Άγιος Βασίλης έρχεται από την Καισαρεία (Γράφει η Μαρούλα Βέργου Γκαμπέση)

Τα πρωτομαθαίναμε από μικρούλια, πως την παραμονή της Πρωτοχρονιάς, ο ΄Αη Βασίλης θα έκανε το πέρασμά του από πόλεις και χωριά, οπότε θα έφθανε οπωσδήποτε κι ως την πόρτα του σπιτιού μας, για να μας μοιράσει τα δώρα του- μια κουκλίτσα, ένα κουτί μολυβένια στρατιωτάκια, ένα τραινάκι, ένα παραμύθι, τα πιο δημοφιλή τότε δωράκια για τα παιδιά…

Παραμονή νύχτα 31 Δεκεμβρίου η οικογενειακή βεγγέρα γίνονταν στο σπίτι μας. Καθώς μας είχε μισοπάρει ο ύπνος πάνω στα ντιβάνια με τις κατακόκκινες βελέντζες, ένα από τα συγγενικά πρόσωπα, ένας θείος, ένα παλληκάρι, στην ανάγκη μια στρουμπουλή θείτσα, φορούσανε κάτι κοκκινωπό, έβαζαν μπόλικο μπαμπάκι στο πρόσωπο, ένα σκούφο – σαν σαρίκι – από κόκκινο πανί και ύστερα χτυπούσαν δυνατά το τσιουκαλίδι της εξώπορτας.

– ααα έκαναν οι τρανοί, ποιος νάναι τέτοια ώρα;

– ο ΄Αη Βασίλης… ξεφωνίζαμε όλα και τον περιμέναμε να χτυπήσει και την πόρτα του χειμωνιάτικου όπου είμασταν αρκετοί από το σόϊ.

Από το τρανό τσουβάλι – που μαζεύαμε τις πατάτες – και κείνη την ώρα ήταν χρήσιμο, έβγαζε ένα ένα τα παιχνίδια.

– Αυτό για τον Κουτσιούλη και αυτό για τον άλλο τον Κουτσιούλη, κι αυτό για την Εύη και τ΄ άλλα δυο για τον Σάκη και τον Ντίνο, ω ω ω έχω και για τον Παντελή και τον Βαγγελάκη α α α και την Κώτσιενα (ήταν το παρατσούκλι μου).

Χαρούμενα εμείς, αγουροξυπνημένα, χωρίς πολλά πολλά παίρναμε το δώρο (που προηγουμένως είχανε αγοράσει οι δικοί μας) και κοιμόμασταν ευχαριστημένα αγκαλιά μαζί τους, πάνω στις κόκκινες φλοκάτες και με τη σόμπα να τρώει τα καυσόξυλα…

Η βεγγέρα συνεχίζονταν με κρασάκι, σπιτικά λουκάνικα και την αλμυρή βασιλόπιτα με 8 περίπου νομίσματα, επίτηδες τοποθετημένα για τον καθένα…

Καθώς μεγαλώναμε αρχίζαμε να αμφιβάλλουμε για το πέρασμα του Αγίου και όποια ήταν μικρότερά μας, τα βάζαμε σε δοκιμασία, λέγοντάς τα πως όλα αυτά ήταν σχέδια των μεγάλων και πως πίσω από την κόκκινη ρόμπα κρύβονταν κάποιος σπιτικός… Κατά βάθος και μεις δεν θέλαμε να ήταν ένα ψέμα όλο αυτό το σκηνικό, διότι επιθυμούσαμε να είναι έτσι όπως τον περιγράφανε τα παραμύθια και τον βλέπαμε στις αμερικάνικες γιορταστικές ευχετήριες κάρτες που κατέφθαναν από την Αμερική και τον Καναδά, οδηγώντας το έλκηθρό του, με τα γοργοπόδαρα ελαφάκια και κείνον στρουμπουλό με κόκκινη φορεσιά, με λευκή γούνινη γαρνιτούρα, με τις μαύρες μπότες λουστρίνι, γυαλιά στρογγυλά στα γεροντικά και αθώα του μάτια και τα δώρα του φυσικά!

