Ονομασίες Παραλίμνιων σημείων του «Βουνού» μας (Από τα Αρχεία της εφημερίδας μας «ΦΩΝΗ ΤΗΣ ΚΑΣΤΟΡΙΑΣ», 1964 – 1965) | Μέρος 3ο

/

Επιμέλεια: Πάνος Γ. Ιατρού

Φωτογραφίες: Στέργιος Γ. Ιατρού

Το fonikastorias.gr ασχολείται με τις ονομασίες παλαιότερα των παραλίμνιων σημείων του «Βουνού» μας, πολλές από τις οποίες είναι γνωστές στους παλιότερους Καστοριανούς, υπάρχουν όμως και άλλες στις οποίες θα αναφερθούμε, για να θυμούνται οι παλιοί και να μαθαίνουν οι νεότεροι.

Σήμερα σας παρουσιάζουμε το 3ο και τελευταίο μέρος του αφιερώματος.

Πατήστε ΕΔΩ για να δείτε το πρώτο μέρος.

Πατήστε ΕΔΩ για να δείτε το δεύτερο μέρος.

– Μετά την «Χάνκω» αντικρίζουμε τη γνωστή Κερασιά. Στο αυτό της λίμνης και λίγο ψηλότερα κάποτε ψάρευαν με το «σουργκί» κάποιοι καστοριανοί ψαράδες.. ΄Ηταν νύχτα και κωπηλατούσαν σιγά – σιγά. Για μια στιγμή «χαροκόπησαν», όταν κατάλαβαν πως κάτι βαρύ, να χτυπάει και να τραβάει το «σουργκί» και το «καράβι» να πλαγιάζει επικίνδυνα. Νόμισαν ότι είχε πιαστεί πολύ μεγάλο ψάρι. Σιγά – σιγά και με προσοχή πάντα οδήγησαν το καράβι προς τη στεριά. Όταν δε πλησίασαν, τράβηξαν το σουργκί και έκπληκτοι είδαν ένα κεφάλι αλόγου. Κρύος ιδρώτας τους έκοψε. Πίστεψαν στο παραμύθι της γοργόνας και περίμενα να δουν μήπως το μισό ήταν άλογο και το άλλο μισό η ουρά από ψάρι. Αλλά συνήλθαν, όταν «σγκάλωσαν» στη στεριά και διαπίστωσαν, ότι έπιασαν ένα «γκαβό» άλογο, που είχε έρθει κολυμπώντας από το Μαύροβο. Πρόκειται για αληθινή ιστορία.

– Προχωρώντας από τη «Κερασιά» φθάνουμε σε λίγη απόσταση στη γνωστή θέση Μαγαζιά.

Είναι η θέση όπου σώζονται τρεις θολωτοί θάλαμοι, κτισμένοι με τούβλα. Αυτά, αποτελούν τα υπολείμματα του Μοναστηριού του Αγίου Ζαχαρία που ανάγεται στην πρώιμη Βυζαντινή περίοδο και χρησιμοποιήθηκε μετέπειτα ως τόπος συγκέντρωσης και συναλλαγής αγαθών, ως μαγαζιά δηλαδή.

Ο τόπος αυτός σήμερα, είναι αντικείμενο συντήρησης (;) και προστασίας (;)  της 16ης Εφορίας Βυζαντινών αρχαιοτήτων.

– Μετά από τα «Μαγαζιά» συναντάμε τη θέση Καρά, όπου υπάρχει μια μαύρη πέτρα, απ’ όπου πήρε και την ονομασία της και όπως ξέρουμε στην «τουρκική» καρά σημαίνει μαύρος. Τη θέση «Καρά» ακολουθεί η Ριζινή. Στη θέση αυτή υπάρχει μια αρκετά μεγάλη έκταση γης ομαλή και χωρίς πέτρες. Η θέση αυτή φημιζόταν άλλοτε για τις πολλές «ξυνίστρες» που κρατούσε. Γι’ αυτό τα παιδιά την επισκέπτονταν τακτικά, για να μαζέψουν  ξυνίστρες καθαρές και ορεκτικές.

– Λίγο πιο πέρα από την «Ριζινή» βρίσκεται η θέση Εννιά Σκυλάκια. Η θέση αυτή πήρε το όνομά της αυτό, από το εξής περιστατικό. Στα παλιά τα χρόνια μια σκύλα, που ήταν έγκυος περιπλανήθηκε στο βουνό της Καστοριάς. Φαίνεται πως έχασε τον προσανατολισμό της και αντί να επιστρέψει στην πόλη βρέθηκε στην «Ριζινή» και από το ομαλό έδαφός της κατέβηκε στη λίμνη και προχώρησε πιο πέρα όπου την έπιασαν οι πόνοι και εκεί γέννησε εννιά σκυλάκια. Σε λίγες μέρες οι Καστοριανοί ψαράδες άκουσαν από τη λίμνη γαυγίσματα και πλησίασαν στη στεριά, όπου βρήκαν τη σκύλα με τα εννιά σκυλάκια και τα περιμάσεψαν μαζί με την μάνα τους και έμεινε η ονομασία της θέσεως «Εννιά Σκυλάκια».

