Ο Πλούτος στην Μυθολογία και την Κλασσική Γραμματεία (του Νίκου Δόικου)

κατηγορία : ΑΠΟΨΕΙΣ από

Ο πλούτος απασχολεί την Ελληνική Μυθολογία και αργότερα τους φιλόσοφους και τους δραματουργούς. Πάντοτε, κι ας προσεχθεί αυτό, με μια διάθεση να ταυτιστεί με το «κακό» ή με την «ύβριν».

Ενώ γίνεται ανεκτή η αξιοπρεπής ικανοποίηση τών βασικών αναγκών, δαιμονοποιείται ο πλούτος, ο άμετρος, ο υπερβολικός, η υπερ-  συσσώρευση.

Ο συλλέκτης πλούτου φαίνεται να γοητεύεται από την ατομική αναρρίχηση πάνω στους ώμους τής Κοινότητας. Επιδιώκει την διάκριση Από μιαν άποψη, καταστρατηγεί τους άγραφους νόμους, τα έθη της Κοινότητας, εκείνα που υμνούν τις αρετές της κοινοτικής ομοιοτροπίας.

Ίσως γι’αυτό και  ταυτίζεται με το κακό και την ύβρι. Πόσο μάλλον ο αμετροεπής πλούτος της σημερινής νεο-φιλελεύθερης υπερ-συσσώρευσης, που αθροίζεται σε βάρος πλέον, όχι τής κοινότητας ή τής κοινωνίας, αλλά ολόκληρου τού Πλανήτη.

Υπό αυτό το πρίσμα, θα έλεγα πως έχουμε σήμερα το προνόμιο να ζούμε σε μιαν εποχή όπου επιβεβαιώνονται οι μύθοι. Επικαιροποιούνται η αρχαία Αιγαιακή μυθολογία, μαζί με τον Αριστοτέλη, τον Αριστοφάνη και άλλους κορυφαίους τού στοχασμού και τής δραματουργίας.

Ο Μίδας , γιός του βασιλιά της Φρυγίας , είχε μιαν ιδιαίτερη κλίση στις υπερβολικές υλικές απολαύσεις και την συσσώρευση πλούτου.

Κάποτε ζήτησε από τον θεό Διόνυσο να τον κάμει πλουσιότερο, να τον ευλογήσει, μάλιστα, με το χάρισμα ό,τι θα πιάνει χρυσάφι να γίνεται.

Ο Διόνυσος δέχτηκε υπό έναν όρο. Για να πραγματωθεί η επιθυμία του Μίδα, έπρεπε να δεχτεί να μεγαλώσουν τα αυτιά του ώστε να μοιάζει με Σάτυρο.

Ο Μίδας συμφώνησε και, πράγματι, από εκείνη τη στιγμή ό,τι άγγιζε γινόταν χρυσάφι. Μόνο που χρυσάφι γινόταν και το φαί και το νερό του. Σύντομα κατάλαβε ότι κινδύνευε να πεθάνει από ασιτία και δίψα. Παρακάλεσε τότε πάλι τον Διόνυσο να πάρει πίσω την «ευλογία».Έτσι κι έγινε.

Του έμειναν όμως τα μεγάλα αυτιά. Ως τρόπαια τής ύβρεως και τής ανοησίας.

Άλλος ένας υπέροχος μύθος είναι αυτός τού Ερυσίχθονος.

Στην Κνιδία υπήρχε ένα ωραιότατο άλσος αφιερωμένο στη θεά Δήμητρα.

Ο βασιλιάς τής Θεσσαλίας Ερυσίχθων, παθιασμένος με την ανέγερση πολυτελών ανακτόρων, σκέφτηκε πως υλοτομώντας το άλσος τής θεάς θα εξασφάλιζε ξυλεία για πολλά παλάτια.

Ξεκίνησε λοιπόν με τους πιο δυνατούς υπηρέτες του να κόβουν ένα ένα τα πυκνόφυλλα δέντρα, με πρώτη μια πανύψηλη λεύκα, που καθώς σωριάζονταν στο χώμα έβγαλε ένα στεναγμό πόνου.