Το γεγονός ότι έτρεχε με ταχύτητα φωτός να προλάβει κάθε παιδί στον πλανήτη κι ότι με την άμαξά του αλώνιζε το ουράνιο στερέωμα, αυτό και μόνον μας μάγευε, μας γοήτευε, καθώς τον βλέπαμε πλέον και στο «βιού – μάστερ» να προφταίνει να μοιράζει δώρα παντού.

Στη συνέχεια μεγαλώσαμε κάτι παραπάνω κι ως ενήλικες σχεδιάζαμε τα ίδια για τα παιδιά μας. Δεν κράτησε πολύ κι έτσι μια πρωτοχρονιά μας είπανε πως δεν υπάρχει ΄Αη Βασίλης. Μας φαίνονταν δύσκολο να συμφωνήσουμε και να πούμε στα ίσια… το … και το…

Στα χρόνια της ενηλικίωσης, κάπου η ματιά μας στάθηκε σ΄ ένα νέο που μας ξάφνιασε… και τόλεγαν στην τηλεόραση, στο ραδιόφωνο, στις εφημερίδες των γιορτινών ωρών, πως όλη αυτή η ιστορία με τον Santa clauss ήταν μια πρωτότυπη ιδέα της «κόκκα κόλα» κι ότι η εταιρεία αυτή ήταν που έπεισε τόσα παιδάκια – και τα πείθει ακόμη – πως έφτανε στα σπίτια μας, κατέβαινε από την καπνοδόχο (κι απορούσαμε πως δεν λερώνονταν από τις στάχτες)…

Τώρα που τράνεψάμε κι άλλο μάθαμε πως ο ΄Αγιος Βασίλης μένει σ΄ ένα βορεινό Σκανδιναβικό χωριό, βαθιά χωμένο στο χιόνι, με τα έλατα στολισμένα με φωτάκια και το βόρειο Σέλας να κάνει του κόσμου τις ζωγραφιές στον χειμωνιάτικο ουρανό και να περιμένει τον παιδόκοσμο εκεί…

Τελικά τι συνέβη… και πως από την Καισαρεία βρέθηκε τόσο βόρεια – ένα τσιγάρο δρόμος – από τον αρκτικό κύκλο; Πότε έγινε η μετακόμιση;

Μα τι σου κάνουν τέλος πάντων αυτοί οι δαιμόνιοι στις μπίζνες «οι έμποροι των εθνών» όταν είναι για το χρήμα!… και τώρα πιο εύκολα πια ακούει κανείς το τραγούδι «Santa clauss is coming to town» παρά το

«΄Αγιος Βασίλης έρχεται από την Καισαρεία

βαστά εικόνα και χαρτί

χαρτί και καλαμάρι

το καλαμάρι έγραφε

και το χαρτί μιλούσε

Βασίλη πόθεν έρχεσαι

και πόθεν κατεβαίνεις;

κάτσε να φας

κάτσε να πιείς

κάτσε να τραγουδήσεις

Εγώ τραγούδια δεν ξέρω

μον΄ ξέρω την άλφα βήτα

Άλφα βη, άλφα βήτα, κόψε πίτα…»

Αιώνες πριν και κατά την λαϊκή παράδοση ο ΄Αη Βασίλης έπεισε τον τούρκο έπαρχο να δώσει πίσω στον χριστιανικό πληθυσμό τα χρυσά κοσμήματα που είχε πάρει σαν φόρο. Ως επίσκοπος Καισαρείας, επέστρεψε τα πολύτιμα τιμαλφή σ΄ όλους με τον εξής απλό τρόπο. Ψήθηκαν μικρά πλακούντια (πίτες) και μέσα σε κάθε πίτα υπήρχε και ένα χρυσαφικό. Γι αυτό κι εμείς ύστερα από 1650 χρόνια… και μετά, συνεχίζουμε να τοποθετούμε ένα νόμισμα στην πίτα της πρωτοχρονιάς.