– Λίγο πιο πέρα από τα «Εννιά Σκυλάκια» βρίσκεται η θέση Μάρμαρο. Στη θέση αυτή του βουνού η πέτρα είναι άσπρη σαν μάρμαρο, εξ ου και η ονομασία της. Ακολουθεί η θέση ΄Αγιος  όπου ψηλά στο βουνό υπάρχει μια πέτρα, που μοιάζει με εικόνα Αγίου. Στη συνέχεια συναντά με τη θέση Τρία Λευκάδια όπου άλλοτε υπήρχαν τρία μεγάλα λευκάδια και μόλις περάσουμε αυτή τη θέση βρισκόμαστε μπροστά στην «Γκουλουμπίντσα», όπου η στροφή για την Μαυριώτισσα.

– Η Γκουλουμπίντσα είναι μια αρκετά μεγάλη υγρή σπηλιά, χωρίς να παρουσιάζει κάποιο άλλο ιδιαίτερο ενδιαφέρον, εκτός από το ότι κατά το 1940 – 1941 στη διάρκεια των ιταλικών βομβαρδισμών είχε χρησιμεύσει σαν φυσικό καταφύγιο των κατοίκων της Καστοριάς.

Χαρακτηριστικό της «Γκουλουμπίντσας» είναι ότι η σπηλιά είναι ομαλή και μπορεί κανείς με ευχέρεια να στρώσει στρωσίδια και να κοιμηθεί άνετα. Δεν είναι βαθειά και αχανής, όπως συμβαίνει με την σπηλιά του Δράκου, κοντά στον Αι – Νικόλα, αλλά σε πολύ μικρή απόσταση «κλείνει». Υπάρχει βέβαια το λεγόμενο πως η «Γκουλουμπίντσα» ενώνεται με την «Τρύπα του Παταράγκου» που είναι πάνω από την Αγία Κυριακή στην ίδια περίπου ευθεία με τις «Γκαλιότρυπες», αλλά αυτό δεν είναι εξακριβωμένο.

Παρ’ όλο όμως που η «Γκουλουμπίντσα» όπως είναι, δεν παρουσιάζει κανένα ενδιαφέρον, εν τούτοις μπορεί να αποκτήσει, με μια προσπάθεια του Δήμου μας, αξιοποιώντας την τουριστικά. Εδώ τερματίζονται οι διάφορες ονομασίες των παραλιμνίων θέσεων της Β.Α. πλευράς της πόλεως και του βουνού μας, γιατί μετά από την «Γκουλουμπίντσα» φθάνουμε στην περίφημη Μαυριώτισσα.

Πριν όμως φθάσουμε στην Μαυριώτισσα μετά την «Γκουλουμπίντσα», συναντούμε τη θέση Του Χριστού τα αγκάθια. Στο σημείο αυτό, ψηλά σ’ ένα βράχο υπάρχει μια αγκαθιά που κατά πολύ μοιάζει με το ακάνθινο στεφάνι του Χριστού που του είχαν βάλει, όταν ανέβαινε το Γολγοθά του μαρτυρίου. Σαράντα ως πενήντα μέτρα πιο πέρα βρίσκουμε τη θέση Βατσινιά. Εκεί ακόμα και σήμερα υπάρχει μια μεγάλη βατσινιά και η λίμνη έχει τα μεγαλύτερα «σάρπικα», από τα οποία κόβονται οι πεζόβολοι, γι’ αυτό και οι ψαράδες τους ρίχνουν και τους βγάζουν με μεγάλη προσοχή. Και βαδίζοντας λίγα μέτρα ακόμη φθάνουμε στην «Μαυριώτισσα».

– Η Μαυριώτισσα λόγω της αξιόλογης βυζαντινής ιστορίας της, αλλά και σαν μαγευτικό εξοχικό σημείο της Καστοριάς, είναι γνωστό, όχι μόνο στους παλιούς και στους νεώτερους Καστοριανούς, αλλά και σε πολλούς έξω από την Καστοριά και ξένους τουρίστες.

Τα παλιότερα χρόνια, οι περισσότεροι Καστοριανοί, κατέκλυζαν την γύρω περιοχή από την Μονή την Καθαρή Δευτέρα και ιδιαίτερα την Πρωτομαγιά, έφθαναν δε εδώ με τα μοτόρια, τα καράβια, αλλά και πεζή για να γιορτάσουν με ψητά και συνοδεία λαϊκών οργάνων και περνούσαν εδώ ολόκληρη την ημέρα τους.

