Η ζωή μέσα από τα ερείπια 2 | Περιμένοντας τον Νοικοκύρη (Γράφει η Βιβή Φαρσαλιώτου + Ιατρού)

κατηγορία : ΑΠΟΨΕΙΣ από

Με αυτήν την σκέψη, ο Φίλιππας Σαμανόπουλος δούλευε πολύ καιρό τώρα, με τα καρφιά ερειπωμένων αρχοντικών της Καστοριάς.

Το μέλημά του ήταν να αξιοποιήσει κάθε ικμάδα Ζωής που είχε ανακαλύψει στα ερείπια, στα υλικά γκρεμισμένων σπιτιών, κάτω από στέγες και μέσα σε τζάκια, να τα ταξινομήσει, να τα <παντρέψει> και να τα τοποθετήσει σε περασμένους αλλά πιο πρόσφατους χρόνους, με βασική αναφορά στην παιδική ηλικία και στην εφηβεία της γενιάς της δεκαετίας του 1980.

Έτσι, εμφύσησε πνοή στα σκουριασμένα χειροποίητα γυφτόκαρφα και αξιοποιώντας την υπομονετική και καρτερική τους πορεία από την συμβολή τους στην ανέγερση των αρχοντικών, προ αμνημονεύτων, θα πεις, ετών, μέχρι την τελική τους πτώση μέσα απ’ την πτώση των σπιτιών. Αυτό σημαίνει ότι, τα περήφανα ολόισια γερά και δυνατά καρφιά που φτιάχτηκαν ένα- ένα από ανθρώπινα χέρια με τα ελάχιστα τεχνικά μέσα που διέθεταν, κράτησαν όρθια τα σπίτια. Ώσπου, μέρα με τη μέρα, χρόνο με τον χρόνο, βροχή με το χιόνι και ήλιο με τον αέρα, με το Φευγιό των νοικοκυραίων και τη διασπορά των απογόνων στου ορίζοντα τα σημεία, με γέλια και με δάκρυα που πότιζαν τα θεμέλιά τους τρώγοντας τις σάρκες των σπιτιών, οι σκεπές, πρώτες, υποχωρούσαν κάτω απ’ το βάρος των χαρών και των πόνων, και, βυθιζόμενες στο κέντρο τους, λεηλατώντας των καρφιών και των στηριγμάτων τις αντιστάσεις, παρέσερναν στον Θάνατο, τα, άλλων καιρών, Αρχοντικά τούτης της δικής μας, της Μικρής κι Όμορφης πόλης. Στην πορεία αυτή απ’ τη Ζωή προς τον Θάνατο, τα καρφιά, έχαναν την κορμοστασιά τους και το καθένα, έπαιρνε την δική του, προσωπική μορφή. Γιατί, το καθένα, τον δικό του προσωπικό ρόλο κι ευθύνη επιτελούσε όλα τα χρόνια του. Συνεργατικά, συλλογικά και συνολικά ήταν αυτά που έχτιζαν ένα σπίτι.

Η μορφή με την οποία οδηγήθηκαν στην αιωνιότητα, είναι για το καθένα μοναδική. Ανάλογα με το βάρος που σήκωναν, ανάλογα με τη θέση που στήριζαν. Η υπόστασή τους δεν χάθηκε και δεν θα χαθεί, χάρη στον Φίλιππα Σαμανόπουλο.

Ο Φίλιππας Σαμανόπουλος, έχει το χάρισμα, όχι να φαντάζεται, αλλά να βλέπει και να διαβάζει ό,τι έχει να του πει κάθε ένα από τα χιλιάδες καρφιά που συνέλεξε και που διέσωσε, περνώντας τα στην, διά της Τέχνης του, αιωνιότητα.

Η κάθε σύνθεση που με πάθος πραγματικό δημιούργησε και με πάθος πραγματικό σου κοινωνεί και σε τούτη την Έκθεση, είναι εμπλουτισμένη με όσα ποταπά, σκωροφαγωμένα, σκουριασμένα, λιωμένα, λασπωμένα και βρώμικα απομεινάρια πρώην ακριβών, αγαπημένων, πλούσιων και χρήσιμων αντικειμένων συνάντησε μέσα στα ερείπια, στην προσπάθειά του να σώσει ό,τι για τους σημερινούς ανθρώπους είναι απάξιο και παντελώς άχρηστο. Τόσο πολύ, που μήτε τα ποντίκια θα το χρειαζόταν. Στην αγωνία του, να αναπαραστήσει και να περάσει στις επόμενες γενιές, εικόνες της καθημερινότητας από το κοντινό παρελθόν, συνταίριαξε αντικείμενα που απλοί συμπολίτες μας φύλαγαν με τις δικές τους σκονισμένες αναμνήσεις στα συρτάρια και στα πάνω- πάνω (ή στα κάτω- κάτω) σκονισμένα ράφια τους. Τα καρφιά του Φίλιππα, οι θαυμαστοί κι εύγλωττοι πρωταγωνιστές του , είναι σήμερα χαρούμενοι, γιατί, -άκουσαν- έρχεται ο Νοικοκύρης του σπιτιού. Κι ετοιμάζουν Γιορτή.

