Αληθινές Ιστορίες: Για μια χούφτα Ανθρώπους κι ένα άγαλμα (Γράφει η Βιβή Φαρσαλιώτου + Ιατρού)

Σας έχω εκμυστηρευτεί ότι, μεγάλο βάσανο με κατατρέχει όλα μου τα χρόνια, από τον φόβο μην αδικήσω κάποιον, ακόμη κι ακούσια.                                                                                                              

Είναι καιρός να σας εκμυστηρευτώ ότι, δεν τα έχω καταφέρει πάντα.                                                            

Για μια απ’ αυτές τις φορές θα σας μιλήσω απόψε, και, έχω την ελπίδα, να συγχωρεθώ: Ήταν ένα ηλιοπλημμυρισμένο Φθινοπωρινό απόγευμα λίγα χρόνια πριν, που ξαναπήγαμε, με συγγενείς αυτή τη φορά, να ζεσταθούμε στο χιλιοχρώματο της λατρευτής μας υπαίθρου. Κατεβήκαμε από τ’ αμάξι μας, στην (στον) πολυαγαπημένη μας Άνω Κρανιώνα, για να ανταλλάξουμε, στα περάσματα, ίσιες ματιές, γλυκόλογα και μοσχομυριστές ανάσες με τους αθέατους κατοίκους –ακάτοικους.

Να αφουγκραστούμε τους ανήσυχους και ήσυχους κτύπους της καρδιάς τους πίσω απ’ τους τοίχους, να τους φωνάξουμε να βγουν στα γκρεμισμένα παραθύρια τους. Να ανάψουμε ένα κερί για όλους που Έφυγαν και φύγαν αγύριστα ή κοντινά. Να κρεμάσουμε στα φτερά των πουλιών (που προδίδονταν απ’ το ελεύθερο κελάηδισμά τους, κρυμμένα απέλπιδα, στα τελευταία κι έσχατα αντιστεκόμενα χρυσά φύλλα στις λεύκες), ένα μήνυμα αγάπης. Μια ευχή να πάνε στους άλλους τόπους και, εκεί, να βρουν τους Ανθρώπους που φύγανε. Να τους ευχηθούν να ‘ναι ανοιχτοί οι δρόμοι για τον γυρισμό τους, για, έστω, έναν γυρισμό τους, για ένα προσκύνημα στον τόπο που τους γέννησε και κράτησε, μέσα στους λίθους τους θεμέλιους, την ψυχή τους.

Περιδιαβαίνοντας στη κόκκινη γη, κοντέψαμε στην πέτρινη καλοχτισμένη βρύση. Ξαφνικά, νιώσαμε δυο πέτρινα μάτια πάνω από ένα σφιγμένο στόμα να μας στοχεύουν…. Έκπληκτοι, μείναμε να κοιταζόμαστε καταπρόσωπο με την φιγούρα που ήταν σκαλισμένη στον βράχο. Αυτοστιγμεί, το φωτογράφισα από δύο μεριές, προσπαθώντας να το <πάρω> μαζί μου, να <μπω> στα μάτια του, να δω αυτό που <βλέπει> και να νιώσω αυτό που <νιώθει>.

Στον δρόμο της επιστροφής μας στην πόλη, ήδη είχαν γραφτεί μέσα μου οι σκέψεις γι’ αυτό! Το «άδικο» που μου καταλογίστηκε είναι ότι, ενώ «πήρα» την έμπνευση για να γράψω πέντε αράδες, ποτέ ως τα τώρα μου δεν είχα ψάξει –ως όφειλα- να βρω ποιος υπέγραψε με τα αρχικά Δ/ΑΠ στο πλάι του, ποιος δαπάνησε συναίσθημα, σκέψη, κόπο, χρήμα για να αφήσει εδώ, στον τόπο στον οποίο όλα γύρω γκρεμίζονται, έρημα και μόνα από Ανθρώπους, ένα Έργο περισσότερο από Τέχνη !

Ως τα τώρα, που, ήλθε η ώρα να ψάξω και να βρω και να πω και σε σας ότι :

Ο Παντελής και ο Αναστάσης Δ. Παπαβασιλείου, είναι δύο από τα τρία παιδιά μιας από τις οικογένειες που αναγκάστηκαν να αφήσουν πίσω τους την Πατρίδα στα δύσκολα χρόνια του Εμφυλίου και βρέθηκαν, μόνα τους, στην Ουγγαρία. Μια δεύτερη Πατρίδα τους περίμενε εκεί και, σαν Πατρίδα, τους πρόσφερε ασφάλεια και μόρφωση ετοιμάζοντάς τους για την υπόλοιπη ζωή τους. Η Αυστραλία, έμελλε να γίνει για αυτούς και τους γονείς τους, η Τρίτη Πατρίδα. Η γη της Επαγγελίας τους, ο τόπος που κατάφεραν –όσοι απέμειναν – να σμίξουν, να στεγνώσουν τα δάκρυα και τις πληγές τους. Σ’ αυτήν, αξιοποιώντας τα εφόδια που τους γαλούχησαν οι δυο προηγούμενες Πατρίδες τους, ρίξανε τις άγκυρές τους, πόνεσαν κι αγάπησαν τη γη της, φτιάξαν τις οικογένειές τους, ο Παντελής με την Σοφία και ο Αναστάσης με την Μαρία, και, μετρούνε τα χρόνια τους με τιμή, με σεβασμό κι αξιοπρέπεια.