Κατά τον συγγραφέα και αγιογράφο Φώτη Κόντογλου, ο άγιος την παραμονή της γιορτής του, φιλοξενείται στο πιο φτωχικό νοικοκυριό κι εκεί μοιράζεται με τους σπιτικούς την πίτα με την ευλογία Του και την καλοσύνη Του.

(Δεν νοιάζεται διόλου για τα φανταχτερά ρεβεγιόν, τους ολόφωτους πολυελαίους, το αστραφτερό ντύσιμο,τα γκουρμέ γεύματα).

Απόσπασμα από το διήγημα του Φώτη Κόντογλου «Το βλογημένο μαντρί» :

«Επιστρέφουμε πριν το 379 μ.χ. ανταμώνοντας τον ΄Αγιο να βρίσκει φιλοξενία στο σπίτι του Γιάννη και της Γιάνναινας. Κι ο γέροντας (ο Άη Βασίλης) είπε το «Θεός Κύριος» και τ΄ απολυτίκιο της Περιτομής «Μορφήν αναλλοιώτως ανθρωπίνην προσέλαβες», χωρίς να πει και το δικό του τ΄απολυτίκιο που λέγει: «εις πάσαν την γην εξήλθεν ο φθόγγος σου». ΄Εψελνε γλυκά και ταπεινά κι ο Γιάννης και η Γιάνναινα τον ακούγανε με κατάνυξη και κάνανε το σταυρό τους. Και είπε ο ΄Αγιος Βασίλης τον όρθρο και τον κανόνα της εορτής «Δεύτε λαοί άσωμεν» χωρίς να πει τον δικό του κανόνα «Σου την φωνήν έδει παρείναι Βασίλειε».

΄Υστερα έκοψε πολλά κομμάτια πίτα και σε κάθε ένα που έκοβε έλεγε… «της νοικοκυράς», «του μωρού», «του δούλου του Θεού Μάρκου», «του σπιτιού», «των ζωντανών», «των φτωχών».

Λέγει πάλι ο Γιάννης στον ΄Αγιο. «Γέροντα γιατί δεν έκοψες για την αγιοσύνη σου;». Του λέγε ο ΄Αγιος. «έκοψα ευλογημένε». Μα ο Γιάννης δεν κατάλαβε τίποτα ο καλότυχος.

΄Εστρωσε η γυναίκα για να κοιμηθούνε. Σηκωθήκανε να κάνουνε τη προσευχή τους. Ο ΄Αγιος Βασίλης άνοιξε τις απαλάμες του και είπε την δική του την ευχή, που τη λέγει ο παππάς στη λειτουργία: «Κύριος ο Θεός μου οίδα ότι ουκ ειμί άξιος ουδέ ικανός, ίνα υπο την στέγην εισέλθεις του οίκου»

ΑΓΙΟΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΚΑΙΣΑΡΕΙΑΣ

Ο πιο δημοφιλής ΄Αγιος 330-379 μ.χ. σπούδασε στην Κωνσταντινούπολη και την Αθήνα, μετέχοντας στην ελληνική κλασσική παιδεία. Μαζί με την θεολογική μόρφωση που απέκτησε πέτυχε να ενώσει πολλούς επισκόπους σε κοινή στάση έναντι των αιρέσεων, παρουσίασε σημαντικό συγγραφικό έργο και διέθεσε την περιουσία του σε φιλανθρωπικά ιδρύματα είναι δε ένας εκ των τριών ιεραρχών. (εγκυκλοπαίδεια ΔΟΜΗ).

΄Ωρα για να ευχηθούμε με πολλή αγάπη και εκτίμηση στους αναγνώστες της «ΦΩΝΗΣ» νάρθει ο νέος χρόνος με το καλό, και να φέρει υγεία σ΄ όλο τον κόσμο, επιστροφή στην καθημερινότητα που στερηθήκαμε μαζί και τα αγαπημένα μας πρόσωπα.

Προηγούμενο Άρθρο

2020: Ένας ανελέητος χρόνος έφθασε στο τέλος του

Επόμενο Άρθρο

Γάλα βλάχας – Χρονογράφημα (Γράφει ο Σπύρος Νίτσας)

Τελευταία από ΑΠΟΨΕΙΣ