Σκεπτόγραμμα του Θωμά Γ. Ηλιόπουλου: Αθανάσιος Χριστόπουλος: «Λόγιος, Συγγραφέας, Ποιητής και ο πρόδρομος της Γραμματικής της Νεοελληνικής Γλώσσας»

Ο Αθανάσιος Χριστόπουλος γεννήθηκε στην Καστοριά. Πραγματοποίησε τις εγκύκλιες σπουδές του στο Λύκειο του Βουκουρεστίου, όπου είχε μεταναστεύσει ο κληρικός πατέρας του το 1780,όταν ο Αθανάσιος ήταν οκτώ ετών, πιεζόμενος από οικονομική ένδεια αλλά και από τις συνθήκες δουλείας στην πατρίδα του. Πέρασε σχεδόν ολόκληρη τη ζωή του στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες και μπορεί να θεωρηθεί Φαναριὠτης από εκλεκτική συγγένεια. Ολοκλήρωσε εκεί τη βασική εκπαίδευση και συνέχισε τις σπουδές του στο Πανεπιστήμιο της Βούδας, όπου σπούδασε λατινική φιλολογία, φιλοσοφία και ιατρική, και στο Πανεπιστήμιο της Πάντοβας, όπου σπούδασε νομικά.

Μετά το πέρας των σπουδών του επέστρεψε στο Βουκουρέστι και μπήκε στην αυλή του ηγεμόνα της Βλαχίας Αλέξανδρου Μουρούζη, όπου αρχικά δίδασκε τα παιδιά του ηγεμόνα και αργότερα έγινε δικαστής και τιμήθηκε με τον τίτλο του «καμινάρη», ενώ παράλληλα ανέπτυξε και συγγραφική δραστηριότητα: έγραψε ένα θεατρικό έργο, τον Αχιλλέα και ένα από τα σημαντικότερα έργα του, τη Γραμματική της Αιολοδωρικής, ήτοι της ομιλουμένης τωρινής των Ελλήνων γλώσσας, στο οποίο υποστήριζε τη χρήση της δημοτικής, η οποία κατά την άποψή του ήταν κράμα της αρχαίας δωρικής και αιoλικής διαλέκτου.

Μετά το 1806 ο Χριστόπουλος ακολούθησε τον Μουρούζη στην Κωνσταντινούπολη, όταν εκείνος έχασε το αξίωμά του. Εκεί ήταν ευκολότερη η προσήλωσή του στο συγγραφικό έργο καθώς ήταν απαλλαγμένος από τα καθήκοντα του δικαστή και τα παιδιά του ηγεμόνα είχαν μεγαλώσει. Αυτή η εποχή ήταν πολύ γόνιμη: ανέλαβε τη σύνταξη ενός λεξικού της Νέας Ελληνικής, μαζί με άλλους λόγιους (Γρηγόριο Κωνσταντά, Άνθιμο Γαζή κ.α.) προσπάθησε να οργανώσει Πανεπιστήμιο στη Ζαγορά του Πηλίου, έγραψε μια πραγματεία σχετικά με την ύπαρξη κενού στην φύση, μια γλωσσολογική μελέτη Περί προφοράς, στην οποία προσπαθούσε να αναιρέσει τα επιχειρήματα του Εράσμου για την Προφορά της κλασικής Αρχαίας Ελληνικής γλώσσας και μια πραγματεία Περί ποιητικής.

Η ζωή του Χριστόπουλου διαταράχθηκε το 1812, όταν ο ηγεμόνας Μουρούζης, προστάτης των γραμμάτων, δολοφονήθηκε από τους Τούρκους. Διέφυγε τότε πάλι στο Βουκουρέστι, στην αυλή του ηγεμόνα Ιωάννη Καρατζά, ο οποίος τον διόρισε εκ νέου δικαστή με τον τίτλο του Μεγάλου Λογοθέτη και τού ανέθεσε να συντάξει νέα νομοθεσία για την Ηγεμονία της Βλαχίας. Ο Χριστόπουλος ασχολήθηκε συστηματικά με το έργο αυτό.

Το 1818 ο ηγεμόνας Ιωάννης Καρατζάς δραπέτευσε στην Δύση και ο Χριστόπουλος κατέφυγε στην πόλη Σιμπίνι της Τρανσυλβανίας. Εκεί μελέτησε και μετέφρασε έργα του Σέξτου Εμπειρικού και έγραψε τις μελέτες της σκεπτικής φιλοσοφίας και Πολιτικά παράλληλα. Εκείνα τα χρόνια μυήθηκε και στην Φιλική Εταιρεία.