Και το αποτέλεσμα είναι και αυτήν την φορά, εκπληκτικό.

Μέχρι την τελευταία παράσταση, στην αρχή της Σκάλας που ξεδιπλώνεται μπροστά στο επόμενο βήμα σου, αυτό της αναγκαστικής αποχώρησης από τούτον τον Χώρο, όπου δεν θα φοβηθώ να πω ότι ιερουργείται Ιστορία, αυτή η παράσταση που παίρνεις μαζί σου μουδιασμένος από θαυμασμό, έκθαμβος, κινούμενος πάνω σε ένα σύννεφο αγαλλίασης και επικοινωνίας με γνωστούς –αγνώστους Συμπολίτες σου, είναι η Στιγμή κατά την οποία απομυθοποιούνται τα πάντα της δημιουργίας και προσγειώνονται στη σφαίρα της ουτοπίας.

Παίρνεις χαρά μεγάλη εκεί μέσα, στου Βέργουλα το Αρχοντικό τούτες τις μέρες. Σπάνιο πολύ είναι να νιώθεις συναισθήματα τόσης και τέτοιας Χαράς. Έχω την μεγάλη Τιμή να γνωρίζω κάθε προσπάθεια και κάθε πόνο του Φίλιππα για να την φέρει σε πέρας.

Δεν ξέρω αν είναι αυτό που, ύστερα απ’ την μεγάλη Χαρά που χόρτασα ή η βεβαιότητα κάθε ματαίου και το τέλος κάθε Ζωής, έγινε η αιτία να με περιτυλίξει το αδιόρατο συναίσθημα μιας λύπης, που ολημερίς την κουβαλώ.

Ένα Ευχαριστώ από καρδιάς, ΚΑΙ δημόσια θέλω να πω στον Φίλιππα. Για όλα. Φίλιππα, Τεχνίτη του Κάλλους, είσαι τυχερός, γιατί έχεις το χάρισμα να δίνεις αξία στα ελάχιστα. Και είσαι αυτάρκης.

ΥΓ. Δεν έχω κανένα κώλυμα να επαναλάβω αντιγράφοντας τον Επίλογο όσων πέρσι και με αφορμή την πρώτη Έκθεση του Φίλιππα είχα γράψει, γιατί, δεν έχει αλλάξει τίποτα στη σκέψη μου, απεναντίας, με την σταθερή στάση του και την βαθύτερη γνωριμία μου μαζί του, επιβεβαιώθηκα :

<Νιώθουμε όμορφα και για τη σεμνότητα του συμπολίτη μας, ακόμη ένα σπάνιο ζήτημα των ημερών μας, γεγονός που ανεβάζει το όλο εγχείρημα, πολύ υψηλά. Πραγματικά, νιώθω ελάχιστες τις λέξεις μου για να περιγράψω τούτο το επίτευγμα.

Επίσης, αισθάνομαι ότι, ούτε η φωτογραφία μπορεί να ανταποκριθεί στο μεγαλείο αυτό. Σίγουρα, μπορώ να βεβαιώσω ότι πρέπει κάθε καστοριανός να δει αυτήν την Εκθεση. Και κάθε επισκέπτης της Καστοριάς πρέπει να την δει, γι’ αυτό, φροντίστε την παράταση της διάρκειάς της, τουλάχιστον για το ερχόμενο διάστημα.

Και ακόμη πιο σίγουρα, μπορώ να πω, απευθυνόμενη προς κάθε υπεύθυνο της Πόλης μου, ότι ΟΦΕΙΛΕΙ να βρει έναν χώρο για να σταθεί μόνιμα η Εκθεση αυτή. (Ας πούμε, στο Αρχοντικό Τσιατσαπά. Ή όπου αλλού.) Δεν ξέρω το πώς , ξέρω όμως, ότι θα είναι η μέγιστη ντροπή για τις Αρχές αλλά και τους απλούς συμπολίτες μου (και για μένα φυσικά) , τα υλικά αυτά, ως καλλιτεχνικές υποστάσεις πλέον, να πεθάνουν για άλλη μια φορά, η έκθεση αυτή να αναγκαστεί να παραμείνει στην αφάνεια ή, πολύ χειρότερα, να την <πάρει> κάποιος ξένος τόπος. Γιατί, μα την Αλήθεια, καμία ξένη χώρα δεν θα της αρνιόταν μια θέση στον Πολιτισμό της.>

Φτάνει φάγαμε τα Παιδιά μας. Βαρυστομαχιάσαμε. Ας τα αφήσουμε να μας οδηγήσουν εκεί που από μόνοι μας δεν έχουμε ούτε τα φόντα ούτε τα προσόντα ούτε και τα κότσια να πάμε.

Βιβή Φαρσαλιώτου + Ιατρού