Ο Μικρός Ρoβινσώνας (Γράφει ο Σπύρος Νίτσας)

Το τελευταίο εκείνο καλοκαίρι ήταν σαν χύτρα ταχύτητας τόσο απότομο και ζεστό ήταν. Αν δεν προφυλαγόσουν από τον ήλιο πάει, γινόσουν ψητός. Ο Βελισάριος πίσω από τον μαονένιο μπάγκο του στεκόταν καχύποπτος με απλωμένη την μεγάλη κοιλιά πάνω. Κοντά του στεκόταν με μια αφηρημάδα η γυναίκα του. Μου έριξε μια   εξεταστική ματιά από το κεφάλι μέχρι τα νύχια, και μετά συμμάζεψε τα μάτια σαν φιδάκια στις κόχες τους να βγάλει συμπέρασμα. Τώρα με το ένα χέρι στην μασχάλη και με το άλλο στο μακρύ του πηγούνι διατηρούσε ακόμη τις επιφυλάξεις του. Ισορροπούσε μεταξύ του ναι και του όχι. Πώς να το κάνουμε είχε τις αμφιβολίες του. Την πραμάτεια του θα πουλούσα. Δηλαδή τα χύμα τσιγάρα έξω στους δρόμους.

Μου έσφιξε μετά με την χερούκλα του τα ποντίκια από τα μπράτσα μου και τα βρήκε πολύ μαλθακά σαν κλούβια αυγά. Αυτά που έδειχναν να είναι κρεμασμένα με κλωστές σαν μαριονέτες και αν κρατάω ακόμη λίγη αντοχή..

– Τσιγάρα θα πουλήσει το παιδί, του λέει η γυναίκα του ανταριασμένη, μια χοντρή κυρία με αγελαδίσιο βλέμμα. Δεν θα σπάζει σίδερα δεν είναι παλαιστής του είπε αρκετά οργισμένη μα   και πολύ προσιτή απέναντί μου. Και γελώντας λέει δεν θα τον νοικιάσεις για μποξέρ να δέρνει τον κόσμο στις πλατείες του τονίζει με την διακριτική της φωνή.

– Ναι, λέει αυτός με κάποιο σοβινιστικό σκαμπανέβασμα στην χροιά της φωνής του. Για πες μου, εσύ βρε έξυπνη. Αν χάσει τα τσιγάρα μου κάπου στον δρόμο, ποιος θα μου τα πληρώσει μετά εσύ; Και κουνάει το κεφάλι του πέρα δώθε σαν χαλασμένο ελατήριο.

– Όχι απαντάει στεγνά η γυναίκα του, που έφαγε την χυλόπιτα.

Μα συμμάζεψε με μια κίνηση το μπούστο της με τα χέρια που της είχαν πέσει χαμηλά και δεν ξαναμίλησε. Ο Βελισάριος μου έδειξε με λίγες βιαστικές κινήσεις ακριβείας με ποιόν τρόπο θα πουλάω τα χύμα τσιγάρα. Μία δεκάρα το ένα μου είπε ορθά κοφτά που δεν σήκωναν καμία αντίρρηση.

– Καλά του απάντησα χωρίς πολλές ερωτήσεις. Μα περισσότερο μου έκανε εντύπωση το καχύποπτο ύφος του που δεν μου είχε καμιά εμπιστοσύνη γιατί με θεωρούσε μικροσκοπικό. Φορτώθηκα στον λαιμό ένα νταβά γεμάτο τσιγάρα με ένα λουρί σαν σκυλί του Αγίου Βερνάρδου. Ντρεπόμουν. Κατέβηκα με άτολμα βήματα σαν κλέφτης κάτω στο παζάρι και με χίλιες δύο προφυλάξεις να μην με δει κανένα γνωστό μάτι και γίνω ρεντίκολο των σκυλιών.. Νόμιζα πως μόλις με αντικρίσουν θα μου φωνάξουν αλήτη κλέφτη απατεώνα. Και τότε θα χτυπούσε η καρδιά μου σαν γκαζάδικο και πώς θα με αποπάρουν όλοι.

