Ονομασίες Παραλίμνιων σημείων του «Βουνού» μας (Από τα Αρχεία της εφημερίδας μας «ΦΩΝΗ ΤΗΣ ΚΑΣΤΟΡΙΑΣ», 1964 – 1965) | Μέρος 2ο

κατηγορία : Παράδοση/Τοπικά Νέα από

Επιμέλεια: Πάνος Γ. Ιατρού

Φωτογραφίες: Στέργιος Γ. Ιατρού

Το fonikastorias.gr ασχολείται με τις ονομασίες παλαιότερα των παραλίμνιων σημείων του «Βουνού» μας, πολλές από τις οποίες είναι γνωστές στους παλιότερους Καστοριανούς, υπάρχουν όμως και άλλες στις οποίες θα αναφερθούμε, για να θυμούνται οι παλιοί και να μαθαίνουν οι νεότεροι.

Σήμερα σας παρουσιάζουμε το 2ο μέρος του αφιερώματος. Πατήστε ΕΔΩ για να δείτε το πρώτο μέρος.

– Μετά την θέση Αρκούδα, συναντάμε την θέση ΄Αγρος που ήταν κάποτε ένα από τα πιο πλούσια «πεζοβολοτόπια». Εκεί ο ψαράς έπρεπε να ρίξει τον πεζόβολο ζυγιασμένο. Αν τον άνοιγε λίγο οπωσδήποτε κάτι θα έπιανε, αν όπως τον ξέφευγε και τον άνοιγε περισσότερο, διέτρεχε τον κίνδυνο να πιαστεί ο πεζόβολος και να πάθει ζημιά,

– Προχωρώντας από τον «΄Αγρο» φθάνουμε στην περιβόητη Γκλιανότρυπα με τις δύο τρύπες, τη σκοτεινή και τη μεγάλη, στη φωλιά αυτή και το καταφύγι των γκλιανών, των μεγάλων γριβαδιών και των βιδρών. Βέβαια οι τρύπες αυτές, ύστερα από τη κατασκευή του Παραλιακού δεν υπάρχουν σήμερα.

Στο σημείο αυτό στα παλιότερα χρόνια γινόταν πραγματικό πανηγύρι των ψαράδων με τους πρόβλιακους. Και όταν μεν δεν φυσούσε αέρας και δεν έκαμνε «τσακαλντί» (=κυματάκι) τότε όλα πήγαιναν καλά. Αν όμως φυσούσε αεράκι, τότε το κύμα τους έβγαζε όλους στη στεριά και δεν μπορούσαν να ψαρέψουν. Γι’ αυτό άνοιγαν τον πρόβλιακα με τη σειρά, ο ένας πίσω από τον άλλο και όποιος πετύχαινε κυνήγι.

Υπολείμματα της Γκλιανότρυπας υπάρχουν και σήμερα. Η τρύπα εξακολουθεί να υπάρχει στο εσωτερικό του «Βουνού» και το καλοκαίρι βαστάει λίγο νερό. Στο σημείο αυτό προ ετών και για να υπάρχει επικοινωνία λίμνης και τρύπας, η τότε ΕΛΟ είχε κατασκευάσει, όπως και στην «Μαγερνίτσα» ένα γεφυράκι, το οποίο όμως σήμερα δεν υπάρχει γιατί με τα έργα που έγιναν αργότερα καταστράφηκε. Στην «Γκλιανότρυπα» το καλοκαίρι γίνεται καλό κυνήγι με τις βέργες από τους ερασιτέχνες ψαράδες. Γι’ αυτό και ο καθένας τους σηκώνεται από τις νύχτες, για να πιάσει πρώτος το σημείο πλάϊ από το άλλοτε γεφυράκι.

Να σημειωθεί ότι σε όλες τις τρύπες του Βουνού, ως και πιο πέρα από την Γκλιανότρυπα, όταν είχε γίνει ο παραλιακός δρόμος από τον Στρατό, μέσα στο βουνό είχαν παγιδευτεί τεράστιοι γκλιανοί που φαίνονταν με γυμνό μάτι από το δρόμο στα νερά του Βουνού. Μάλιστα λέγεται ότι ο Στέφανος Δανδής γιος του Παγωτού, τους είχε επισημάνει και τους έβγαζε από 20 – 30 κομμάτια, τους ξάπλωνε στο δρόμο και σαν μικρά δελφίνια ζύγιζαν από 40-50 κιλά το καθένα.

