Η κυρά Τσιουτσιούλα σαν Τσαρσινή που ήταν από χρόνια και χρονάκια, παρακολούθησε για πολλοστή φορά από το μπαλκόνι της την παρέλαση με τα ραγκουτσάρια, αρχές του 2026.
Τα είδε να «ρίχνονται» να χορεύουν ή κάνοντας πως χορεύουν και να βαστούν μπουκάλια και πιοτά για ν΄ ανέβει το κέφι.
Ο δρόμος ήταν ωραία στολισμένος σ΄ όλη του την διαδρομή, ενώ όπου υπήρχαν σκαλοπάτια για τον παρακάτω δρόμο της οδού Τσόντου Βάρδα, γίνανε και πάλι δημόσια ουρητήρια, αφού δεν είχαν άλλο τρόπο τα ραγκουτσάρια να ανακουφιστούν.
«Τι διάβουλον – είπεν η γηραιά κυρία- ένας χρόνος απέρασεν και δεν βρέθκαν τίπουτες κουνδίλια και παράδες γιε να κάμουν κανάν πούστον χαλέ; Ιμένα με είχαν ειπεί κάτι μιχέγκια ότι σιμά στου Κουρσιουμλή Τζιαμί κι απέναντι θα γένουνταν «τα λουτρά του Τερζάκη» , «αναγκαίο» ,αμά δεν βρίσκουν παρά στα ταμεία, τ΄ αφήνουν όπως τα βρήκαν και ύσταρνα να λιέγουν ότι είμεστε τουριστική πόλη… δεν αντράπκατε λέγω ,απού παινιέστε με του τίπουτα;
Μας ήρθαν τόσα ανάπουδα με τις βρουχές, γίνκαμε σανιός – μανιός, χώρια απού δεν είχαμε στις τσιέπες μας παράδες γιε τ΄ άργανα. Ιγώ ανθυμιούμαι όταν ήμουν κουρίτσι της παντρειάς και του πατρικό μου ήταν στον Ντουλτσό, την μέρα της Παταρίτσας έβαλα του γαμπριάτικο πανταλόνι του μπαμπά μου, έβαλα και αλούπα στου λαιμό, έβαψα τα μούτρα απ΄ τη στάχτη της σόμπας και βρήκα στην πουλίτσα ένα καπέλο (μαζεμένο σε μια τσίπα) με τριαντάφυλλα και ρουμπίνια, απού μας του είχε αφήκει η θειά η Αμερικάνα, η Θουμαή η Ντουντόρτσαινα. ΄Ετσι φκιάστηκα και πήραμε απ΄την Παναγιά την Εβραϊδα τουν κατήφουρο γιε τον Ντουλτσό ακούγοντας απού μακρά τις γκάϊντες και τα βγελιά. ΄Εβαξαν ώρες πουλλές, μέχρι που άρχεψεν να σκουτεινιάζει κι ου κάθα ένας γύρισεν στη γουνιά του.
-Για πότε μιλάς μάνα; Ρώτησε η Τούλα
-Γιε του 1950… Παραμονές του νέου χρόνου του θυμούμαι καλά, γιτί ήρθεν του προξενιό και αρραβουνιάστηκάμε με τουν μπάμπα σου την άλλη χρονιά. Αδουκιούμαι πόσα και πόσα έζησάμε, καλά, κι αχαμνά, πριν με πουλέμους, με πένθη, με δουσίλουγους, με ταγματασφαλίτες και μούτσκες όλο κακία και ουρσουζιά. Πέρασάμε άσουτες αντάρες …
Μέσα Ιανουαρίου 2026, και γιαγιά, κόρη, κι εγγονή πίνανε τον απογευματινό τους καφέ, ξεδιπλώνοντας τις εικόνες από τα ραγκουτσάρια που βίωσαν στα χρόνια της νιότης.
-Εμείς μάνα , αποκρίθηκε η θυγατέρα της, μας μιλάς για τα δικά σου χρόνια, αλλά και εμείς βλέπουμε άλλα κι άλλα τώρα. Τα παιδιά με φάνηκαν πως έκαναν ένα υπαίθριο πάρτυ, ένα πέρασμα στο Τσιαρσί, χωρίς την έννοια της παρέας, που γνωρίσαμε εμείς στον καιρό μας. Θυμάσαι που όταν εγώ ήμουν ακόμη στο δημοτικό σχολείο, ξεσηκωνόμασταν όλο το σόϊ, να πάμε πρώτα στο θείο Γιάγκο που γιόρταζε, μαζί με τις γκάϊντες που πλήρωναν οι μαμάδες συνεταιρικά.
-Τ΄ αδουκήθκα τσιούπω μου, αυτά απού με λες, έχουμε πουλλές φουτουγραφίες, κι ου Γιάννης ου Τζηκαλάγιας δεν πρόφταινε να μας βγάνει, γιτί κι άλλοι καρτερούσαν στην ουρά… Αχ τι γέλια, τι χαρά, τι χιόνια μέσ΄ στο κρύο να χουρεύουμε και να μην μας μέλει…
-αμά θα σας ειπώ κάτι ακόμα, απού μ΄ ήρθεν σαν βρουντή…
΄Όταν ήμουν τσιούτσιανη, στα νήπια ήμουν τότες, αμά του μνελό μου βαστούσεν πουλλά απ΄ όσα γένουνταν γιτί σαν σφουγγάρι τα βαστούσα μέσα μου και τώρα ακόμη τα θυμούμαι.