Η Δήμητρα και οι άλλοι θεοί ακούγοντας τον γογγυσμό τής λεύκας  ταράχτηκαν για τον χαμό τού αγαπημένου δέντρου τής θεάς. Εξοργισμένοι με το θράσος και την ασέβεια τού Ερυσίχθονος, που δεν δίστασε να καταστρέψει την αρμονία τής Φύσης, την αρμονία τού Κόσμου, για να χορτάσει την ματαιοδοξία του, αποφάσισαν να τον τιμωρήσουν να μην μπορεί να κορέσει την πείνα του. Να μην μπορεί να χορτάσει με τίποτα.

Και άρχισε ο δύσμοιρος να καταβροχθίζει τα πάντα. Κι όταν τέλειωσαν οι προμήθειες του παλατιού, άρχισε να τρώει τα ζώα του, ακόμα και τα αγαπημένα του θεσσαλικά άλογα, όμως η πείνα δεν έλεγε να υποχωρήσει.

Πούλησε ακόμα και την χαϊδεμένη του κόρη για να αγοράσει φαγώσιμα να κορέσει την βουλιμία του. Τίποτα. Το μαρτύριο συνεχιζόταν, έως ότου (κατά μια εκδοχή) ο Ερυσίχθων κατέφαγε τις σάρκες του.

Γοητευτικά αλληγορικός είναι και ο μύθος τής γέννησης τού θεού Πλούτου.

Στην Θήβα, στους γάμους τού Κάδμου και τής Αρμονίας, η θεά Δήμητρα και πάλι ( δεν είναι τυχαίο, πρόκειται για την θεά της Παραγωγής ) γνωρίζει και ερωτεύεται τον νεαρό Ιασίωνα.

Και οι δυο  ασυγκράτητοι από τον κεραυνοβόλο έρωτα εγκαταλείπουν την γαμήλια τελετή και, κάπου εκεί στα «τρισοργωμένα» χωράφια της Κρήτης, αφήνονται στο πάθος τής ερωτικής συνεύρεσης.

Όταν λασπωμένοι και αναμαλλιασμένοι επιστρέφουν στο γαμήλιο γλέντι, ο Δίας αντιλαμβάνεται αμέσως τι έγινε, εξοργίζεται με την Δήμητρα που παρέβη την εντολή του να μη σμίγουν οι θεοί με θνητούς και κεραυνοβολεί τον Ιασίωνα.

Καρπός αυτού τού έρωτα είναι ο θεός Πλούτος, αυτός που χαρίζει στους θνητούς την αφθονία τών αγαθών.

Τυφλός θεός, για να μη ξεχωρίζει τους δίκαιους, τους σοφούς και τους έντιμους από τους εκμεταλλευτές.

Τυφλό γέρο, φυλακισμένο από τους πλούσιους, για να τον χαίρονται μονάχα οι ίδιοι, τον βρίσκουμε και στην ομώνυμη κωμωδία τού Αριστοφάνη.

Ένας πανέξυπνος αγρότης ο Χρεμύλος, με την βοήθεια του υποτακτικού του ελευθερώνουν τον θεό, τον περιθάλπουν και τον βοηθούν να ξαναβρεί το φώς του.

Από εκείνη τη στιγμή, ο πλούτος αρχίζει πια να διανέμεται και στους δίκαιους, τους σοφούς και τους έντιμους.

Στην κωμωδία του Αριστοφάνη, θα μπορούσε να πει κανείς, έχουμε τον πρώτο γνωστό  στοχασμό περί αναδιανομής τού πλούτου.

Με τα θεμελιώδη ζητήματα τών σχέσεων  Ανθρώπου και Φύσης, με την παραγωγή και την συσσώρευση πλούτου, ήταν επόμενο να ασχοληθούν και οι μεγάλοι διδάσκαλοι-φιλόσοφοι.

Στα “Ηθικά Νικομάχεια”, ο Αριστοτέλης εξυμνεί  το μέτρο, «…κακόν το αμετροεπές» (κακή η υπερ-συσσώρευση) ακριβώς όπως και ο Πλάτων, πριν από αυτόν, θα γράψει στον «Φίληβο»,πως το μέτρο πρέπει να εξουσιάζει το αμετροεπές, το όριο να ελέγχει το απεριόριστο.