Ο Παντελής, ο Κύριος Παντελής, στην πρώτη μας επικοινωνία μου έγραψε: «μετά από πολλά χρόνια απουσίας καταφέρνουμε να επιστρέφουμε στο χωριό μας συχνά, αλλά, το πρόβλημα είναι ότι, κάθε φορά, η καρδιά μας σπάει σε χίλια κομμάτια….».

Δεν είναι μόνο δική μου η διαπίστωση ότι, σε όλο αυτό το Ταξίδι τους, σε όλην αυτή την περιπλάνηση, σε όλον αυτόν τον Αγώνα για ζωή και επιβίωση, σε όλα τα αρνητικά και κυρίως σε όλα τα θετικά που συνάντησαν, ένα κομμάτι τους, αυτό της καρδιάς τους, ολόκληρη η καρδιά τους, είχε μείνει πίσω, στα σπίτια με τους κόκκινους τοίχους, στην καταπράσινη πλαγιά της Άνω Κρανιώνας, στο έσχατο άκρο της Ελλάδας.

Οι αναστηλώσεις και οι ανακαινίσεις, που, από το 1976 (η πρώτη) έως και το 2016 (η δεύτερη) κράτησαν όρθια την Εκκλησία της Αγίας Παρασκευής μέσα στο χωριό, το κάνουν φανερό σε κάθε επισκέπτη. Ανάμεσα στους, κατ’ έτος, λιγότερους όρθιους τοίχους, ανάμεσα στα, κατ’ έτος, περισσότερα πεσμένα σπίτια με τα κλειστά παράθυρα και τις ανοιχτές πόρτες, εκεί, που στις σάλες φυτρώνουν κισσοί που χύνονται μέχρι ψηλά, σα να προσπαθούν να γλύψουν τον ουρανό, και, στα τζάκια φωλιάζουν αγρίμια, μια όρθια, στητή, όμορφη, καθαρή, λιτή και σοβαρή, σαν στόμα κλεισμένο σε καιρό προσευχής και νηστείας, Εκκλησία, δεν μπορεί, παρά από ανθρώπων Καρδιά, Πίστη κι Ευγνωμοσύνη να υπάρχει. Από του Παντελή και της Σοφίας τις καρδιές. Η στέγη της φτιαγμένη και τα υπόστεγα ένα γύρω της φρέσκα, την προστατεύουν απ’ τους χρόνους και τους καιρούς. Και μέσα της, σφραγισμένες με ασφάλεια, οι Εικόνες των Αγίων κρατούν ζωντανές τις προσευχές των προγόνων τους. Τις ελπίδες που βρήκαν ουρανό ή φωτιά. Τους πόνους τους, τους αναστεναγμούς των πατεράδων, τα δάκρυα των μανάδων τους και τα γέλια των μικρών παιδιών. Για να θυμίζει πάντα, σε όλους, ότι, εδώ, Αυτός είναι ο τόπος που τους γέννησε, αυτός είναι ο προγονικός τόπος εκείνων που θα ρθουν για να ψάξουν τις ρίζες τους.   Στον τοίχο πλάι στην είσοδο της Εκκλησίας, οι φίλοι του Παντελή και της Σοφίας, Βάσω και Γιώργος Μηντσιούλης, δώρισαν μια αφιερωματική πλάκα στην οποία, γράψανε τα ονόματα όλων όσοι βοήθησαν στο να σωθεί η Εκκλησία του χωριού τους.   (φωτο)

Χρέος καρδιάς και χρέος τιμής φανερώνει και η φροντίδα του ζεύγους Π. Παπαβασιλείου για το ξαναχτίσιμο της μικρής εκκλησίας στα Κοιμητήρια του χωριού, το 1976.

Χρέος καρδιάς και τιμής και το Μνημείο που έχτισαν το 2003 για να εξιστορείται στους ερχόμενους η Ιστορία του Χωριού τους. Το κάθε σπίτι στη θέση που ήταν, μαζί με το όνομα της οικογένειας στην οποία ανήκε και, στη μέση η εκκλησία τους, όπως τα κουβαλάει μαζί της η σκέψη και η ψυχή του Παντελή, από το 1948. Τα δομικά συστατικά αυτού του μνημείου, είναι μια πέτρα ή ένα πλακάκι από κάθε σπίτι του χωριού!

