Ανοιξιάτικο Πανηγύρι στα 1959 (Γράφει η Μαρούλα Βέργου Γκαμπέση)

Μέσα στο ξανάνιωμα της φύσης, τα πολύχρωμα αγριολούλουδα, τον γαλανό ουρανό, τον ερχομό των χελιδονιών, έφθανε το Πάσχα…με τις παιδικές επιθυμίες νάχουν προτεραιότητα τα καινούρια παπούτσια και τη λαμπάδα της Ανάστασης…

Τόνιωθε κανείς αυτό το ξεχωριστό σκηνικό όπου πρωταγωνιστούσε η αυτού Μεγαλειότης ΄Ανοιξη και πως μαζί μ΄ όσα έφερνε εκείνη έκαναν ένα συμπληρωματικό και όλο αγάπη κόπο εκείνες οι νοικοκυρές που καθαρίζανε το σπίτι απ΄ την κορφή ως τον πάτο, για να πάρει την ανάσα του ύστερα από το χειμωνιάτικο ντεκόρ με τη σόμπα, τις στάχτες, τα βαριά παπλώματα, τον τραχανά,τα επανωφόρια και τα κιλίμια που θέλαν γερό τίναγμα.

΄Ανοιξη έφθανε στη γειτονιά μας με τα πάρκα στολισμένα με τα πρώτα ντελικάτα λουλούδια… και την προετοιμασία του πανηγυριού της Μεγάλης Πέμπτης ήτανε σε φάση δημιουργικότητας.

Οι οδοί ΄Αρτη, Ιουστινιανού, Ερμού, 11ης Νοεμβρίου βρίσκονταν σε οργασμό, με τα πράσινα λεωφορεία να κάνουν στάση μπρος στο σπίτι μας, να βγαίνουν οι επιβάτες από τα κοντινά χωριά, να ξεφορτώνουν από τις καρότσες αρνάκια ολοζώντανα που βέλαζαν, κοτούλες που κακάριζαν και πέτεινους που συνέχιζαν να ξεσηκώνουν όσους κοιμούνταν ακόμα. ΄Όλα αυτά πρωϊνές ώρες ανάμεσα στις 6.30 το πρωϊ και μετά, οπότε είτε είμασταν έξω από το καθημερινό είτε είμασταν μέσα ήταν τόσο δυνατά τα κορναρίσματα, οι φωνές των χωρικών και τα ζα που κουβαλούσαν ώστε να το ζούμε σ΄ όλο του το μεγαλείο.

Στου Κάρζια το φούρνο έφθαναν ταχιά – ταχιά οι σπανακόπιτες, συνήθεια πολύ παλιά, παραδοσιακή που τα πρόσφτα χρόνια έμαθα από την κυρία Αθανασία – Λαογράφο και μελετηρό πλάσμα – πως συνδέεται με το «πέρασμα των Εβραίων» από την Αίγυπτο στην Ιουδαία, στο Ισραήλ και φαίνεται να επηρέασε με την συμβίωση των εβραίων με τους χριστιανούς την κουζίνα μας, θυμίζοντας τα πικρά χόρτα που τους συντηρούσαν επι πολύ χρόνο στην έρημο όπου που και που βρίσκανε οάσεις και πράσινο.

Τα αλληλοδάνεια δίνουν και παίρνουν από παλιά. Το αυγό είναι πηγή ζωής. Διαφορετικός ο τρόπος της χριστιανικής πίστης με το βράσιμο από τον εβραϊκό με τα ψημένα αυγά στους φούρνους.

Τώρα κυκλοφορούν πολλά αυγά, ψεύτικα από φελιζόλ και άλλα από πορσελάνη ή πλαστικό και σοκολατένια, αλλά το αυγό το αληθινό δεν συγκρίνεται με κανένα. «πηγή ζωής» βρε παιδί μου… Το βάφεις και με τσέφλες από κρεμύδι ή κόκκινο με μπογιά του εμπορίου ή αν έχεις κέφια βρίσκεις τέμπερες, νερομπογιές, μαρκαδόρους και δημιουργείς ότι θες. Κάθε φορά που ακούμε για τα πανελλήνια έθιμα, όπου στα νησιά και την Κύπρο η φύση «ξυπνά» νωρίτερα, η παπαρούνα και το παντζάρι είναι αυτά που κοκκινίζουν τ΄ αυγά.Τα «ζηλεύει κανείς» για τα φυτικά χρώματα απ΄ ευθείας από τη γη να βάζει στην κατσαρόλα του άνθη και με το χρώμα αυτό να έχει δώσει χρώμα στα αυγά. Στου Κάρζια το φούρνο εκείνη τη μέρα Μεγάλη Πέμπτη κάποιες νοικοκυρές φέρνανε και τα τελευταία τσουρέκια ενώ το σύνηθες ήταν η μεγάλη Τρίτη ή η Μεγάλη Τετάρτη. Οπότε η μοσχοβολιά τους όλη εκείνη την περίοδο σκόρπιζε παντού ολόγυρα, ξέφευγε από το φουρνάδικο κι έσμιγε με το ανοιξιάτικο αεράκι τόσο αρμονικά.