– Αφήνοντας τώρα την Γκλιανότρυπα, ερχόμαστε στον Γκαλιά. Είναι το σημείο του Βουνού, όπου στα παλιότερα χρόνια, ψηλά εκεί ήταν μια θεόρατη πέτρα, που από τις βροχές είχε ξεκοπεί από το Βουνό και έπεσε μέσα στη λίμνη, έμεινε δε απ’ έξω και φαινόταν μόνο η κορυφή της. Η πέτρα αυτή σώζεται ακόμη και σήμερα. Προχωρώντας από τον «Γκαλιά» βρίσκουμε την Ψηλή.

Η Ψηλή είναι η θέση όπου μέσα στη λίμνη υπάρχει ένας μεγάλος βράχος – πέτρα. Η πέτρα αυτή είναι γνωστή σ’ όλους τους ψαράδες και τους ερασιτέχνες που πάνε και ψαρεύουν με τις βέργες ή με λανσέ. Πριν γίνει ο παραλιακός δρόμος για να πάνε οι ψαράδες με τις βέργες τους στην «Ψηλή» όσοι δεν είχαν «καράβια» ακολουθούσαν δρομολόγιο με τα πόδια από το Τσαρδάκι, κατηφορίζοντας αριστερά από το δρομάκι προς  το «Κοκκινόχωμα». Εκεί ήταν ένα μονοπάτι, που μόλις διακρινόταν και ήταν δύσκολο να το βρει κανείς, αν δεν το ήξερε.

Όταν έφθανε στο χείλος του Βουνού συναντούσε τα απότομα βράχια που η βάση τους ήταν μέσα στα νερά της λίμνης. Για να κατεβεί δε στη λίμνη, έπρεπε να συρθεί σε μια ομαλή μεν, απότομη όμως πλάκα, που ήταν καλυμμένη από μια αρκετά μεγάλη συκιά. ΄Ετσι συρόμενος αυτός με τις βέργες και γεμάτος «παζίνες» έφθανε στην παραλία και έριχνε τις βέργες. Το ίδιο δρομολόγιο ακολουθούσε επιστρέφοντας στην Καστοριά. Να σημειωθεί πως η «Ψηλή» θεωρούνταν η καλύτερη θέση για ψαροκυνήγι με τις βέργες, γιατί βαστούσε μεγάλο γριβάδι.

– Προχωρώντας από την «Ψηλή» φθάνουμε στο Ιντζέρι. Το «Ιντζέρι» είναι η τοποθεσία, όπου άλλοτε υπήρχε μια πέτρα κομμένη σαν καρφί. Γι’ αυτό πήρε και την ονομασία της αυτή, γιατί ιντζέρι στα τούρκικα σημαίνει καρφί. Η πέτρα αυτή μετά την κατασκευή του δρόμου δεν υπάρχει πια, η ονομασία της όμως παραμένει έτσι και πιστεύω έτσι να παραμείνει και στο μέλλον.

– Ευθύς μετά το «Ιντζέρι» συναντούμε την τοποθεσία Αγία Παρασκευή. Λέγεται, πως την ονομασία της αυτή την πήρε από τα πολύ παλιά χρόνια, όταν στο σημείο αυτό παρουσιάστηκε η Αγία Παρασκευή σ’ έναν Καστοριανό ψαρά, ο οποίος σε ανάμνηση αυτής της οπτασίας, την επομένη ημέρα πήγε και φύτεψε στο σημείο εκείνο του Βουνού βάγια. Τα βάγια αυτά σώζονται ακόμη και σήμερα. Εκτός από τα βάγια στο σημείο εκείνο οργιάζει το πράσινο και η λοιπή βλάστηση. Κανένα μέρος του Βουνού δεν είναι τόσο δασωμένο και πράσινο όσο η «Αγία Παρασκευή». Αν δε κατά λάθος, κατεβαίνοντας κανείς από το βουνό, πέσει στο σημείο εκείνο, θα δυσκολευτεί πολύ για να βγει.