Τότε το παζάρι γινόταν κάθε Δευτέρα και Παρασκευή στην πλατεία Βαν Φλιτ. Έπιανε όλο το πάρκο και μέχρι το περίπτερο της κυρά Πηνελόπης. Εκείνη που ήταν πάντα ντυμένη και φασκιωμένη με έναν αλπακά στους ώμους αφού κρύωνε και όταν έσκαγε ο τζίτζικας. Έμοιαζε καθολική καλογριά από κοντά που είχε δώσει τον όρκο της σιωπής. Στο παζάρι τότε συνάντησα και ένα άλλο παιδάκι της ηλικίας μου που πούλαγε διάφορα σπόρια σε ένα ψάθινο καλαθάκι. Είχε ατημέλητα μαύρα κατσαρά μαλλιά, τεράστια γαμψή μύτη σαν φλαμίγκος αδύνατα πόδια στο κοντό παντελονάκι και ένα μακρύ αλογίσιο πρόσωπο.

Έδειχνε άπλυτος με την τσίμπλα στα μάτια ακόμη. Με έκοψε για λίγο με το διαπεραστικό του βλέμμα και κάθισε δίπλα μου στο ίδιο παγκάκι ενώ άφησε και εκείνος την πραμάτεια να ξεκουραστεί. Το καλαθάκι του ήταν γεμάτο φακελάκια με αλμυρούς ηλιόσπορους κολοκυθόσπορους και φιστίκια. Με ζύγιασε για λίγο και εγώ έτρεμα σαν θυμωμένο στάχυ για την παρατηρητικότητα του.

– Καινούργιος είσαι στην αγορά μου είπε με την στριγκιά φωνή του. Μύριζε ολάκερος σαν μικρός ποντικός που κάνει μπάνιο στο φρεάτιο του κεντρικού υπόνομου.

– Ναι του λέω κοντόφωνα επιφυλακτικός ενώ κρατούσα σφιχτά το κιβωτιάκι στον λαιμό γεμάτο τσιγάρα.

– Θέλεις ρε μου λέει – με επιφύλαξη στα λόγια του και με ασπίδα την παλάμη του – να κάνουμε μια τράμπα και το χνώτο βρομούσε σκορδόψωμο.

– Τι είναι αυτό το (τράμπα) του λέω έκπληκτος με ορθάνοιχτα μάτια σαν να μου έβριζε την νονά μου.

– Να μου λέει ο αλανιάρης, θα σου δώσω ένα φακελάκι σπόρια εγώ και εσύ θα μου δώσεις πέντε τσιγάρα για να καπνίσω γιατί έχω μπαφιάσει όλη ημέρα και θα πλαντάξω.

– Και τι θα πω στο αφεντικό μετά του λέω ξαναμμένος και όλο έσφιγγα κοντά μου τον νταβά με τα τσιγάρα.. Και άμα τα μετρήσει του λέω σαν φοβισμένος ασβός τότε τι να του πω..

– Μην του λες τίποτε λέει αδιάφορα. Και έκανε μια αόριστη κίνηση με τους ώμους. Άφησέ τον στο σκοτάδι, αφεντικό είναι να πάει να πνιγεί. Και μην στεναχωριέσαι, θα βρει τον τρόπο του να σε κλέψει πάλι στα κέρδη σου μου είπε φανερά. .

– Μα αυτό είναι ατιμία του λέω. Μετά τον κοίταξα καλύτερα και του λέω. Μα εσύ δεν είσαι μικρός για να καπνίσεις από τα γεννοφάσκια σου δεν φοβάσαι την ζωή σου από την νικοτίνη. Με κοίταξε για λίγο για να με ζυγιάσει καλύτερα και αναρωτήθηκε αν ήμασταν από τον ίδιο πλανήτη.

– Τώρα μου λέει, κάτι μας είπες και εσύ.. Ξέρεις εγώ δεν χαμπαρίζω από κάτι τέτοια και δεν είμαι πρωτάρης στο κάπνισμα. Αλλά όπως φαίνετε είσαι πολύ κιοτής και σου πάει να, από το αφεντικό σου.

Και εκεί κάνει μια άγαρμπη κίνηση με το χέρι του που ντρέπομαι να την πω και έσκυψα το κεφάλι.. Με λοξοκοίταξε λίγο ακόμη να μην με ξεχάσει και σαν να μην του γέμισα το μάτι.

– Φίλε μου λέει μετά από λίγο. Να αλλάξεις επάγγελμα, δεν κάνεις εσύ για τέτοιες τζαμπάσικες δουλειές του δρόμου..

