Για τα απρεμεντιά (Γράφει η Μαρούλα Βέργου Γκαμπέση)

Λένε πως ξεκινήσανε από την Γαλλία, μια και η λέξη (μεταλλαγμένη ελαφρά) θυμίζει την απογευματινή αντάμωση του γυναικείου φύλου, μεταξύ τυρού και αχλαδιού και ευχάριστης κουβέντας. Μπορεί μάλιστα να κάνει κανείς μια σκέψη μήπως όλα αυτά πρωτοδιοργανώθηκαν τις περασμένες εποχές, όταν στα παλάτια, οι κυρίες της αυλής συναντιόντουσαν σε μια μεγάλη αίθουσα και μ΄ ένα τρόπο έδειχναν τα ωραία φορέματά τους, την κόμμωση, τα κοσμήματα και την ικανότητα για επικοινωνία με νεαρότερες να κεντούν στον καμβά, λουλούδια, τοπία και σκηνές της καθημερινής ζωής. Οι συνήθειες αυτές κάπως αργότερα περάσανε στις γυναίκες της αστικής και μεσαίας τάξης (μετά τη γαλλική επανάσταση) κι έφθασαν αργότερα ως τα μέρη μας – νωρίτερα στην ελεύθερη Ελλάδα- και κατόπιν στις περιοχές που απελευθερώθηκαν μετά το 1912. Τσάϊ, πτι φούρ, κρουασάν, παντεσπάντι, ταξιδέψανε από βορρά προς νότον και οι γεύσεις κερδίσανε τον κόσμο μας , μια συνήθεια που άρεσε.

Σε προπολεμικές χρονιές τα πρεμεντιά ήταν πιο απλά και καθώς το περίεργο γυναικείο μάτι των προσκαλεσμένων κυριών τριγύριζε απ΄το ταβάνι ως το πάτωμα, η νοικοκυρά «έτρεμε» μην βρούνε καμιά παζίνα ξεχασμένη σε καμιά γωνιά της οροφής του σπιτιού…

Τα κεράσματα έρχονταν στον νταμπλά από το γλυκό του κουταλιού με το σιόλι, κι αφού το καλομελετούσανε πίνοντας με τα κρυστάλλινα ποτήρια που ήρθαν από την ξενητιά κι απ΄την κανάτα με το δροσερό νερό της στάμνας, σιγά σιγά ξεκινούσαν την κουβέντα. Ποια έλαβε γράμμα από τη Νέα Υόρκη, το Παρίσι, τη Λειψία, έως ότου φθάσει το κυρίως κέρασμα με τον καφέ, τους σαλιάρους, τα ισλί, την αρμιόπιτα, το παντεσπάντι… τσιουκαλάτα και λουκούμια… μπιμπλιά με σταφίδες.

Η ώρα για φαγητό πλησίαζε και καθώς χαιρετούσαν την κυρά του σπιτιού έκαμναν στη διαδρομή τα σχετικά σχόλια όλες τους, για τη νοικοκυρά, πεθερές, νύφες, συμπεθέρες, θείες, αξαδέρφες κι αντραδερφές έως συνιφάδες και μπαμπιά κοτσιανάτα…

Πίσω όμως από τις χαρούμενες συντροφιές λες και υπήρχε ένα αόρατο πέπλο που «έκρυβε» τα μικρά ή τα μεγάλα προβλήματα κι όσο υπήρχε το πρεμεντί με τα καλά του «ξαλάφρωναν» οι καλεσμένες από τη νοσηρή πραγματικότητα κι «έσβηνε» για λίγο μια στενοχώρια, μια κακιά κουβέντα, μια παρεξήγηση, ενώ οι νεώτερες κοπέλες αργοκεντούσαν και υπέμεναν με στωικότητα ν΄ ακούν τα ίδια και τα ίδια που παράδειχναν οι μάνες, οι θειές, οι γειτόνισσες, για το φαϊ, την γκαρούφα τους και τα σούσλια- σαλιάρους.