Μ. Πέμπτη ή Πέφτη κι ο Χριστός ευρέθη, όπως το λέει μια παλιά ντόπια ρήση. Το να αναπαραστήσει κανείς με λέξεις ένα πανηγύρι μάλλον είναι μισή δουλειά. Αλλά τότε ούτε νουγούσαμε ούτε μέσα υπήρχαν για να το βιντεοσκοπήσεις και οι λιγοστοί φωτογράφοι είχαν άλλα θέματα στο νου τους. Με τα μάτια λοιπόν και το θυμητικό, όσοι τα θυμούνται αυτά, μπορούν να τα ξαναδούν στο προσωπικό τους λαπ τοπ (τον εγκέφαλο) όταν όλα παίζονται από καιρού εις καιρόν και είναι σαν να ξαναβλέπει κανείς λαογραφικά…ντοκυμαντέρ του παρελθόντος, όπως «Πάσχα στο χωριό»…ή «Κυριακή στο χωριό». Η Καστοριά βρίσκοταν σε κατάληψη. Παζουρλισμός από σούρλες, τρομπέτες, μπακακάκια, παπάκια από λεπτή λαμαρίνα χρωματισμένη και παιδάκια χέρι χέρι με τη μαμά ή τη γιαγιά να σεργιανούν βαστώντας στο άλλο χέρι ως να τελειώσει το γλυφιντζούρι, το μαλλί της γριάς , το σουσαμένιο κουλούρι…

– τι θα με πάρεις γιαγιά;

«ντουρνταμπάκ» μικρέ διάολε…»

Ξεσηκωμός από κυρές, κυράδες και κυρούλες που συνωστίζονταν στο πλήθος, με τα καλά του πανηγυριού, τα κεριά της Ανάστασης, οι τελευταίες ελιές, ο χαλβάς, τα κρουμιδούλια και ο άνηθος για την μαγειρίτσα, μια καινούρια κατσαρόλα, ένα καινούριο ζεύγος κάλτσες, ένα βρακί ζέρσεη, ένα φανελάκι, μια μαλάθα και άλλα, άλλα πολλά… από τεντζερέδες, τηγάνια, σινιά, μέχρι ποτήρια, κουτάλες κι άλλα είδη νοικοκυριού.

Δειλά δειλά έβλεπε κανείς τα «έτοιμα» από ρόμπες πρόχειρες για το σπίτι, ποδιές, μπλούζες, παντελόνια νάρχονται ραμμένα μετά το 1950…πολύς κόσμος ήταν εκεί όπως και εμείς ως παιδιά στα 1959… τα βιώναμε αφού οι γονείς ήδη τα είχαν στις επιλογές τους.

΄Όλα αυτά τα προϊόντα συνδιασμένα με τα τοπικά αγαθά της γης, φυτά ή ζωικό κεφάλαιο κατακλίζανε το χώρο αυτό ανάμεσα στα δύο πάρκα Βαν Φλήτ νυν πλατεία Ειρήνης και το κατοπινό των Μακεδονομάχων και τους δρόμους που ήταν τίγκα από εδώδιμα εποχιακά τα συνήθη των ημερών , κι όλα τα μπακάλικα νάναι γεμάτα κόσμο, από του Καρακάση, του Δάλλα, του Χάμπου και του Χήτα του Μίκη που μας έλεγε «ζαγάρια».

Μα το πιο εντυπωσιακό, το πιο φανταχτερό κομμάτι του πανηγυριού ήταν το νυφοπάζαρο… να το βλέπεις και να παρατηρείς, τα νεαρά , πανέμορφα, λυγερά κορίτσια των χωριών, να φορούνε τις παραδοσιακές τους φορεσιές, το λευκό κεφαλομάντηλο πλεγμένο ολόγυρα με ασημένιες πέρλες ή λευκές χάντρες, παπούτσια χειροποίητα με κορδόνι δεμένα, κάλτσες κεντημένες χειροποίητες και ποδιά επίσης. Και φόρεμα σε χρώμα δυνατό ροζ με μια μαύρη φάσα βελούδου στο τελείωμα.