Δίπλα εκεί, φτιάξαν και το φιλόξενο «σαλονάκι» για να σταθείς, να αποκάμεις, να αφεθείς, να νιώσεις. Κάθεται εκεί ο Κύριος Παντελής, απέναντι απ’ τα άδεια καθίσματα, ανάμεσα στα γκρεμισμένα σπίτια, που κάποτε ήταν Σπίτια αγλαή, κοιτάζει κάτω, το κόκκινο χώμα της Πατρίδας του, «Πού είναι οι Άνθρωποι;» αναρωτάει μα, απάντηση δεν παίρνει από πουθενά……     Στολισμένα στην άλλη μεριά του μνημείου, δυο μεταλλικά πουλιά πετούσαν, το ένα μέσα απ΄ το άλλο, χωρίς να τέμνονται πουθενά. Το ένα κοιτώντας προς τα κάτω, σαν τις ψυχές του παρελθόντος και το άλλο κοιτώντας προς τα πάνω, σαν τις ψυχές του παρόντος. Την παλιά και τη νέα ζωή συμβόλιζαν. Δύο εβδομάδες από την τοποθέτησή τους, τα πουλιά…. πέταξαν, μέσα από τα χέρια άγνωστου!

Και, πέρα από την Εκκλησία, η βρύση του Χωριού, που την ξαναχτίσανε την ίδια χρονιά για να καθαρίζει τα μάτια και να ξεδιψάει τα κορμιά, χρέος καρδιάς. Αδειάζει μόνη της το νερό, που τρέχει σαν δάκρυ μέσα απ’ το βουνό, διασχίζοντας και δίνοντας ζωή στα άσπαρτα σπαρτά, τις λεύκες, τους πλάτανους, τις κυδωνιές, τις καρυδιές…. Που, όλα, συνεχίζουν ν΄ ανθίζουν την Άνοιξη και να καρπίζουν, σα να περιμένουν να γυρίσει ο νοικοκύρης τους. Μα εκείνος, δεν έρχεται ποτέ.             Το Μνημείο και την βρύση τα έχτισαν με τα χέρια τους ο Παντελής, ο Αναστάσης και ο εξάδελφός τους Σ. Καλτσάκος, Αρχιτέκτονας από την Βιέννη, ενώ, μέχρι εκείνη την ώρα κανείς τους δεν είχε ξαναπιάσει πέτρα!

Σ’ αυτή τη βρύση, για την οποία σας είπα στην αρχή, απ’ όπου και να στεκόσουν σαν παιδί, όλη μέρα- κάθε μέρα, έβλεπες την Μάνα, την αδελφή, την κρυφοαγαπημένη σου να γεμίζει νερό τα κανάτια της. Εκεί, στην βρύση που είναι η Πηγή της ψυχής σου, εκεί, διαλέξαν να στήσουν, το 2015, ένα άλλο Μνημείο.

Μια πέτρινη Μάνα, μια Κόρη, μια Αδελφή, να περιμένει να γεμίζουν νερό τα κανάτια της. Το βλέμμα της απλώνεται στον δρόμο ο οποίος περνά απ’ την Εκκλησία. Διασχίζει τα τελευταία σπίτια του Χωριού που δεν υπάρχει πια, και, ταξιδεύει ως πέρα μακριά. Ως εκεί που δεν φτάνουν τα μάτια τ’ ανθρώπου. Ως εκεί που δεν ακούγονται τα βήματά του, ούτε κι ο καλπασμός των αλόγων. Ούτε ακόμη κι αυτός ο τραχύς θόρυβος των αυτοκινήτων που παίρνουν μακριά τους Ανθρώπους της. Που σκόρπισαν, για χίλιους λόγους, στου κόσμου τα πέρατα τις Μάνες, τους Πατεράδες, τα Αδέλφια, τα Παιδιά, τους Συγγενείς, τους Φίλους, τις Αγάπες και τους ανομολόγητους Έρωτες ολόκληρου του Χωριού. Μα, τα κανάτια, δεν γεμίζουν ποτέ.

Την πέτρινη τούτη φιγούρα της έχει εμφυσήσει πνοή ο Κύριος Αναστάσης, ο Αναστάσης Δ. Παπαβασιλείου, ο Γλύπτης, μέσα απ’ τις φλέβες τις δικές του.

