και το πως γλίτωσα μόνο ο Θεός το ξέρει και η ψυχή μου. Και δεν έφτανε μόνο αυτό. Και εγώ για αντίποινα του γέρου πατέρα της σκέφτηκα να την κλέψουμε.»

«Ποια την Παγώνα.»

«Ε ποιόν, τον Μέγα Αλέξανδρο. Αφού την αντάμωσα πάλι προχθές στο παζάρι και της το ανέφερα με τρόπο να την κλέψουμε.»

«Και δέχτηκε του είπα ξαφνιασμένος.»

«Μπορούσε να αντισταθεί στην γοητεία μου. Ξέρεις πως αν βάλω κάτι στο μυαλό δεν παινεύομαι αλλά το πραγματοποιώ.»

«Και τι αποφασίσατε.»

«Αύριο κατά το σούρουπο μόλις φτάσουμε στην στάνη της θα μιμηθώ εγώ τον λύκο στην αρχή και εκείνη την κουκουβάγια. Θα έρθει έτοιμη και θα την κλέψουμε και όλα μέλι γάλα τόσο απλά και ανώδυνα, χωρίς να μας πάρει χαμπάρι κανένας άγριος πατέρας.»

«Και αν σπάσει το ποδάρι του ο σατανάς και μας μυριστεί ο άγριος πατέρας τότε τι γίνετε .»

«Έλα καημένε τι φοβάσαι έτσι, εσύ κάθισε μόνο να φιλά τσίλιες για παν ενδεχόμενο, στο αμάξι να μας περιμένεις. Άλλωστε δεν πρόκειται να μας μυριστεί.

Γιατί όπως είπε η Παγώνα κάθε τέτοια ώρα ο γέρος της βρίσκετε στο καφενείο του χωριού με την παρέα του και παίζουν τάβλι..»

Την επομένη πηγαίνοντας κατά το Δενδροχώρι στεκόμουν σιωπηλός και κρατούσα μικρό καλάθι. Κάτι με έτρωγε μέσα μου πως κάτι δεν πήγαινε καλά με τον Θανασάκη και την Παγώνα. Πολύ εύκολα και απλά μου τα παρουσίασε τα πράγματα. Φτάναμε κοντά στην στάνη λίγο νωρίτερα. Τότε μπροστά μας σταύρωσαν τον δρόμο μας ένα μεγάλο κοπάδι γίδια όλα μαύρα και μας κοίταζαν ξαφνιασμένα ετοιμοπόλεμα προτάσσοντας τα κέρατα. Μπροστά πήγαινε ένα τρανό τραγί με μια μπρούντζινη κουδούνα ίσα με πέντε οκάδες. Μετά από λίγο εμφανίστηκε και ο γιδοβοσκός. Ήταν ένας καμπούρης γιδοβοσκός που όλο έβριζε και έσερνε την κάπα πίσω του σαν ζωντανό. Βαστούσε μια θεόρατη γκλίτσα και ένα τορβά περασμένο χιαστή στις πλάτες του σαν μπαλάσκες. Μας κοίταξε λίγο με τα νυφίσια ματάκια του πονηρά και πάντα υποψιασμένα και μας ζύγωσε.

«Καλησπερούδια είπε ειρωνικά, μουσαφίρηδες είστε, μήπως έχετε σπίρτο να ανάψω το τσιγάρο;

«Ευχαρίστως του είπα και άναψα τον αναπτήρα.»

Μα μόλις αντίκρισε την γαλαζωπή λάμψη της φλόγας που πρόβαλε μπροστά του απρόσμενα είδα στα μάτια του να διαγράφετε ένας θυμός και όλο κοίταζε. Μετά και απότομα φώναξε οργισμένος προς το κοπάδι με τα παράξενα γίδια..

«Τσάπ-τσάπ-τσάπ που να σας ρημάξει ο λύκος.»

Σε λίγο εξαφανίστηκε ως δια μαγείας μέσα στο γυαλιστερό πούσι και στην καταχνιά. Φτάναμε σχεδόν στην στάνη της Παγώνας. Τότε ο Θανασάκης έκανε τα χέρια χωνί και ούρλιαξε σαν λύκος. Σε λίγο μια κουκουβάγια του ανταπάντησε αμέσως στο αίτημα του. Το πράγμα σιγουρεύτηκε μια χαρά και προχωρήσαμε κατά το κονάκι. Ψιλόβρεχε και ο καιρός ήταν λίγο ανταριασμένος με σκόρπιες λίγες καταχνιές εδώ και εκεί σαν λερωμένο βαμβάκι. Μόλις άρχιζε να σκουραίνει η μέρα και όλα ήταν υπέρ μας.

