Μνημόνιο, μια γενιά μετά. (Γράφει ο Αργύρης Σακαλής)

/

Ένα από τα δημοφιλή γνωμικά που έχουν διαμορφώσει τον τρόπο που αντιλαμβάνομαστε την ιστορία είναι ότι αυτή «επαναλαμβάνεται την πρώτη φορά σαν τραγωδία και τη δεύτερη σαν φάρσα». Αν και αποδίδεται στο Μάρξ, έχει κατα καιρούς χρησιμοποιηθεί από διάφορους πολιτικούς χώρους ή ανθρώπους με φαινομενική ποικοιλομορφία πολιτικών απόψεων. Άλλωστε, το παρελθόν για κάποιους είναι «αναλάμπων φάρος», για κάποιους «ασφαλές λιμάνι», ενώ για κάποιους απλώς μια ιστορία που τους διηγήθηκε η προηγούμενη γενιά.

Αυτές τις μέρες συμπληρώνεται μια δεκαπενταετία από την προσφυγή της Ελλάδος στο μηχανισμό στήριξης των χωρών της Ευρωζώνης, οδηγώντας την χώρα στην σύναψη προγραμμάτων οικονομικής προσαρμογής, με παράλληλη συμμετοχή του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου. Στη καθομιλουμένη κυριάρχησε ο όρος «Μνημόνιο»,το οποίο «επιβλήθηκε» από τους «δανειστές» και το «Δ.Ν.Τ.». Εν πολλοίς, η στάση απέναντι στομνημόνιο αποτέλεσε τη διαχωριστική γραμμή γύρω από την οποία μετασχηματίστηκε η πολιτική και κοινωνική πραγματικότητα της δεκαετίας 2010-2020.

Έχουν χυθεί, κατά το προσφιλές λεγόμενο, τόνοι μελάνης για να εξηγήσουν πως και γιατί η χώρα έφτασε στο χείλος της άτακτης χρεοκοπίας το 2010, και τελικά στη συντεταγμένη της μορφή λίγα χρόνια αργότερα. Κόμματα και πολιτικοί σχηματισμοί προσπάθησαν να νοηματοδοτήσουν τη συλλογική αποτυχία με διαφορετικούς τρόπους, αναπόδραστα συσχετισμένους με τη θέση που κατείχαν ή επιθυμούσαν στην διακυβέρνηση της χώρας. Αυτές οι προσπάθειες στηρίχθηκαν πάνω σε θεμελιώδεις παραδοχέςγύρω από το λόγο ύπαρξης και την αναγκαιότητα του μνημονίου.

Για όσους αντιλαμβάνονταν τις συνέπειες μιας άτακτης χρεοκοπίας, ήταν εμφανές ότι διαχρονικές επιλογές του Ελληνικού κράτους σε συνδυασμό με τη δημοσιονομική κρίση της ελληνικής οικονομίας, εν μέσω της παγκόσμιας χρηματοοικονομικής κρίσης, οδήγησαν στην σύναψη δανειακών συμβάσεων μεταξύ της Ελλάδος και άλλων χωρών και διεθνών οργανισμών. Η εναλλακτική – που είχαν προεξοφλήσει οι «αγορές» του καπιταλισμού – ήταν η στάση πληρωμών, με αδυναμία επαρκούς χρηματοδότησης του κρατικού προϋπολογισμού, κάτι το οποίο έγινε μερικώς και σε βάθος χρόνουαντί να γίνει εν μια νυκτί. Με άλλα λόγια, το μνημόνιο, μια δανειακή σύμβαση μεταξύ χωρών και εκτός χρηματοπιστωτικών αγορών, ήταν απότοκος της (χρηματοπιστωτικής, δημοσιονομικής, εμπιστοσύνης) κρίσης στην οποία είχε περιέλθει η χώρα.

Στην άλλη μεριά της διαχωριστικής γραμμής, οικοδομήθηκε μια διαφορετική αφήγηση για τα πεπραγμένα της Ελληνικής πραγματικότητας. Σε αυτή την εκδοχή, ήταν ακριβώς οι δυνάμεις του διεθνούς κεφαλαίου που επέβαλλαν τους όρους δανεισμού στη χώρα, με σκοπό να αφαιμάξουν τις παραγωγικές πηγές και να διασώσουν τις εκτεθειμένες τράπεζες που είχαν επισφαλώς διογκώσει τις καταναλωτικές συνήθειες της προηγούμενης περιόδου, με σκοπό την εξαγορά της χώρας «μπίρ παρά». Συνεπώς, η δανειακή σύμβαση ήταν μια αποικιοκρατική παρέμβαση στα εσωτερικά της χώρας, εξαναγκάζοντας τις δωσιλογικές κυβερνήσεις να θυσιάσουν σαν πρόβατα επι τη σφαγή μισθούς και συντάξεις μιας εύρωστης οικονομίας, ενώ μπορούσαν να βρεθούν εναλλακτικές λύσεις – όπως η προσφυγή δανεισμού σε άλλες χώρες ή/και η επιστροφή στη δραχμή – που θα επέτρεπαν την ανάκαμψη της οικονομίας χωρίς περαιτέρω ταπείνωση. Το επιχείρημα ουσιαστικά ήταν πως η κρίση δεν δημιουργήθηκε από συνδυασμό προβλημάτων που αντανακλούσαν επιλογές και ιδιάζουσες συνθήκες, αλλά ήταν απότοκος του μνημονίου. Εν τέλει, αυτή η απόδραση από την πραγματικότητα της οικονομικής μας χρεοκοπίας, κωδικοποιήθηκε στην φράση «το μνημόνιο έφερε την κρίση».

