Η πόλη κοιμόταν. Όλοι οι δρόμοι ήταν ακόμα τυλιγμένοι σε έναν τοπάζινο λήθαργο από τη νυχτερινή δροσιά. Όλα τα φανάρια ζωγράφιζαν μια μυστηριακή λεωφόρο, άδεια από αυτοκίνητα, καθώς όλοι οι άνθρωποι τίναζαν από πάνω τους τα όνειρα.
«Ξύπνα, υπναρού!», ακούστηκε επιτακτικά η φωνή της γιαγιάς Αλπίνας.
Την άκουγα στον μισοΰπνο μου ενώ γύριζα πλευρό, ανακουφισμένη πως δε θα με ξαναενοχλήσει. Ο Κόσμο, το σκυλάκι της γιαγιάς, συμπεριφερόταν πάντα σαν δεσμοφύλακας. Με ζύγωσε δύσπιστος και συγκρατημένος. Ήρθε να μου δώσει το τελικό ξύπνημα μ’ ένα φιλί. Τον μάλωσα φιλικά για να μην τον κακοκαρδίσω, με μια αόρατη κίνηση του χεριού μου. Σηκώθηκα. Η γιαγιά μου είχε γίνει νυχτοπούλι. Φιδογύριζε όλη νύχτα με μια περιφρονητική γκριμάτσα. Έφερνε θλιβερές σκέψεις στο μυαλό της από τη στιγμή που κατάλαβε ότι θα έχανε το αγαπημένο της σκυλί.
Για εκείνη, ο Κόσμο δεν ήταν απλώς ένας σκύλος· ήταν ένα ολόκληρο κεφάλαιο της ζωής της. Tο οξυγόνο της. Ξυπνούσε από τα μαύρα χαράματα, μετά το κακό νέο, μ’ ένα φλιτζάνι καφέ στα χέρια. Καθόταν στο Προπύργιο –όπως αποκαλούσε τη σοφίτα της– και περίμενε το αναπάντεχο. Ήταν συγγραφέας μυθιστορημάτων. Από εκεί πάνω αγνάντευε όλα τα πλεούμενα καράβια που αρμένιζαν στον στενό κόλπο της Κορονίδας. Είχε πιεστεί πολύ τον τελευταίο καιρό από τον εκδότη της. Μα το κακό είχε παραγίνει. Ήθελε σώνει και καλά να βρίσκομαι κι εγώ δίπλα της. Το παραδέχομαι, ήμουν υπναρού· και αυτό με συνόδευε από τη στιγμή που με υιοθέτησε.
Η γιαγιά, στα νιάτα της όταν ήταν σαν “ανθός της ερήμου”, είχε ερωτευτεί έναν αξιωματικό του ναυτικού που ήταν φαροφύλακας. Ο φάρος βρισκόταν λίγο πιο πάνω στην κορυφή του λόφου. Ο άντρας αυτός δεν έζησε πολύ· ήταν άτυχος. Η γιαγιά περιμάζεψε εμένα στο σπίτι, επειδή ήμουν εγγονή του παππού από τον πρώτο του γάμο. Εγώ θα τη βοηθούσα, αφού ήταν ανάπηρη, κι εκείνη θα με προίκιζε – έτσι έλεγε – και θα ¨λάδωνε και το δικό μου αντεράκι¨. Όσο ζούσαμε μαζί, η ζωή είχε έναν δικό της μαγεμένο ρυθμό. Η ίδια, περνούσε πολλές ώρες σε εκείνη τη σοφίτα, που ήταν λουσμένη στο χαλκόχρωμο φως, παρατηρώντας από ψηλά τη φουρτουνιασμένη θάλασσα, που την ενέπνεε. Καθόταν μπροστά στη γραφομηχανή της περιμένοντας. «Γιαγιά, τι περιμένεις;», τη ρωτούσα. Δεν απαντούσε· παρά μόνο μελαγχολούσε για τον Κόσμο και βυθιζόταν όλο και περισσότερο στις θλιβερές της σκέψεις.