Ο Θανασάκης μαζί με την Παγώνα μπήκαν μέσα στο αυτοκίνητο. Εγώ παιδευόμουν ακόμη να βάλω μια κόκκινη βελέντζα της Παγώνας.. Γιατί χωρίς εκείνη την βελέντζα δεν την έπιανε ο ύπνος ήθελε να μυρίζει λίγο τραγίλα. Σιχαινόταν τα σεντόνια. Νοιώθω ολόγυμνη μόϊ έλεγε μόνη της. Μόλις πήγα να μπω στο αμάξι τότε μέσα στην ησυχία ακούστηκε μια τουφεκιά. Φαίνετε ο γιδοβοσκός μας πρόδωσε στον γέρο της Παγώνας πως ήμασταν κλέφτες. Και εκείνος με την σειρά του μας πυροβόλησε για να βγάλει το άχτι του. Κα δόξα το Θεό να λες και ευτυχώς γιατί με πήραν μερικά σκάγια ξώφαλτσα στον πισινό. Αφού ακόμη περπατάω κουτσός και είμαι δεμένος με γάζες. Τότε η Παγώνα άρχισε τάχατες να βγάζει κροκοδείλια δάκρυα και εμείς σταματήσαμε το αμάξι να την γυρίσουμε πίσω.

«Όχι μας φώναξε η Παγώνα ξαφνιασμένη. Τραβάτε με εσείς και ας κλαίω εγώ.»

Μετά σαν φόρεσαν την κουλούρα με τον Θανασάκης του έβαλε τα δυο πόδια σε ένα παπούτσι. Ζήτησε πολλά λούσα δηλαδή τον ήλιο με το φεγγάρι. Απέκτησε στενό κύκλο να πίνει κάθε απόγευμα το τσάι της και ντυνόταν άριστα. Διόρθωσε τα φρύδια της που ήταν σαν γιαταγάνια και το ντύσιμό της. Γιατί δεν πουλούσε ποια το γύδινο γάλα στην αγορά εκείνη γιατί θα μύριζαν τα ρούχα της τυρόγαλο. Παρά άφηνε τον Θανασάκη στο πόδι της. Ενώ εκείνη φόρεσε μια καλή φούστα σατέν και μια εφαρμοστή μπλούζα να δείξει το πλούσιο μπούστο της. Γιατί το είχε σαν μεγάλο προσόν. Μετά λίγο διάστημα   συνάντησα την Παγώνα του Θανασάκη και είπα πίσω μου σ έχω σατανά και έκανα τον σταυρό μου.

Τότε άρχισα να αμφιβάλω για τις ικανότητες μου να μην βλέπω καθαρά. Ήταν η κοπέλα με το κόκκινο πρόσωπο η νταρντάνα που χαιρόταν όταν την είχαμε κλέψει με τον φίλο μου τον Θανασάκη. Σήμερα είχε φορέσει τα ψηλοτάκουνα και με συνδυασμό τις τρυπητές κάλτσες έκανε μπάμ από μακριά γιατί είχε ψηλές γάμπες σαν άλογο.

Τα μαλλιά της ήταν πολύ καλά φροντισμένα γεμάτα μπούκλες. Μα εκείνο που την έκανε να την προσέξεις περισσότερο ήταν το κάτι άλλο. Το κόκκινο κραγιόν και το μέηκ απ όπου ήταν πασπαλισμένο όλο το πρόσωπο της. Δεν λέω μου έριξε αμέσως μόνο ένα προσποιητό χαμόγελο και όλο κοίταζε γύρο για θεατές. Και μόνο αυτόγραφα δεν μοίρασε στους θαυμαστές της. Μα και με τις φασαρίες έφυγε αμέσως προς τον Φουντουκλή προς άγνωστη κατεύθυνση για το συνηθισμένο κουμ-καν και για απογευματινό της τσάι. Τώρα με βρήκε ο ταλαίπωρος Θανάσης που βρομούσε ολόκληρος σαν τουλουμοτύρι να μου πει μια καινούργια ιδέα που κατέβασε. Ήθελε είπε να χωρίσει την Παγώνα και να κλέψουμε μια ζωντοχήρα από το Άργος που είχε βάλει στο μάτι.

Και πως ο πρώην άντρας της ήταν παλιός κυνηγός και άσσος στο σημάδι. Μα εγώ δεν του έδωσα καμιά σημασία και δεν θα συνένωνα ποτέ μαζί του. Τι θα ωφελούσε άραγε να φάμε πάλι καμιά έξτρα μπαταριά από πίσω και να μας κλαίνε οι ρέγκες. Παρά κούνησα το κεφάλι πάνω κάτω και έπιασα την πληγή μου γιατί είχα και άλλα σκάγια

Προηγούμενο Άρθρο

Άγιος Βασίλης έρχεται από την Καισαρεία (Γράφει η Μαρούλα Βέργου Γκαμπέση)

Επόμενο Άρθρο

Προμήθεια Οικίσκου ως Ιατρείο Εξέτασης Ύποπτων Περιστατικών & Test Covid από την Περιφερειακή Ενότητα Καστοριάς (φωτο)

Τελευταία από ΑΠΟΨΕΙΣ