25η Μαρτίου του 2018 στην Κλεισούρα της Καστοριάς (της Βιβής Φαρσαλιώτου + Ιατρού)

κατηγορία : ΑΠΟΨΕΙΣ από

Μπροστά στο Ηρώο, μπροστά σε 280 παγωμένα Ονόματα των σφαγιασθέντων Κλεισουριέων από τους Γερμανούς.

Όχι, δεν είναι ο εορτασμός της 5ης Απριλίου καθ’ εκάστου, έκτοτε, έτους, όπου μαζεύονται όλοι οι απόγονοι τους για να χαιρετήσουν με μια δακρυσμένη ματιά τους αδικοχαμένους προγόνους τους. Όχι, δεν είναι ο εορτασμός της 5ης Απριλίου που μαζεύονται όλοι οι <Επίσημοι> να δοξάσουν (και να δοξαστούν), και, μαζί μ’ αυτούς ο εκπρόσωπος της Γερμανίας, τάχα μου ντροπιασμένος, τάχα μου μετανιωμένος για τα των προγόνων του εγκλήματα – μα έτοιμος να ξανακάνει τα ίδια αν χρειαστεί.

Είναι, παγωμένη, η τελευταία Κυριακή του Μάρτη και οι λίγοι κάτοικοι του μαρτυρικού χωριού, συνεχίζοντας να μαρτυρούν για χάρη του, συνοδεύουν, τον Παπά του χωριού τους στην επιμνημόσυνη δέηση για την επέτειο της 25ης Μαρτίου.

Έμαθα, πως το κρύο πηρούνιαζε και το χιόνι που φερνε ο αέρας χαστούκιζε τα πρόσωπά τους. Ο παπα- Βασίλης, ένας Παπάς βγαλμένος απ’ όσα Ιερά και Όσια έχει κρυμμένα τούτη η ρημαγμένη Ορθοδοξία μας, ένας Παπάς που κρατά ζεστές κι ενωμένες  όλες τις ψυχές τούτου του ξεχασμένου, απ’ ανθρώπους, Χωριού, ένας Παπάς που, σε κάθε Λειτουργία στους πάνσεπτους Ναούς της Κλεισούρας, Ιερουργεί και, εσύ, αμαρτωλός κι ανάξιος, νιώθεις ότι για χάρη σου, πέφτει στα Γόνατα και για χάρη σου στέλνει στον Ύψιστο την Προσευχή του, μέσα στα μαύρα ρούχα της Ιεροσύνης, σεμνός και ταπεινός σαν βοσκός στις άκρες της γης, σαν ο τελευταίος των όλων, γέρνει το πρόσωπό του στο πλάι καθώς ψάλλει. Το χιόνι πέφτει και του τρυπάει οδυνηρά το πρόσωπο σαν ριπές πολυβόλου και το κρύο του κοκκαλώνει τα χέρια που κρατάν το θυμιατό και το Βιβλίο του. Προσπαθεί να σταθεί δίπλα στο Ηρώο, τον βλέπεις και θαρρείς θα διπλωθεί.

Δεν ξέρω αν κι άλλος ένας, δεύτερος Πιστός παρευρισκόμενος, εκτός του αγαπημένου μου εξάδελφου Μιχάλη Δέσπα, έβγαλε κι άλλες φωτογραφίες απαθανατίζοντας την τελετή και -άθελά του- περνώντας στην αιωνιότητα, αυτή, την, κατά την φτωχή μου γνώμη, Υπέρτατη Στιγμή. Είναι, ό,τι πιο αγνό, πιο αγαθό κι αθώο, το πιο καθαρό μέσα στην ομίχλη της ώρας εκείνης και στην ομίχλη της ζωής μας, η πιο ταπεινή απόδοση Τιμής, ο πιο ‘Ενδοξος εορτασμός που μπορεί να τελεσθεί, χωρίς να <κολάσει> τις ψυχές του κόσμου, χωρίς να αποτραβήξει τα βλέμματα και τις σκέψεις τους από την Ουσία της στιγμής.

Είναι Μάθημα Ζωής απηλλαγμένο από κάθε ανθρώπινη ματαιοδοξία.

Παίρνω Όρκο, πως η Δέηση του Πατέρα Βασιλείου, πήρε αγκαλιά τις Σκέψεις καθενός, ξεχωριστά, των παρευρισκομένων Κλεισουριωτών, που τον αγκάλιαζε με τα μάτια του, συνέπασχε και συμβίωνε δίπλα του με σταυρωμένα τα χέρια σε στάση προσευχής, κι όλες μαζί, σαν Λύρες Αγγέλων, χώθηκαν μέσα στον αέρα και στ’ αδίστακτα του Μάρτη χιόνια, και φτάσανε ως στον Ουρανό κι εκεί, βρήκαν μία – μία τις Ψυχές των κεκοιμημένων Αγωνιστών και τις αγαλλίασαν.

Πατέρα Βασίλειε, (στο έχω, ταπεινά η ανάξια, ξαναευχηθεί) : Να σε προστατεύει η Παναγία για να μας δίνεις Μαθήματα.

Σε χρειαζόμαστε.

Βιβή Φαρσαλιώτου + Ιατρού