Ο Κόσμο ήταν πια, η μόνη της συντροφιά. Τα μεγάλα γαλάζια μάτια του έλαμπαν στο μισοσκόταδο σαν κίτρινοι προβολείς ομίχλης. Φαινόταν να έχει αποκτήσει ανθρώπινα συναισθήματα που δεν μπορούσε να εκφράσει· σα να καταλάβαινε πως πλησίαζε το τέλος του. Όταν ο κτηνίατρος είπε πως πρέπει να του κάνουν ευθανασία λόγω της λύσσας, η γιαγιά αρνήθηκε να δεχτεί την ιδέα. Η κατάσταση όμως συνέχισε να επιδεινώνεται.. Τις δύο τελευταίες μέρες είχαν παραλύσει τα πισινά του πόδια. Ήταν ξημερώματα όταν τον άκουσα να κλαίει σαν μωρό. Η γιαγιά δεν μπορούσε να δεχτεί την ιδέα ότι θα χάσει τον Κόσμο. Μα όταν έφτασε εκείνο το πρωινό, ο σκύλος με τα μεγάλα γαλάζια μάτια του, έβγαλε έναν θλιμμένο ήχο, που έμοιαζε σχεδόν ανθρώπινος. Ήταν σα να της έλεγε αντίο. Εγώ ήμουν εκεί, ανήμπορη, βλέποντάς την να χτυπάει το κεφάλι της στον τοίχο. Με νύχια και με δόντια, προσπαθούσε να αντέξει την επερχόμενη απώλεια.
Ο Κόσμο είχε ξαπλώσει ανάσκελα. Μία εκστατική ηρεμία είχε απλωθεί στα μάτια του, που πλέον είχαν παγώσει και δεν ανοιγόκλειναν. Ένα ουρλιαχτό ξέφυγε από μέσα του – και ύστερα σιωπή. Εκείνη τη στιγμή, ο χρόνος σταμάτησε. Ήταν σα να έσβησε ένα αστέρι από τον ουρανό. Η γιαγιά στο τέλος έκανε ό,τι έπρεπε, με μια αξιοθαύμαστη ψυχραιμία. Τον έπλυνε με σαπούνι, τον σκούπισε με μια καθαρή πετσέτα και τον σκέπασε με ένα λευκό σεντόνι. Τον προετοίμαζε για το τελευταίο, ειρηνικό ταξίδι του. Ύστερα, κάλεσε τους ειδικούς, που ανέλαβαν να αποτεφρώσουν τη σωρό του. Όταν αργότερα μας έφεραν τις στάχτες του μέσα σε μια τεφροδόχο, η γιαγιά κρατούσε το μικρό λευκό δοχείο, σα να ήταν το πιο πολύτιμο αντικείμενο στον κόσμο. Την επόμενη μέρα, ανέβηκα μαζί της τον ανήφορο κοντά στον φάρο. Έσπρωχνα το αναπηρικό καροτσάκι της, ενώ εκείνη κρατούσε στα χέρια της, τις στάχτες του αγαπημένου της σκύλου, με τα μεγάλα γαλάζια μάτια. Το μάτια της ήταν γεμάτα δάκρυα, αλλά στο πρόσωπό της έβλεπα ηρεμία και αποφασιστικότητα. Όταν φτάσαμε στην κορυφή, η γιαγιά σήκωσε την μικρή τεφροδόχο και σκόρπισε τις στάχτες του στη θάλασσα.
«Φτωχό μου πλάσμα…» ψιθύρισε θλιμμένα. «Θα σε θυμάμαι για πάντα. Τώρα αναπαύσου στο κοιμητήριο της θάλασσας». Ήταν μια στιγμή σπαρακτική και μεγαλειώδης συνάμα. Ο άνεμος πήρε τις στάχτες του Κόσμο μακριά. Τότε, ένιωσα ότι κάτι άλλαξε για πάντα. Η θλίψη, που κρυβόταν για τόσο καιρό στη σοφίτα της, είχε απλωθεί στον ανοιχτό ορίζοντα. Η γιαγιά Αλπίνα, αν και πληγωμένη, βρήκε έναν τρόπο να συνεχίσει. Πίστευα ότι θα μαραζώσει, αλλά η απόφαση να τιμήσει τον Κόσμο της έδωσε τη δύναμη να σταθεί ξανά στα πόδια της – έστω και καθισμένη στο καροτσάκι της. Εμένα, όμως, κάτι εξακολουθούσε να με βασανίζει. Δεν μπορούσα να ξεχάσω αυτά τα λαμπερά γαλάζια μάτια. Κατά κάποιο τρόπο, ο Κόσμο δεν ήταν μόνο ένας σκύλος. Ήταν κάτι περισσότερο – ένας φύλακας άγγελος, ένας αθώος φίλος που έφερε αγάπη και φως στις πιο σκοτεινές στιγμές της ζωής μας. Και τώρα, αφού ολοκλήρωσε την αποστολή του, ξεκίνησε το ταξίδι του στο φως.
Η γιαγιά συνέχισε να κάθεται στη σοφίτα, κοιτάζοντας τη θάλασσα, παρατηρώντας τα καράβια που περνάνε. Μαζί της είχε την ανάμνηση του Κόσμο, σαν έναν ψίθυρο που δεν θα σβήσει ποτέ. Κι εγώ κατάλαβα, τελικά, ότι η αγάπη – όσο βαθιά και δυνατή κι αν είναι – δε χρειάζεται πάντα λόγια.