Μετά από μια περίοδο έντονης πολιτικής και κοινωνικής αναταραχής, αυτή η διαφορετική αφήγηση απέκτησε ηγεμονικά χαρακτηριστικά που έδωσαν την κοινοβουλευτική πλειψηφία σε μια ετερόκλητη συμμαχία που ήταν αποφασισμένη να δοκιμάσει τα όρια αυτής της κωδικοποιημένης αυταπάτης. Ύστερα από μήνες αβέβαιων διαπραγματεύσευων, η σύγκρουση με την πραγματικότητα κορυφώθηκε με το δημοψήφισμα του 2015 και την «κωλοτούμπα» της αντι-μνημονιακής κυβέρνησης, θρυμματίζοντας τις ελπίδες όσων πίστευαν ότι «ένας άλλος δρόμος ήταν εφικτός». Η αντι-μνημονιακή κυβέρνηση εφήρμοσε ένα ακόμα πρόγραμμα προσαρμογής – το λεγόμενο Τρίτο Μνημόνιο – και σταδιακά εξαϋλώθηκε κάτω από το ιστορικό βάρος της ακύρωσης του πολιτικού της αφηγήματος.

Τα χρόνια πέρασαν, οι πολιτικοί συσχετισμοί άλλαξαν, όμως ο όρος «μνημόνιο» έχει αναπόδραστα καταγραφεί στο συλλογικό ασυνείδητο με εξαιρετικά μελανά χρώματα. Πρόσφατη έρευνα κοινής γνώμης δείχνει ότι η συντριπτική (87,9%) πλειοψηφία των ερωτηθέντων θεωρεί το μνημόνιο ως κάτι «κακό», πιθανά γιατί μέσα σε αυτό τοποθετεί όλα τα συμπαρομαρτούντα της οικονομικής κρίσης. Παραδόξως, αντίστοιχη πλειοψηφία (85,4%) θεωρεί τον εκσυγχρονισμό ως κάτι «καλό», παρότι αυτός έχει ταυτιστεί παλιότερα με την παράταξη που εφήρμοσε το πρώτο και δεύτερο πρόγραμμα προσαρμογής.

Αντιφατικές αναγνώσεις της πραγματικότητας πάντα θα υπάρχουν σε κάθε πολιτικό υποκείμενο. Το πρόβλημα είναι πως περασμένα βιώματα δείχνουν ανήμπορα να διδάξουν κάτι στον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε το συλλογικό μας γίγνεσθαι, οδηγώντας μας πάλι πίσω σε μια ανάγκη διαφυγής από την πραγματικότητα. Με τη δημοσκοπική εκτίναξη προσωπικοτήτων που οφείλουν την πολιτική τους καριέρα στην καλλιέργεια ψευδαισθήσεων και επιθετικών χαρακτηρισμών, το μόνο που χρειάζεται για την επαναφορά της φάρσας είναι μια κατακλυσμιαία αλλαγή των οικονομικών συνθηκών. Ευτυχώς χάρη στην παρουσία έμπειρων ηγετών στο τιμόνι της υπερατλαντικής υπερδύναμης, αυτό φαίνεται πως έχει αποφευχθεί οριστικά.

Ο Αργύρης Σακαλής έχει σπουδάσει Οικονομικά
Και είναι ερευνητής στο Durham University

Προηγούμενο Άρθρο

«Γελάνε και οι πέτρες»: Ο Πιέρρος Πατουχέας παρουσιάζει την πρώτη του σόλο stand-upcomedy παράσταση την Παρασκευή 2 Μαΐου στο Ολύμπιον House

Επόμενο Άρθρο

Υπογραφή Μνημονίου Συνεργασίας για την Ασφαλή Διαχείριση Επικίνδυνων Μολυσματικών Αιχμηρών Αποβλήτων (φωτο)

Τελευταία από ΑΠΟΨΕΙΣ