Όπως φύσηξε πνοή και σε άλλες πέτρινες φιγούρες, μέσα απ’ τα μαγικά του σκαλίσματα, πάνω σε ογκώδεις πέτρες ή, άμα θες, πάνω σε μικρούς βράχους. Ίσως, τη Μάνα… τον Πατέρα…. τον Γιο…. μια Κόρη….. Τον Άνθρωπο που ζούσε κι ανέπνεε και πάλευε και δημιουργούσε σε προηγούμενους χρόνους σ’ ένα Χωριό γεμάτο ζωή, με αγώνα, γέλια, χαρές και λύπες. Μνήμες του παρελθόντος που ανασαίνουν και πάλι, ως το πάντα, ανάμεσα απ’ τα ολόδροσα χόρτα του καλοκαιριού και κάτω απ’ τα πάλευκα του χειμώνα χιόνια, στο καινούργιο τους σπίτι, στο καινούργιο τους χωριό. Τα δύο αδέλφια, το 2004, αποφάσισαν να δέσουν ακόμη πιο πολύ τις ζωές τους με την Μητέρα γη τους και, αγόρασαν και ανακαίνισαν ένα σπίτι στο Νέο Οικισμό, το χωριό που ένωσε τις μοίρες των ανθρώπων απ’ όλα τα γύρω χωριά. Για να χουν κι αυτοί τη δική τους, ζωντανή γωνιά, στην Γη τη δική τους….

Κι ενόσω, ο άνεμος ταξιδεύει, στην μακρινή τους νέα Πατρίδα, τα χρώματα και τα αρώματα της Άνω Κρανιώνας, ο Κύριος Παντελής τα απαθανατίζει και τα διαιωνίζει στους καμβάδες του, δίνοντας ζωντάνια στις ασπρόμαυρες Μνήμες ενός Κόκκινου Χωριού. Μεταλαμπαδεύοντας κομμάτια του Πολιτισμού της. Κάνοντας γνωστή, μέσα από την πορεία τους εκεί, την Ελλάδα των ξενιτεμένων συμπατριωτών μας στα πέρατα – κυριολεκτικά – του κόσμου.

Πάντα θα σ’ ακολουθώ

Πάντα θα σ’ ακολουθώ,

με το βλέμμα της ψυχής μου λυπημένο,

καθώς φεύγεις,

καθώς τρέχεις

πίσω από τους πεσμένους τοίχους των σπιτιών,

μέσα απ’ τ’ ανοιχτά παράθυρα του ήλιου,

πέρα απ’ τις φωνές των πουλιών

και των παιδιών τα γέλια,

τρομάζοντας από τους ήχους των κίτρινων φύλλων

που σκορπάει ο άνεμος,

χοροπηδώντας η καρδιά μου

από τον φόβο μου μην σε βρει κακό,

περιμένοντας τις πρώτες σταγόνες της βροχής

για να ξεδιψάσουν οι ασίγαστες βρύσες,

φυλάγοντας την πόρτα της Εκκλησίας,

γιατί, εκεί μέσα φωλιάζεις,

Εσύ.

Βιβή Φαρσαλιώτου + Ιατρού

ΥΓ 1. Όχι, αγαπητέ και σεβαστέ κύριε Παντελή. Δεν σπάει εδώ η καρδιά σας σε χίλια κομμάτια. Η καρδιά σας έμεινε εδώ, στον τόπο που γεννηθήκατε. Δεν κατάφερε να σας ακολουθήσει στην Οδύσσεια της ζωής σας. Η Ιθάκη σας είναι εδώ.

ΥΓ 2. Δεν ήταν εύκολο να γράψω αυτό το κείμενο. Είχαμε να «μιλάμε» δυο άνθρωποι οι οποίοι μέχρι χτες δεν ξέραμε ο ένας την ύπαρξη του άλλου. Δυο άνθρωποι, στις δυο άκρες της γης, που δεν ακούσαμε ο ένας την φωνή του άλλου κι ούτε ματιά ανταλλάξαμε. Ο ένας έπρεπε να εμπιστευτεί τον άλλον από τα έργα και τις ημέρες του, και να του ανοίξει την καρδιά του, μέσα από λίγες γραμμές. Κύριε Παντελή, ευχαριστώ που με εμπιστευθήκατε. Ελπίζω, φτάνοντας εδώ, στο τέλος του κειμένου μου, να μην σας απογοήτευσα. Ελπίζω, ακόμη, όποιον άφησε το χνάρι του στην Ιστορία αυτή, (έστω και εν αγνοία μου) να μην αδίκησα.

Προηγούμενο Άρθρο

Άνοιξε η πλατφόρμα για την Επιστρεπτεα Προκαταβολή 7, πότε θα δουν «χρήμα» οι δικαιούχοι

Επόμενο Άρθρο

Σύλληψη τριών ημεδαπών για κατοχή ηρωίνης, σε περιοχή της Κοζάνης

Τελευταία από ΑΠΟΨΕΙΣ