– Και τι δουλειά να κάνω του λέω, αυτήν βρήκα και αυτήν θα υπερασπιστώ για να βγάζω το ψωμί μου για την άρρωστη μάνα μου. Λες και τον ενδιέφερε εκείνον αν είχα η όχι άρρωστη μάνα.

– Οχ, μωρέ αδερφέ μου λέει βαρετά, σκέτη μανούρα είσαι. Κανείς δεν μπορεί να συνεννοηθεί μαζί σου. Σηκώθηκε αφού πήρε μαζί του το καλαθάκι του φωνάζοντας. Εκεί τέντωσε την φωνή του σαν αποτυχημένος τενόρος διαφημίζοντας ασταμάτητα την πραμάτεια του.

– (Σπόριγιε… εδώ το ψημένο και αλμυρό σπόροι – φιστίκι διαλαλούσε συνέχεια με την κουναβίσια φωνή του). Και άκουγα τον αντίλαλο στα αυτιά μου μέχρι που χάθηκε στον κόσμο. Τον κοίταξα για λίγο καθώς απομακρυνόταν και εγώ δύσπιστος αναρωτήθηκα. Μήπως τελικά είχε δίκιο αυτό το αλάνι. Μα στο τέλος δεν άλλαξα γνώμη και έμεινα πιστός στις ιδέες μου. Γιατί όπως έμαθα αργότερα η ακρίβεια είναι η αρετή των γνωμικών. Μα εγώ καιγόμουν γιατί τώρα το απόγευμα ήθελα οπωσδήποτε να πάω ψωμί στο σπίτι με τα κέρδη μου. Γιατί αν τον άκουγα θα ψοφούσαμε μαζί με την άρρωστη μάνα μου από την πείνα. Μετά από κάνα δίωρο είχα καταφέρει να πουλήσω αρκετά τσιγάρα. Με βλέπανε μικρό …συνεσταλμένο με λυπόταν περισσότερο και για αυτό αγόραζαν τα τσιγάρα μου. Κούνησα λίγο την τσέπη μου και άκουσα το κουδούνισμα από τα ψιλά που είχα μέσα και έμεινα ήσυχος.

– Ρε εσύ πιτσιρικά μου φωνάζει ένα γκαρσόνι η μάλλον ήταν το αφεντικό από το εστιατόριο (Κληματαριά). Τον φώναζαν Φίλιππα. Μόνο τσιγάρα πουλάς ;

– Ναι του λέω με τον νταβά περασμένο και κρεμασμένο στο λαιμό μου με το σκυλίσιο λουρί. Πάρε του λέω κανένα τσιγάρο σήμερα έκανα σεφτέ, θέλεις να αγοράσεις μερικά, μια δεκάρα το ένα κοστίζει.

– Θέλεις κάθε μεσημέρι μου λέει να κουβαλάς νερά στα τραπέζια για τους γουνεργάτες; Θα σε βολέψει καλύτερα όπως λέω εγώ.

– Και να αφήσω την σίγουρη δουλειά μου του λέω, μετά πως θα αγοράσω ψωμί για την μάνα μου.

– Όχι μου λέει χαμογελαστός, και είδα και ένα χρυσό δόντι να αστράφτει καθώς μίλαγε. Θα αφήσεις το κιβώτιο σου σε ένα τραπέζι και συνάμα θα κουβαλάς νερό με έναν δίσκο. Θα πουλάς βέβαια και τα τσιγάρα σου στους εργάτες. Οπότε θα τρως και εσύ το φαγάκι σου εδώ, θα πουλάς και τα τσιγάρα σου. Έτσι δεν θα ξεποδαριάζεσαι όλη την ημέρα εδώ και εκεί και σου πρηστούν τα πόδια. Αυτός ο άνθρωπος ήταν συμπονετικός και μόνο που δεν με πήραν τα κλάματα.

Στην αρχή είχα τις αμφιβολίες μου και ήμουν γεμάτος ενστάσεις. Μα μετά μου ταίριαζε. Δεν θα γύρναγα στους δρόμους σαν αλήτης με τα αλάνια του δρόμου. Θα είχα εδώ το μαγαζί μου μαζί και το κιβωτιάκι με τα τσιγάρα.. Θα έκανα και την υποδιαίστερη δουλειά μου. Και έτσι βρήκα μια άκρη από το τίποτε και σιγά – σιγά συνήθισα στο εστιατόριο.