Και στο κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο ΙΘ 22-26 για τον «πλούσιο νέο» , χαράσσει ο Θεάνθρωπος τα θεμέλια της αντι-συσσωρευτικής κοινοτικής ομοιοτροπίας , της εν μέτρω κοινοτικής συμβίωσης , θεμέλια που αργότερα αναπτύσσονται σε ένα λαμπρό θεολογικό οικοδόμημα με την εξέλιξη της Ανατολικής Θεολογίας , λέγοντας «(23) αμήν λέγω υμίν ότι δυσκόλως πλούσιος εισελεύσεται εις την βασιλείαν των ουρανών.(24) Πάλιν δε λέγω υμίν , ευκολώτερόν εστι κάμηλον δια τρυπήματος ραφίδος διελθείν ή πλούσιον εις την βασιλείαν του Θεού εισελθείν».

Αλήθεια, όταν όλη η πνευματική κληρονομιά τού γένους μας, εννοώ τού γένους των Ανθρώπων, δαιμονοποιεί τον πλούτο, από πού ξεπηδά αυτή η προδιάθεση, το πάθος για περισσότερες υλικές απολαύσεις;

Θα έλεγα πως δεν πρόκειται ούτε για γονιδιακή προδιάθεση, ούτε για φυσική (νομοτελειακή) τάση προς τη συσσώρευση. Απλώς, η διάχυση μιας αντίληψης τού Μέτρου, μέσα στο κοινωνικό σώμα, σκόνταφτε πάντα και συνεχίζει να σκοντάφτει πάνω σε Συστήματα ισχυρότερα από τις ίδιες τις κοινωνίες. Πολιτικές και πλουτοκρατικές Ελίτ, απολυταρχικές γραφειοκρατίες και, σήμερα, μια δι-εθνική Ελίτ. Συστήματα που επιβάλουν τα δικά τους κυρίαρχα πολιτισμικά και οικονομικά (καταναλωτικά) μοντέλα.

Επιβάλουν την εικονική πραγματικότητα τού εύκολου πλουτισμού. Ενός πλουτισμού, που μας ξεχωρίζει από τους άλλους (έτσι νομίζουμε),που μας επιβεβαιώνει (έτσι αισθανόμαστε),που μας χαρίζει κοινωνική αναγνώριση, έτσι μας λένε όσοι, με κίβδηλα πρότυπα ζωής, κατόρθωσαν να εκθρέψουν και να γιγαντώσουν τις προσωπικές μας ανασφάλειες.

Η επιβεβαίωση τών μύθων αρχίζει ακριβώς εκεί που σταματάει η λογική. Τα μεγάλα αυτιά τού Μίδα, αναλλοίωτη σφραγίδα ντροπής, και η ακόρεστη πείνα τού Ερυσίχθονος, που τον οδηγεί στον αφανισμό, είναι τα καμπανάκια πριν από τον τελευταίο γύρο τού δρόμου ταχύτητας προς τη συλλογική  αυτοκαταστροφή .

Οι πολιτικές κοινωνίες του 21ου αιώνα θα μπορούσαν να αντιστρέψουν αυτήν την πορεία προς την αυτοκαταστροφή.

Είναι θέμα κοινωνικής εγρήγορσης και διαθεσιμότητας. Επαφίεται στην συνειδησιακή ωριμότητα και το αγωνιστικό μεράκι τού καθενός. Οι κοινωνίες άλλωστε αναγορεύουν τους εξουσιαστές ή τους λυτρωτές τους. Πάντοτε οι κοινωνίες.

Θυμηθείτε τον Edward R. Murrow …«societies of sheep soon beget governments of wolves». Κοινωνίες προβάτων γεννούν κυβερνήσεις λύκων.

Για πρώτη φορά στην διάρκεια τής Ιστορίας της Ανθρωπότητας η διλημματική διάκριση τίθεται τόσο αδυσώπητα. Επιβίωση ή βαρβαρότητα.

Ίσως γιατί ,για πρώτη φορά, η απειλή ολοκληρωτικής τυραννίας δεν περιορίζεται σε μεμονωμένες κρατικές οντότητες, γεγονός που θα δικαιολογούσε  ελπίδα απελευθέρωσης.

Το ενδεχόμενο του πολιτισμικού και οικονομικού ολοκληρωτισμού δεν περιορίζεται πλέον στα όρια μιας χώρας ή μιας αυτοκρατορίας, αλλά αφορά σε ολόκληρη την Πλανητική Κοινότητα.

Επιπλέον, γιατί εξίσου αδυσώπητα είναι τα μεγέθη και οι δείκτες τής πλανητικής ισορροπίας, καθώς έχουν ήδη προσεγγίσει την κόκκινη ζώνη επικινδυνότητας, το όριο τών μη αναστρέψιμων επιπτώσεων.