Υπήρχαν όμως ανάμεσά τους κάποιες κοπέλες που κουφόβραζεν το μέσα τους κι ας κρατούσαν το προφίλ της συνετής θυγατέρας, μαθημένης στα «πρέπει» και τα «μη», έχοντας το νου τους, μήπως κάποιος άγνωστος κι ωραίος περάσει τάχατες τυχαία, κάτω από το σπίτι , κι εκείνες κρυμένες πίσω απ΄ τον μπερντέ, να τον παρομοιάζουν με τον πρίγκηπα του παραμυθιού… σε ώρες που στο γραμμόφωνο ο δίσκος έπαιζε τραγούδια του Αττίκ για τις πονεμένες υπάρξεις.

«Πολλούς έχουν τρελάνει δυο μαύρα μάτια

πολλοί καταστραφήκαν για γαλανά

πολλές καρδιές τα γκρίζα κάναν κομμάτια

μα εγώ φοβάμαι τα καστανά…»

Κι ύστερα, ύστερα απ΄ όλα αυτά, φανήκανε τα σύννεφα του πολέμου και σκεπάσανε τον ουρανό μας, αφήνοντας το πένθος , τις απώλειες, κάποιους που δε γυρίσανε πίσω ποτέ.. ΄Εως ότου αποκατασταθεί πάλι ο κόσμος και γυρίσει ο τροχός, οι αναμνήσεις γιάτρεψαν πληγές, ο χρόνος που περνά είναι γιατρός… που σου δίνει τις ευκαιρίες να συνέλθεις ύστερα από τον βαρύ πόνο, το φορτίο σιγά σιγά λένε πως αλαφρώνει.

Τα απρεμεντιά στα μέσα της δεκαετίας του 60.

Τα ζήσαμε ως νεαρά κορίτσια, όταν ακόμη δεν είχαμε αποκτήσει πρωτοβουλίες, και πιανόμασταν από το ζωνάρι των μαμάδων μας, που στην κυριολεξία μας επέβαλαν να τις συνοδεύουμε στα απογευματινά καλέσματα. Μπαίναμε στο σαλόνι ή το καθημερινό κι ανταμώναμε μ΄ όλες τις καλεσμένες με τα ακριβά βραχιόλια και το πουδραρισμένο πρόσωπο.

Στο τραπέζι ήταν αραδιασμένα τα κεράσματα , και μετά τις πρώτες κουβέντες, ακούγονταν το πρώτο νέο για κάποιον αρραβώνα που έγινε και μετά, όλες απολαμβάναμε την παρέα, δοκιμάζοντας ότι είχε τοιμάσει η οικοδέσποινα. «Μπαίναμε» στον κόσμο των ενήλικων γυναικών, παρακολουθώντας εκτός από την περιποίηση, τα στρωμένα κεντήματα, τα πλεκτά με βελονάκι πετσετάκια, τα ευρωπαϊκά μπιμπελό με τον κόμη και την κόμισσα – ευγενείς περασμένης εποχής- να διακοσμούν τα σκρίνια και τα τραπεζάκια του δωματίου. Βέβαια το κέντρο του ενδιαφέροντος έπεφτε στις λαχταριστές πίτες, το σοκολατένιο μωσαϊκό, την κοπεγχάγη, την τούρτα ανανά που έμπαινε στα ελληνοκαστοριανά τραπέζια.

«Το κέρας τη Αμάλθειας» μέσα δεκαετίας του 60, χάριζε με την αφθονία του τ΄ αγαθά του , συνοδευόμενο με το βερμούτ, το κουμ κουάτ, δημοφιλή ποτά. Αυτά συνέβαιναν προς το τέλος της επίσκεψης, αφού είχαμε μάθει άλλα κι άλλα , για το πότε γέννησε η κόρη της Πηνελόπης, πότε θα γίνουν τα στεφανώματα της Αριάδνης και του Μενέλαου, και πότε θα έρχονταν με το πλοίο η οικογένεια του θείου Μπίλυ μετά των τέκνων ΄Ελεν και Τζίμυ.