Έτσι δεν αμφέβαλα για το παραμικρό μπροστά στην ωραία θέα της φύσης που κοίταζα κάθε ημέρα με μεγαλοπρέπεια Να βλέπεις ένα σορό μικρά παιδάκια να περνούν μπροστά από το εστιατόριο, και να χαλούν τον κόσμο με τις φωνούλες τους. Και οι μανάδες τους στο κατόπι κολλημένες δύο-δύο πιασμένες, αλαμπρατσέτα να κουτσομπολεύουν φιλάρεσκα. Να φορούν τα κοντομάνικα πουκάμισα μέσα στις ζέστες και να τα συνοδεύουν τσιρίζοντας και τραγουδώντας. Βιαστικοί άνθρωποι να τρέχουν στις δουλειές τους μα και άνθρωποι των γραμμάτων όλοι προβληματισμένοι πάνω στις ράγες της λογικής.. Άλλοι με τους χαρτοφύλακες στις μασχάλες νέοι ντυμένοι με μυστήρια κουστούμια . Πόσο τους ζήλευα και δεν χόρταινα να τους βλέπω και να τους χαζεύω. Βιαζόμουν να μεγαλώσω να γίνω και εγώ ένας σαν και αυτούς. Ο Βελισάριος με έλουζε με την ματιά του κάθε βράδυ μόλις γύριζα με την πραμάτεια πάντα πουλημένη στο μαγαζί του. Έδειχνε ανακουφισμένος κάτω από τα γυαλιά πρεσβυωπίας χωρίς να μιλάει. Η γυναίκα του η Αληκτώ τον κοίταζε χαρούμενη που ήταν όλα εντάξει με μένα.

– Πάρε μου έλεγε κάθε βράδυ δέκα δραχμές για σένα χαλάλι σου τα κέρδισες με το σπαθί σου. Μα δεν μου λες ρε πιτσιρικά σχολείο δεν πηγαίνεις εσύ.

– Ξεχνάτε κύριε Βελισάριε του λέω σαν ίσο προς ίσο τώρα πως έχουμε καλοκαίρι ακόμη δεν κοιτάς έξω που σκάει ο τζίτζικας.

Τότε τον άκουσα για πρώτη φορά να ξεκαρδίζεται στα γέλια με όλη την καρδιά του, μα μαζί του γέλαγε και η γυναίκα του η Αληκτώ μα και εγώ μαζί τους.

– Και δεν μου λες ρε δεν σε ρώτησα πως είναι το όνομα σου.

-Πυθωνάκος του λέω.

– Πάντως να με πάρει ο μπελάς γιατί σου πάει γάντι αυτό το όνομα. Ανάθεμα τον πατέρα σου που με έκανες να γελάσω τόσο πολύ απόψε. Τότε μάζευε την ελεύθερη κοιλιά του από τον μπάγκο και σοβαρευόταν αμέσως. Έτσι θα έκανα υπομονή μέχρι να μεγαλώσω και να πάρω τον φυσικό μου δρόμο. Σαν μεγάλωσα τότε σκέφτηκα πως όλα συμπίπτουν και είναι σκηνοθετημένα από την Θεία δύναμη. Το μυαλό μου πήγε στο πρόχειρο κασονάκι που ήταν ένας νταβάς που μαγειρεύεις με τα χίμα τσιγάρα του Βελισάριου και όλα είχαν μια τολμηρή γραφικότητα. Έτσι ας μην μολύνουμε ακόμη τα αγνά μας χείλη με μεγάλες κουβέντες. Γιατί όπως έλεγε και ο Κουέλιο πως όλη η φύση συνωμοτεί εναντίον μας, μα εγώ δεν το πιστεύω.

Προηγούμενο Άρθρο

Μιλώντας για την πολυπόθητη τουριστική ανάπτυξη, που όλο την καλούμε αλλά δεν έρχεται. Γιατί άραγε; (Γράφει η Σουλτάνα Ζορπίδου)

Επόμενο Άρθρο

Διανομή τροφίμων από το Δήμο Καστοριάς σε δικαιούχους του Προγράμματος “TEBA”

Τελευταία από ΑΠΟΨΕΙΣ