Στη διάρκεια της ζωής μας, υπάρχουν φορές που ερχόμαστε αντιμέτωποι με καταστάσεις και γεγονότα που μας προκαλούν ιδιαίτερη αναστάτωση ή ανατρέπουν συθέμελα τις αντιλήψεις μας για τον κόσμο. Ένας γνωστός μηχανισμός άμυνας που βοηθάει πολλούς να διατηρήσουν την ψυχική τους ισορροπία είναι τα λεγόμενα ζωτικά ψεύδη, ουσιαστικά διάφορα πράγματα που λέμε στους εαυτούς μας αλλά και σε άλλους προκειμένου να αντέξουμε το ήδη δυσανάλογο φορτίο της πεπερασμένης μας ύπαρξης.
Κλασικό παράδειγμα στις διαπροσωπικές σχέσεις είναι η μόνοπλευρη προβολή συναισθημάτων από τον βασικό ενδιαφερόμενο σε κάποιον άλλον, ο οποίος έχει δείξει μειωμένο ή μηδαμινό ενδιαφέρον για την δημιουργία ή συνέχιση μιας σχέσης με τους όρους που ο ενδιαφερόμενος έχει φανταστεί. Ο εισαγόμενος νεολογισμός “delulu” – προερχόμενος από την αγγλική λέξη για τον φαντασιόπληκτο (delusional) – περιγράφει ακριβώς την τάση αρκετών ανθρώπων να ζούνε μέσα σε μια ψευδαίσθηση, και να ελπίζουν πως αν δείξουν υπομονή ή κατανόηση τότε τα πράγματα «θα αλλάξουν και θα είμαστε μαζί», αφού «δεν μπορεί να γίνει αλλιώς».
Η κρίσιμη παράμετρος σε τέτοιες μόνοπλευρες προβολές συναισθημάτων είναι πως συχνά ο ενδιαφερόμενος προτιμά απλά να εναλλάξει το υποκείμενο για το οποίο τρέφει ψευδαισθήσεις, παρά να έρθει αντιμέτωπος με την πραγματικότητα μιας απόρριψης ή ενός τέλους. Με αυτό τον τρόπο, αντί το ζωτικό ψεύδος να λειτουργήσει σαν παροδικός μηχανισμός διαχείρισης μιας απώλειας, γίνεται κομμάτι της κοσμοθεωρίας του ατόμου, το οποίο εμμέσως αναζητά μια διαιώνιση της προ-εφηβικής του εμπειρίας – στην οποία λίγο ή πολύ πάντα μπορούσε να αποκτήσει αυτό που ήθελε, όταν επέμενε πολύ.
Και αν στα άτομα συνήθως είναι σχετικά εύκολο για κάποιον εξωτερικό παρατηρητή να αναγνωρίσει τις συνθήκες και τα χαρακτηριστικά τέτοιων ζωτικών ψευδαισθήσεων, αυτή η κατάσταση είναι δυσκολότερο να αναγνωριστεί σε συλλογικά υποκείμενα στα οποία τα άτομα συμμετέχουν ποικιλοτρόπως – συλλόγους, δήμους, κοινωνίες, κράτη, έθνη, ιδεολογίες. Όπως άλλωστε έχει ειπωθεί, είναι τρομερά δύσκολο για κάθε ετερόνομη κοινωνία να μην αλλοτριώνεται μέσα στους θεσμούς που η ίδια έχει δημιουργήσει για τον εαυτό της, και προτιμά να αγνοεί την βάναυση πραγματικότητα.