«Τ΄ ανήσυχα νιάτα» που περάσανε κι απ΄ αυτό το στάδιο, φάνταζαν σαν ο μύγα μέσ’ στο γάλα» για τον κόσμο των μεγαλύτερων κυριών, σαν «ξένα» ή «ενοχλητικά»… που βρέθηκαν στο κάλεσμα, και η γνώμη τους διόλου δεν μετρούσε κι εμείς τότε ήμασταν στην αρχή ενός νέου κόσμου που μεγάλωσε στα θρανία κι έμαθε πως «η γη κινείται»… ή «τα πάντα ρει»… μαζί με τα μουσικά ακούσματα που άλλαζαν μαζί με πολλά άλλα τον τότε παλιό κόσμο.

Αυτά πάνω κάτω παρατηρούσαν τα δικά μας μάτια, όπως και κείνα τα περιστατικά που βγαίναν κι έβγαιναν σαν τις ασπρόμαυρες ελληνικές κωμικές ταινίες που βλέπουμε και ξαναβλέπουμε δίχως να βαρεθούμε , ήταν πως μέσ΄ στα πρεμεντιά πρώτο ρόλο είχαν κάποιες κυρίες περασμένης ηλικίας, αλλά διόλου «μπάμπες», άκακες, με σουσούμια και μεγαλεία, που «φανέρωναν» με τον τρόπο τους, κι επαινούσαν το καινούργιο σαλόνι ρυθμού «Λουδοβίκου»…Κρυφογελούσαμε εμείς τα μιχέγκια και εκείνες αγνοούσαν τα λάθη τους… τι σου κάνει αν το λου και το λα αλλάζουν θέση και κάνει τέτοια ζημιά… που δεν γίνεται όσο να πεις αντιληπτή…

Μετά την παγκόσμια κρίση του 2008… ήρθαν έτσι τα πράγματα που οι έως τότε συνήθειες «κόπηκαν», πολλά αλλάξανε, μαζί με τόσα άλλα παντού, η οικονομική κατάσταση επηρέασε αυτά που μέχρι τότε βίωνε και η δική μας κοινωνία.

Η ακμή και η παρακμή των πραγμάτων έχουν την αρχή και το τέλος τους, κι αν όλα δεν σβήσανε εντελώς, νιώθουμε πως και τα πρεμεντιά μπήκανε στα χρονοντούλαπα, όπως η Βεγγέρα, η βόλτα στο Τσαρσί, ο Κλήδωνας, οι βαρκάδες υπό το σεληνόφως και τόσα άλλα…

Απομένουν στη θύμησή μας. Οι απλές κυρές και γιαγιάδες που τις προλάβαμε να μας ρωτούν , σαν ήμασταν καλεσμένα στα σπίτια τους…

-Τι θέτε γιέ μου, να σας δώκω κανά μαξουλάρι να κάτσετε καλά στουν ουντά μας; Νύφη φέρε του γλυκό του ταζέδικο απού έκαμάμε… ιγώ του έφτιακα, ιψές, έλεγε και καμάρωνε η καλοσυνάτη γιαγιά…

(Η φωτογραφία από το βιβλίο της Ν.Α. Καστοριάς «Με το απλόχερο της γιαγιάς»)

Προηγούμενο Άρθρο

Όμορφη χιονισμένη Καστοριά. Κυριακή πρωΐ (σειρά φωτογραφιών)

Επόμενο Άρθρο

Κλειστά τα σχολεία από τη Δευτέρα 15 έως ΚΑΙ την Τετάρτη 17 Φεβρουαρίου 2021 στον Δήμο Αργους Ορεστικού

Τελευταία από ΑΠΟΨΕΙΣ