-΄Ακουτε τώρα…
Πάϊσάμε στουν θείο τουν Παντελή, άλλον φουτουγράφο τότες και μας ήβγαλεν φουτουγραφία, Ου Μπότης μας ήταν φκιασμένος με τσαρούχια, με σαπράζια, με μαύρο μαντήλι δεμένο τριουγιούρω απ΄ του κεφάλι και στου μέτουπο είχεν έναν κόκκινο σταυρόν. Φουρούσεν στην μούτσκα του ένα άσπρο μαντήλι δεμένο απού την μύτη και κάτου- μόνε τα τζίβια του φαίνουνταν- σαν τώρα του θυμούμαι απού άπλουσεν του χέρι του με την παλάμη απίκουπα και γύρεψεν απού την νοικοκυρά την θειά μας τη Βασιλικιά του «δώρο» του, του κέρασμά του.
-Ποιος είσαι αμπρέ; Φανερώσου, κάμε μας τη χάρη! Τουν είπεν. Και τότες ικείνος ξεσκεπάστηκεν. Αυτά ανθυμιούμαι και σιγίζουμε απού δεν γένουνται πια όλα αυτά, μόνε μουλώνω, αλλά νουγω ότι ου κόσμος άλλαξεν. ΄Ετσι κανάν καιρό μπίτιζεν του δωδεκαήμερο.
Ακολούθησε μια σιωπή, σύντομη βέβαια και ύστερα η γιαγιά και μάνα, ακουγαν την εγγονή και την κόρη που είχε περάσει στο πανεπιστήμιο σπουδάζοντας ανθρωπιστικές σχέσεις, σε Αθήνα και Ρώμη. Με τον τρόπο και τις γνώσεις της είπε τα δικά της και κείνη.
- ΄Εχουμε ένα σωρό θησαυρούς σ΄ αυτή την πόλη και αντί να τους χαρούμε τους αφήνουμε να χαθούν. Κι όπως οι δήμοι προσέχουν τους δρόμους, το πράσινο, την καθαριότητα, τη λίμνη, χρειάζεται να δούμε στα σοβαρά τις εκδηλώσεις του κορυφαίου τριήμερου συνεχίζοντας…
Θυμάμαι πως σαν έφηβη και μαθήτρια στο λύκειο, βγαίναμε κάπου δώδεκα κορίτσια και για πρώτη φορά γίναμε οι δώδεκα μήνες του χρόνου. Πήραμε και βραβεία το 2004. Στολίσαμε τα κεφάλια μας με κισσό, κι άλλα χρωματιστά λουλούδια, πλαστικά εννοείται. Από τα υφασματοπωλεία αγοράσαμε από δύο μέτρα πολύχρωμες φόδρες. Τις ράψαμε και στολίσαμε τα ρούχα μας με πλατανόφυλλα , βαμμένα πράσινα και κίτρινα, από κείνα του φθινοπώρου που υπήρχαν αμέτρητα και τα ράψαμε ή τα κολλήσαμε πάνω στις στολές μας.
Αρκετά χρόνια μετά και μετά το πανεπιστήμιο, ξαναβρεθήκαμε, γίναμε ένα μπουλούκι φορώντας σύμφωνα με την έμπνευση της στιγμής αυτό που κάναν οι παλιοί ραγκουτσάρηδες. Αταίριαστα ρούχα, σκούπες, φαράσια, μαντήλια, καπέλα, σάλια, ποδιές, γυαλιά στα μάτια και χαρά να δεις! Τα αγόρια μας ξετρελάθηκαν. ΄Ηταν ένα ωραίο αντάμωμα… Τώρα όλοι έχουμε σκορπίσει εδώ κι εκεί, είμαστε πολίτες της οικουμένης. Ζούμε σε μεγάλες πόλεις, Νέα Υόρκη, Βερολίνο, Πράγα, Μαδρίτη, Αθήνα, Ντουμπάϊ, Κατάρ. Μακάρι και νάξερα πότε θα ξαναβρεθούμε εδώ… σε τέτοιες ώρες χαράς… Ο πολιτισμός κάθε τόπου δεν σώζεται με τα ψίχουλα που διαθέτει ο κάθε δήμος. Χρειάζεται γνώση, θέληση και «εργαλεία», εκπαιδευτικές διαλέξεις για όλα αυτά, τώρα δε παρατηρήθηκε εδώ και χρόνια, προχειρότητα, φθορά κι ότι ήθελε προκύψει… Τα ραγκουτσάρια «μιμούνται», δεν βιώνουν το δρώμενο. Σ΄ όλα αυτά έχουν συντελέσει και τα οικονομικά μας ζητήματα. «Νηστικό αρκούδι δεν χορεύει»… Βιώνουμε μια περίοδο όπου κι ο δικός μας πολιτισμός ψυχορραγεί διαρκώς. Κάποτε οι παλαιοί άνθρωποι των περασμένων καιρών, φοβούνταν μέσα στα σκοτάδια του χειμώνα να βρούν τροφή. ΄Εβαζαν μια μουτσούνα ζώου, ή ξερόκλαδα και ζητούσαν τροφή από εκείνους που είχαν και έδιναν και δεν ήθελαν να τους αναγνωρίσουν. ΄Ισως γιατί κι αυτοί οι νηστικοί, οι κουρελιάρηδες, οι ROGATORES, είχαν την αξιοπρέπειά τους. Είχαν κι έναν φόβο, τα κακά πνεύματα που μπορούσαν να τους πάρουν την ανάσα τους, τη ζωή, όσο κι αν ήταν δύσκολη και σύντομη.