Μετά την απελευθέρωση ο Χριστόπουλος επισκέφθηκε την Ελλάδα το 1836, έμεινε όμως λιγότερο από ένα χρόνο και τελικά επέστρεψε στο Σιμπίνι όπου συνέχισε το συγγραφικό του έργο. Ασχολήθηκε κυρίως με την μετάφραση της Ιλιάδας και με τα Ελληνικά αρχαιολογήματα, εγχειρίδιο στο οποίο πραγματεύεται θέματα σχετικά με τα ελληνικά φύλα και τις αρχαίες διαλέκτους.

ΠΟΙΗΤΙΚΟ ΕΡΓΟ

Ο Χριστόπουλος σήμερα μνημονεύεται κυρίως για το ποιητικό του έργο, τη συλλογή του «Λυρικά» που είχε γίνει πολύ δημοφιλής.Κατά την διάρκεια της ζωής του εκδόθηκε 11 φορές -εξαιρετικό κατόρθωμα – η πρώτη έκδοση είχε γίνει το 1811 στη Βιέννη. Τα ποιήματά του είναι σύντομες συνθέσεις επηρεασμένες από τον αρκαδισμό με κομψή στιχουργική και εύθυμη διάθεση, που συχνά όμως επικρίθηκε ως επιφανειακή.

Ενδιαφέρον παρουσιάζουν επίσης οι μεταφράσεις του από την αρχαιοελληνική γραμματεία, μία μετάφραση της ραψωδίας Α΄ της Ιλιάδας και ποιημάτων της Σαπφούς. Τα «Λυρικά» του Χριστόπουλου ήταν κάποια από τα ποιήματα που μελέτησε ο Διονύσιος Σολωμός στην προσπάθειά του να διαμορφώσει την ποιητική του γλώσσα.

Η ΧΡΗΣΗ ΤΗΣ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ

Το μεγάλο αποτύπωμα που άφησε ο Αθανάσιος Χριστόπουλος είναι η χρήση της νεοελληνικής γλώσσας. Επηρεασμένος από τα βόρεια ελληνικά ιδιώματα της Καστοριάς και της Κοζάνης, χρησιμοποίησε για πρώτη φορά τη δημώδη γλώσσα, όπως χρησιμοποιούντανστην ποίηση αλλά και σε επιστημονικά συγγράμματα.

Δικαίως αποκαλείται ο πρώτος νεοέλληνας ποιητής, καθώς η γλώσσα που έγραψε μελετήθηκε και ενέπνευσε τους κατοπινούς μεγάλους ποιητές και πεζογράφους, όπως ο Διονύσιος Σολωμός.

Όταν στα τέλη του 1822 ο Σπυρίδων Τρικούπης επισκέφθηκε τη Ζάκυνθο, ο Διονύσιος Σολωμός του απήγγειλε στα ιταλικά την Ωδή PerPrimaMessa. Αντί επαίνου ο Τρικούπης τον συμβούλεψε να γράφει στην νεοελληνική και τον προέτρεψε να μελετήσει Αθανάσιο Χριστόπουλο, ιδίως την πρώτη του ποιητική Συλλογή τα«Λυρικά». Για τον ιστορικό Γιάννη Κορδάτο όμως, ο Χριστόπουλος «είναι ο ποιητής του σαλονιού και η  ποίησή του – λέει πως – δεν έχει βαθύτερο νόημα».(!)

ΠΕΡΑΝ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΙΚΟΥ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ

Ο Χριστόπουλος ασχολήθηκε σοβαρά και με επιστημονικά θέματα. Η νομοθεσία του – η Σύνταξη του Κώδικα ιδιωτικού Δικαίου – φέρει εμφανείς επιδράσεις από τις ιδέες της Γαλλικής Επανάστασης και εισάγει νέους όρους, προκειμένου να ικανοποιήσει προβλήματα που έθετε η εμπορική και οικονομική ανάπτυξη των περιοχών.

Πριν από την έναρξη της Επανάστασης ανέλαβε από την Αλέξανδρο Υψηλάντη αποστολή της Φιλικής Εταιρείας στα Ιόνια νησιά. Για το λόγο αυτό κατέβηκε και έμεινε στη Ζάκυνθο δύο μήνες. Αργότερα εκλέχτηκε μέλος της επαναστατικής Επιτροπής στις Ηγεμονίες και σύμβουλος του αρχηγού της Επανάστασης. Ύστερα από μια αποτυχημένη προσπάθεια να εγκατασταθεί στην ελεύθερη Ελλάδας ως λόγιος της Δημοτικής ελληνικής γλώσσας- ενώβασίλευεμία αρχαιοπρεπήςελληνική γλώσσαστο δημόσιο βίο – αποσύρθηκε πάλι στην Τρανσυλβανία, όπου και έζησε τα τελευταία χρόνια της ζωής του.