Αυτό που όμως διαφοροποιεί, μεταξύ άλλων, κοινωνίες που μπορούν να δημιουργούν και να προοδεύουν από αυτές που εμμονικά παραμένουν προσκολλημένες σε μια υπερβατική αναπαράσταση παρελθοντικών καταστάσεων ή σε μια αέναη προβολή συναισθηματικών επιθυμιών, είναι η ικανότητα τους να μπορούν να σταθούν στο ύψος των ψευδαισθήσεων τους. Με άλλα λόγια, η διαμόρφωση ενός αφήγηματος για την αυτοκατανόηση της μπορεί να λειτουργήσει ευεργετικά για μια κοινωνία, καθώς κινητοποιεί τα υποκείμενα να εργαστούν ενεργά για την επίτευξη ενός στόχου – ακόμα και αν αυτός είναι πιθανά έξω από τις τωρινές τους ικανότητες – μεταφράζοντας συλλογικές επιδιώξεις σε ατομικούς στόχους και δημιουργίες.
Σε πρακτικούς όρους, αυτή η μετάφραση μεταξύ ατομικού και συλλογικού γίνεται μέσω της πολιτικής, όπως αυτή ασκείται μέσα ή έξω από κόμματα και οργανισμούς. Τα άτομα προσπαθούν να περιγράψουν πως αντιλαμβάνονται την πραγματικότητα και ύστερα εκφράζουν διάφορους τρόπους με τους οποίους πιστεύουν ότι αυτή θα ώφειλε να είναι ή τουλάχιστον μπορεί να βελτιωθεί. Σε περιόδους έντονης αβεβαιότητας ή καταστροφικών αλλαγών, ο δημόσιος διάλογος κατακλύζεται από συγκρουόμενες αφηγήσεις γύρω από το πως έφτασε μια κατάσταση μέχρι αυτό το σημείο και πως θα μπορέσουμε να πορευτούμε στο μέλλον.
Δυστυχώς, ένα μεγάλο κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας παραμένει έρμαιο των ζωτικών ψευδαισθήσεων που διαμορφώθηκαν σε προηγούμενες περιόδους – ότι ο μόνος τρόπος για να αποδοθεί δικαιοσύνη είναι να «ξεριζωθεί κάθε κομμάτι που υπηρέτησε το σάπιο σύστημα» και να «δημευθούν οι περιουσίες όλων των πολιτικών». Αντί να αναμετρηθεί με μια πραγματικότητα που αδυνατεί να παραδεχτεί, δηλαδή πως τα κράτη συχνά αποτυγχάνουν μέσα σε κανόνες που τα ίδια διαμόρφωσαν και δεν μπόρεσαν να τηρήσουν, προτιμά να αναζητά καταφύγιο στα ζωτικά του ψεύδη.
Απόρροια αυτής της αποφυγής είναι να προσπαθεί μανιωδώς να προβάλλει αυτές τις συναισθηματικές επιθυμίες πάνω σε όποιον ή όποια θεωρεί πως μπορεί να το λυτρώσει από την παραδοχή αποτυχίας και την περίπλοκη αναζήτηση ενός θετικού προτάγματος για το μέλλον. Η συνεχίζομενη δημοσκοπική εκτίναξη και απομείωση διαφορετικών προσώπων στο ρόλο του αυθεντικού εκφραστή της «αντισυστημικότητας» τα τελευταία χρόνια, έρχεται ως λογική συνέχεια αυτής της άρνησης.
Εν τέλει, αυτή η δημοσκοπική αποτύπωση κάποια στιγμή θα αποκρυσταλλωθεί και πάλι σε πολιτικούς συσχετισμούς, όταν πραγματοποιηθούν οι επόμενες εκλογές. Το από ποιον και για πόσο, θα εξαρτηθεί από την ικανότητα του να διαχειριστεί το χάσμα μεταξύ επιθυμιών για τα ιδεατά χαρακτηριστικά που προβλήθηκαν πάνω του, και της πραγματικότητας στην οποία η ένδοια πολιτικών ιδεών – πέραν της επιρροής υπερσυντηρητικών κύκλων – γίνεται ολοένα και πιο εμφανής.
Ο Αργύρης Σακαλής έχει σπουδάσει Οικονομικά
Και είναι ερευνητής στο Durham University