Τρία τρία σαν φιλενάδες πιανόντουσαν αγκαζέ ενώ πίσω τους βρίσκονταν το «βαρύ πυροβολικό» – ένα μέρος από το σόϊ που τα συνόδευε. Βαμμένα με φτιασίδι, δυνατό κόκκινο κραγιόν και το φρύδι ζωγραφιστό φάνταζαν στα μάτια μας σαν νεραϊδοκόριτσα που ξάφνου εγκατέλειψαν τα γάργαρα νερά και τα σκιερά δάση κάνοντας ένα διάλλειμα από την κανονική τους μέρα… Σίγουρα κάποια μάτια αντρίκια θα τις βλέπανε και θα ρωτούσαν

– ποιανού είναι αυτή η τσιούπρα;

Και οι προξενητάδες και οι προξενήτρες έτρεχαν μετά να κανονίσουν να βρεθούν με τους γονέους της να την πούνε ποιος την παραμάτιασε και να βάλουν και ένα χεράκι «στο τράχωμα» κι αν όλα πήγαιναν καλά να δώσουν απάντηση στον προξενητή, που θα μετέφερε … στον υποψήφιο τις βασικές πληροφορίες, ώστε να υπάρχει εξέλιξη για κάτι ευχάριστο και σοβαρό…

Εμείς είμασταν παιδιά, περνούσαμε «τα καλύτερα μας χρόνια» παίζοντας κουτσουντάκι, μπίλιες, κυνηγητό, κρυφτό, γκουργκουλάκια. Αλλά όπως συμβαίνει πάντα στο παιδικό μυαλό ακούγαμε κάτι που μας εντυπωσίαζε και για καιρό έμενε ανερμήνευτο.

– Τα μάθατε; Μας είπε μια μέρα η΄Αρτεμις (ήταν σ΄ όλα μέσα) η Αργυρώ από δω και μετά μπορεί να κάνει μωρό!

Μαζί με την Αρτεμη τ΄ αστραφτερό μυαλό ήταν κι ο Ρούλης, ένα ξανθό λεπτό και ζωηρό παιδί που έκανε γκριμάτσες την ώρα του μαθήματος μόλις ο δάσκαλος έγραφε με την κιμωλία στον πίνακα, ενώ σ΄ ένα άλλο σχολείο το πρώτο ο Καλλίνικος μονίμως είχε το ένα μάτι κλειστό ούτως ώστε αν ένα κορίτσι-μαθήτρια- γύριζε για λίγο κοιτώντας πίσω το αγόρι αυτό μισόκλεινε πονηρά το μάτι…Οι μικρές αυτές ιστορίες σημάδεψαν «τα καλύτερά μας χρόνια» όπως…

Το παλιόπαιδο μου πήρε από τη τσάντα τη φέτα μου και το τυρί. Πήγα στη δασκάλα του τράβηξε το αυτί αλλά εκείνο έκανε μετά τα χειρότερα… με έφτυσε και τόσκασε σαν κλέφτης…

Από μικρός ο Παύλος μας… έψαχνε και ερευνούσε. ΄Ετσι μια μέρα πήρε μια σύριγγα (είχε νουνά την κόρη του Φαρμακοποιού Παπία) είχε πρόσβαση το παιδί, τη γέμισε πετρέλαιο κι έκανε την πρώτη του εφαρμογή στον κούρκο που είχε φέρει ο Δημητρός ο πατέρας του και βόσκαγε στον κήπο. ΄Όταν με τον καιρό έσφαξαν τη γαλοπούλα, με την πρώτη πηρουνιά το ψητό κρέας έφερνε γεύση πετρελαίου… Φυσικά ο Παύλος έκανε την «πάπια» γιατί ήξερε καλά πως αν το μαρτυρούσε θα έπιπτε η αγία ράβδος…

Βγήκαμε κι εμείς στο πανηγύρι για θελήματα την ΄Ανοιξη του 1959 με τις κόκκινες φλοκάτες κρεμασμένες στα μπαλκόνια. Ζώντας μέσα στο νηστήσιμο πρόγραμμα των ημερών με χαλβά, αλάδωτα, ψωμί κι ελιά… και με το όνειρο… να μας αγοράσουν οι δικοί μας παπούτσια, πέδιλα από το παναήρι ,που παλιά ήταν μια γιορτή αρχαία – μάλλον γιορτή των ανθεστηρίων κι όπως καταλαβαίνουμε αυτά συνέβαιναν «μεταξύ αρχαιότητας και ορθοδοξίας» και που συνδιάστηκαν με την πάροδο του χρόνου αρμονικά σε ώρες Ανάστασης… ανθοφορίας ΄Ανοιξης…και τους εμπόρους των ΕΘΝΩΝ…που κατέφθαναν οσονούπω…

Προηγούμενο Άρθρο

ΠΔΜ: Νέα καταληκτική προθεσμία υποβολής των αιτήσεων χρηματοδότηση για την ενεργειακή απόδοση των δημοσίων κτιρίων η 31-5-2021

Επόμενο Άρθρο

27η Απριλίου 1941: Η Αθήνα στα χέρια των Ναζί

Τελευταία από ΑΠΟΨΕΙΣ