Στην Εργογραφία του Χριστόπουλου εκτός από τα ποιητικά του έργα θα σημείωνα πρώτα τη Γραμματική της Αιολοδωρικής, ήτοι της ομιλουμένης τωρινής των Ελλήνων γλώσσας, Βιέννη, 1805, με υπότιτλο
Γραμματική περί της των οκτώ του λόγου μερών.
Το Δράμα ηρωικόν, Βιέννη, 1805,η τραγωδία αυτή θα παιχτεί για πρώτη φορά στο Ιάσιο με τον τίτλο Αχιλλέας, τα Πολιτικά Παράλληλα, 1833, Ελληνικά Αρχαιολογήματα, 1853 και ΠολιτικάΣοφίσματααλλά και άλλα που όλα αναφέρονται αναλυτικά στα ΄Απαντα του Χριστόπουλου που αναστύλωσετο 1969 ο Γ. Βαλέτας.

Να σημειώσουμε εδώ επίσης πως ο Χριστόπουλος παρουσιάζεται στα «Λυρικά» του – που εκδόθηκε πολλές φορές στην εποχή του, με την πρόθεση της ελαφράδας και της χάρης και συνεχίζει ουσιαστικά την ελαφρά γαλλική ποίηση του προηγούμενου  αιώνα. Τα θέματά του είναι ο έρωτας, το κρασί, οι χαρές μιας ξένοιαστης ζωής στη δημοτική γλώσσα,  και από την άποψη αυτήν η θέση του είναι σημαντική στα γράμματά μας μέχρι σήμερα, όπως λέει ο Κ.Θ. Δημαράς στην  Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας του. Ο δε ακαδημαϊκός Λίνος Πολίτης στο σημαντικό του έργο του για τη Νεοελληνική Λογοτεχνία σημειώνει πως ο εθνικός μας ποιητής Διονύσιος Σολωμός κρατώντας στα χέρια του τα «Λυρικά» του Χριστόπουλου έγραψε τον «΄Υμνο προς την Ελευθερία» στη σημερινή μας ελληνική γλώσσα.

ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΗΣ ΤΗΣ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ

Ο Χριστόπουλος, με τη Γραμματική της Αιολοδωρικής (1815), επιχείρησε μια τολμηρή σύνδεση της Δημοτικής με τις αρχαίες διαλέκτους, προτείνοντας μια εθνική γλωσσική ταυτότητα βασισμένη στην ομιλούμενη ελληνική γλώσσα. Με αυτήν  ο Χριστόπουλος γίνεται ο πρόδρομος της «Γραμματικής της Νεοελληνικής Γλώσσας».

Η “Γραμματική της Αιολοδωρικής” (Βιέννη, 1805) αποτελεί την πρώτη συστηματική απόπειρα να περιγράψει τη ζωντανή γλώσσα των Ελλήνων. Με φιλολογική τόλμη ο Χριστόπουλος διεκδίκησε την αξιοπρέπεια της δημοτικής απέναντι στην καθαρεύουσα, θέτοντας το θεμέλιο για την κατοπινή επιστημονική γραμματική του Μανόλη Τριανταφυλλίδη (1941). Έτσι, ο Χριστόπουλος στέκει ως γέφυρα από τη φιλολογική αγωνία του 19ου αιώνα προς την επιστημονική, παιδαγωγική τάξη του 20ού αιώνα.

Ο Τριανταφυλλίδης, έναν αιώνα αργότερα, υπήρξε ο θεμελιωτής της επιστημονικής περιγραφής της δημοτικής, με τη Νεοελληνική Γραμματική τού 1941, υπηρετώντας την ίδια ιδέα: την ανάδειξη της ζωντανής γλώσσας ως φορέα παιδείας και εθνικής συνέχειας. Θα μπορούσε κανείς να πει πως ο Τριανταφυλλίδης, έστω σιωπηρά, δικαίωσε το όραμα του Χριστόπουλου, μεταφέροντάς το από το πεδίο της ιδεολογίας στο πεδίο της επιστήμης, ως μέρος της ευρύτερης προσπάθειας για γλωσσική και πολιτισμική αυτογνωσία, ένα θέμα άξιο για σοβαρή μελέτη.

Η πρωτοπορία αυτή του Χριστόπουλου ολοκληρώθηκε το 1976με το νόμο309/1976 καικαθιερώθηκε η Δημοτική Γλώσσα, ως «γλώσσα διδασκαλίαςσε όλες τις βαθμίδες της Γενικής Εκπαίδευσης και του κράτους». Ως Νεοελληνική Γλώσσα νοείται η γλώσσα που διαμορφώθηκε σε όλο το Πανελλήνιο ως εκφραστικό όργανοτού ελληνικού λαού και των δόκιμων συγγραφέων τού΄Εθνους,η Δημοτική μας Γλώσσα, συντεταγμένη χωρίς ιδιωματισμούς και ακρότητες».Για αυτή τη μεταρρύθμιση είμαστε ΟΛΟΙ μας ευγνώμονες τα τελευταία μας πενήντα χρόνια, γιατί η Γραμματική αυτή έβαλε τάξη στη γλώσσα μας και συγκρίνεται επάξια με κάθε άλλη καλλιεργημένη γλώσσα του κόσμου.