΄Εχουν περάσει αιώνες και αιώνες, που έφεραν μετά γιορτές, καθώς ο κόσμος με την εμπειρία του μάθαινε πολλά, έχτιζε καλύβες, κι αργότερα έχτιζε σπίτια και άνοιγε δρόμους σε στεριές και θάλασσες. Και τώρα πάλι ο κόσμος βρίσκεται μετά από καιρό σε αναταραχή και η γη όπως ξέρουμε κάνει τον κύκλο των 365 ημερών περνώντας από επικίνδυνες φάσεις.
- Τσιούπες μου- είπεν η Τσιουτσιούλα- έτσι απού χάλασεν ου κόσμος κι όπως του πουτάμι πααίνει κατά κάτου, να χαίρεστε απού χάρκατε αυτά τα αντέτια… Γιτί η τεχνητή νουημουσύνη θα μας σιανιάσσει και δεν θα νουγούμε ποιοί είναι οι σουστοί ραγκουτσιάρηδες και ποιοι ικείνοι που μπορεί να γένουν απου ψου ραγκουτσιάρηδες.
- ΄Αιντε και του χρόνου, να ιδούμε τι θα γένει.
Υ.Γ.
Ο πολιτισμός για τους πολλούς μπορεί να μοιάζει με τσουβάλι, γεμάτο άχρηστα, περιττά, ντεμοντέ πράγματα που μόνον για πέταμα είναι. Κι όμως εκεί βρίσκεις ενθύμια και αναμνήσεις που μας ανήκουν, μαζί με τις μουσικές και τα τραγούδια, τα σαπράζια και τα σαγκούνια και την έμπνευση της στιγμής… ΄ Οπως συμβαίνει με τα ραγκουτσάρια που ρίχνουνται, χορεύουν, πίνοντας το βακχικό κρασάκι τους να ξεχάσουν τα ντέρτια τους , έως ότου ξυπνήσουν την επομένη και δουν την πραγματικότητα. Οι τρείς μέρες τόσο διαφορετικές από τις άλλες μέρες τους δώσαν ένα δώρο ν΄ αντέξουν όσα μπορούν να κουβαλήσουν στην ράχη τους. Ανάμεσα στους καπνούς, την κνίσα, τα σουβλάκια και τα λουκάνικα ,τα δώρα των κρατικών ταμείων,σε ώρες χειμώνα ή καλοκαιρινών πανηγυριών, διανθισμένων με μπύρα και κόκα κόλα, που ο σημερινός έλληνας τα έχει πλάϊ του, κι ο τροβαδούρος (που μας λείπει) μας υπενθυμίζει πως ζούμε μεταξύ αρχαιότητας και ορθοδοξίας, ανταμώνοντας ο καθένας μας με το σόϊ του σε κάθε γιορτινή εκδήλωση, σε πλατείες της πατρίδας, σε νησιά, σε στεριές, σε Μακεδονικά δρώμενα, σε Θεσσαλικά γλέντια, και ανταμώματα στη Θράκη, τη Ρούμελη, την Κρήτη, τον ποντιακό ελληνισμό, την μικρασιάτικη μεριά μας, το πολίτικο τραγούδι, τη νότια Ιταλία-maqna Grecia- και τους ΄Ελληνες ανά την υφήλιο.
«μέχρι τα ουράνια σώματα
με χορδές και με κεραίες
φτιάχνουν οι έλληνες κυκλώματα
κι ιστορία οι παρέες…»
Αυτά επιδιώκουμε να εξαφανίσουμε από προσώπου γης; Ευτυχώς που μέσα στο τσουβάλι υπάρχει φωτογραφικό υλικό, σε κάθε σπίτι, ρούχα στα πατάρια μας και ραδιοφωνικές κασέτες από το 1990 έως το 2000 μ.χ. για να βγάλει κανείς συμπεράσματα για το χθές, μέσα στο σημερινό κόσμο που δίνει σημασία σ΄ άλλα θέματα κι αφήνοντας κατά μέρος ότι έγινε κάποτε κι ότι άξιζε ή όχι.
Μαρούλα Βέργου Γκαμπέση