Μόλις αφήσουμε την «Μαυριώτισσα», στη συνέχειά της συναντούμε το μεγάλο βράχο στα ριζά του οποίου βρίσκεται το Κρύο Νερό. Στο σημείο αυτό υπάρχει μια μικρή σπηλιά, στην οποία άλλοτε ήταν τοποθετημένη και μια μικρή εικόνα. ΄Ένα σκαλί πιο βαθειά ήταν η πηγή με το κρύο νερό.

– Στη συνέχεια και σε απόσταση πενήντα περίπου μέτρων φθάνουμε στη θέση Σκαρμός. Εκεί στη λίμνη μέσα υπάρχει μια πέτρα, που μοιάζει με «σκαρμό», την οποία πάντοτε οι ψαράδες την αποφεύγουν γιατί είναι το πιο δύσκολο «σάρπικο» της λίμνης μας.

Από κει φθάνουμε στην «μύτκα» του Αϊ – Νικόλα, , που η ονομασία της είναι «Πλάκα» του Αϊ-Νικόλα, επειδή μέσα στην λίμνη και σε απόσταση 10 περίπου μέτρων από την στεριά υπάρχει μια πλάκα μέσα στη λίμνη, που διακρίνεται το καλοκαίρι, όταν τα νερά της λίμνης ρηχαίνουν. Μετά φθάνουμε στον «Αϊ – Νικόλα», όπου και το εκκλησάκι του αγίου καρφωμένο ψηλά στο βράχο και όπου το έδαφος γίνεται πιο ομαλό.

Σε πολύ μικρή απόσταση μετά τον «Αϊ – Νικόλα», συναντούμε την περίφημη Σπηλιά του Δράκου, η ονομασία της οποίας οφείλεται στη «ΦΩΝΗ», σύμφωνα με προφορικές αλλά και καταγεγραμμένες μαρτυρίες.

[Για την ιστορία να αναφέρουμε, ότι η γνωστή αυτή σπηλιά εξερευνήθηκε στις 2 Ιουνίου του 1964, από τους αείμνηστους, Γιώργο Ιατρού (Συνδιευθυντή τότε και μετέπειτα ιδιοκτήτη –  εκδότη της «ΦΩΝΗΣ»), Δημ. Γιαννούση, Κων/νο Μπάκαρη, Αλκ. Πανταζή, Ν. Καϊτέρη, Γεωρ. Σαββάκη και τον μόνο εν ζωή σήμερα από την ομάδα, Παν. Εφόπουλο, φωτογράφο, αφού είχε καταστεί γνωστή].

– Ακολουθούν οι θέσεις Πατσατζής όπου υπάρχει μια τρύπα που όλο αχνίζει σαν πατσατζίδικο, το Παπουτσάδικο τσινάρι, όπου λέγεται, ότι στα παλιά τα χρόνια υπήρχε ένα παπουτσάδικο, ο ΄Αγιος Γεώργιος όπου υπήρχε παλιά μια κόκκινη πλάκα, που έμοιαζε σαν τον ΄Αγιο καβάλα στο άλογό του, η Μύτκα, η Πνιγμένη, όπου υπάρχει μια πέτρα, που μοιάζει σαν πνιγμένη γυναίκα και τέλος φθάνουμε στην Ασβεσταριά και στα Πετσιά.

Ανασκαλεύοντας λοιπόν τα αρχεία της «ΦΩΝΗΣ» και διαβάζοντας για πρώτη φορά όλες αυτές τις ονομασίες, πριν ξεκινήσω την αναδημοσίευσή τους, τα έβλεπα τόσο ρομαντικά, τόσο μακρινά πίσω στον χρόνο. Oταν όμως άρχισα να γράφω, ένοιωσα ότι είναι τόσο γνωστές οι ονομασίες, ίσως γιατί τις περισσότερες τις είχα ακούσει από τους γονείς μου και τους παππούδες μου, αλλά ένοιωσα επίσης ότι δεν είναι τόσο μακρινές όσο στην αρχή σκέφθηκα, αφού συχνά, περπατώντας την υπέροχη αυτή διαδρομή του εσωτερικού δρόμου της λίμνης, τις συναντώ, όπως και πάρα πολλοί άλλοι συμπολίτες περπατητές αυτής της διαδρομής και τις ζω. Μάλιστα κρατώντας στα χέρια αυτόν τον «χάρτη», προσπαθώ να τις εντοπίσω, όλες όσες αναφέρονται, ειδικά εκείνες που μου φαντάζουν παράξενες και όχι τόσο χαρακτηριστικές.

ΠΑΝΟΣ Γ. ΙΑΤΡΟΥ

Προηγούμενο Άρθρο

Την άμεση προσφυγή στις κάλπες ζήτησε κλιμάκιο βουλευτων της Ν.Δ. από την Καστοριά (φωτο)

Επόμενο Άρθρο

fonikastorias.gr: Ενημερώθηκε η στήλη “Αγγελίες” σε όλες τις ενότητες

Τελευταία από Παράδοση