Η ΠΡΩΤΗ ΑΞΙΟΛΟΓΗ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΦΩΝΗ

Να τονίσουμε εδώ – και πάλι – πως το ποιητικό έργο του  Αθ. Χριστόπουλου είναι η πρώτη αξιόλογη ποιητική φωνή που ακούστηκε στον ελληνικό χώρο μετά την άλωση της Κρήτης από τους Τούρκους (1669),  ύστερα από ενάμισι αιώνα ποιητικής σιωπής και δημιούργησε τις προϋποθέσεις για τη λυρική παράδοση που αρχίζει με τον Χριστόπουλο και κορυφώθηκε με το έργο του Διονύσιου Σολωμού.

Η ΤΙΜΗ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ ΜΑΣ ΣΗΜΕΡΑ

Στην Καστοριά σήμερα υπάρχει ο Σύλλογος που φέρει τιμητικάτο όνομα τού ποιητή και λόγιου Αθανασίου Χριστόπουλου, επιδιώκει να φέρει σε επαφή τον κόσμο της Καστοριάς, αλλά και όλης της Ελλάδας με την παράδοση, τη λαογραφία, και την τέχνη. Είναι ένας αξιόλογος σύλλογος με πολλά τμήματα εικαστικών, καλλιτεχνιών, παραδοσιακών τμημάτων, χορωδία ενηλίκων, παιδική και εφηβική χορωδία και αποτελεί ένα σοβαρό ίδρυμα της Καστοριάς που ενώνει όλη τη νεολαία και προωθεί τον πολιτισμό της πόλης. Συνεργάζεται υποδειγματικά με τον Καστοριανό Σύλλογο «Ομόνοια» της Νέας Υόρκης που ιδρύθηκε το 1910!

Στη Μελβούρνη ο ποιητής μας Αθανάσιος Χριστόπουλος τιμήθηκε επάξια στα «Καστοριανά Νέα Μελβούρνης» – όργανο του Καστοριανού Συλλόγου «Η Καστοριά»όπου έχουν δημοσιευτεί ποιήματά του, αλλά και διάφορες διαλέξεις για το έργο του ποιητή. Πιο πρόσφατα και ειδικά στις  30/11/2025 στη μεγάλη ’’αποκάλυψη’’ της τοιχογραφία στο «KASTORIALANE» στο Κόμπουρκ το όνομα τού ποιητή δεσπόζει υπερήφανα στο ψηλότερο σημείο της στο ιδιόκτητο διώροφο κτήριο του Συλλόγου Καστοριανών Αυστραλίας «Η Καστοριά», όπου εδρεύει ο Σύλλογος εδώ και τριανταπέντε  χρόνια,στο 219 ElizabethStreet, στο Coburg.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ: ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ ΑΠΑΝΤΑ, ΄Εκδοση Καστοριανή, Αθήνα 1969, σελίδες 626.΄Εργο του Φιλόλογου Γεώργιου Βαλέτα, μελετητή της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας.

***

Θωμάς Γ. Ηλιόπουλος

Καθηγητής Πολιτικών Επιστημών, Φιλόλογος και Ιστορικός, ΠανεπιστήμιοΜελβούρνης, MelbourneUniversityArts

DiplomaofEducation, MelbourneStateCollege

Bachelor of Letters, The University of New England, Armidale NSW

Australia.

Προηγούμενο Άρθρο

Ρότζερ Άλερς: Πέθανε ο σκηνοθέτης του “Βασιλιά των Λιονταριών”

Επόμενο Άρθρο

Φορητούς απινιδωτές καρδιάς απέκτησε η Αποκεντρωμένη Διοίκηση Ηπείρου-Δυτικής Μακεδονίας

Τελευταία από ΑΠΟΨΕΙΣ

Το βραβευμένο διήγημα του Σπύρου Νίτσα στον πανελλήνιο διαγωνισμό διηγήματος του ηλεκτρονικού περιοδικού <Αναγνώστης>, σε συνεργσία με το Μητροπολιτικό Κολέγιο Αθηνών “O ΣΚΥΛΟΣ ΜΕ ΤΑ ΓΑΛΑΖΙΑ ΜΑΤΙΑ”

Η πόλη κοιμόταν. Όλοι οι δρόμοι ήταν ακόμα τυλιγμένοι σε έναν τοπάζινο λήθαργο από τη νυχτερινή