– Και τώρα φθάνουμε στη θέση Κατώγια, όπου μέσα στο βουνό υπήρχαν πολλές τρύπες, από τις οποίες πήρε και την ονομασία, γιατί πραγματικά έμοιαζαν με κατώγια.

Εκεί τώρα τα βράχια είναι κομμένα σαν με μαχαίρι και είναι αδύνατο να πλησιάσει κανείς τη λίμνη από το βουνό, γιατί κινδυνεύει να πέσει. Και πρέπει οπωσδήποτε να πάρει το μονοπάτι δεξιότερα, που καταλήγει στο «Κοκκινόχωμα» για το οποίο μιλάμε στη συνέχεια.

– Η θέση Κοκκινόχωμα είναι γνωστή σχεδόν σε όλους τους Καστοριανούς και βρίσκεται εκεί που σχηματίζεται ένα λιμανάκι με πυκνά καλάμια και ρηχά νερά σε αρκετή απόσταση μέσα στην λίμνη.

Την ονομασία της την πήρε η θέση από το χρώμα του χώματος του βουνού στο σημείο εκείνο, που πραγματικά είναι κόκκινο. Η θέση αυτή διαφέρει από τις άλλες κατά το ό,τι, ενώ στις άλλες ο πυθμένας είναι βραχώδης και απότομος, στο «Κοκκινόχωμα» δεν υπάρχουν πέτρες και βράχια μέσα στη λίμνη, αλλά μικρές και ολισθηρές πλάκες και χαλίκια και τα νερά είναι αβαθή σε μεγάλη απόσταση από την στεριά.

 Το ‘Κοκκινόχωμα» μπορεί να το πλησιάσει κανείς εύκολα με την βάρκα, ακόμη και να «σγκαλώσει» μπορεί κανείς εκεί το καράβι του. Είναι όπως πιο πάνω γράφουμε ένα λιμανάκι που μπορεί να προστατεύσει τα καράβια σε περίπτωση μεγάλου βοριά και εκεί ακριβώς «σγκάλωναν» τα καράβια τους οι ψαράδες, όταν φυσούσε δυνατός αέρας και πήγαιναν στα σπίτια τους από το βουνό.

΄Ανετα μπορεί κανείς να κατεβεί στο «Κοκκινόχωμα» και από το βουνό. Και είναι ίσως το μόνο σημείο στο οποίο μπορεί κανείς να φθάσει με τα πόδια μέχρι τον παραλιακό δρόμο, γιατί στα άλλα σημεία η ακτή είναι βραχώδης και απότομη. Και φθάνει κανείς στο «Κοκκινόχωμα» από το «Τσαρδάκι», ακολουθώντας ένα μονοπάτι μέσα από τα θαυμάσια πεύκα, ομαλό στην αρχή που γίνεται απότομο, μόνο όταν φθάνει και βλέπει κανείς την παραλία από ψηλά, όμως πριν αρκετά χρόνια ο Σύλλογος «Φίλοι του Περιβάλλοντος» με μεράκι κατασκεύασε πέτρινη σκάλα που φθάνει ακριβώς στο σημείο αυτό πάνω στον παραλιακό δρόμο. Το μονοπάτι αυτό ταχτικά το χρησιμοποιούν το καλοκαίρι ακόμα και την νύχτα οι ερασιτέχνες ψαράδες που πάνε με τις βέργες για ψάρεμα, αλλά και άλλοι φυσιολάτρες ή εκδρομείς.

Στο «Κοκκινόχωμα» επειδή όπως είπαμε τα νερά είναι ρηχά, δεν υπάρχει γριβάδι, παρά μονό κέφαλοι και παλιότερα κανένα συρτάρι. ΄Ετσι δεν βλέπει κανείς εκεί ψαράδες με βέργες μεγάλες, παρά μόνο με μικρές για κέφαλους και με λανσέ στα ψηλότερα για κανένα πρικί.

– Αφήνοντας το «Κοκκινόχωμα» φθάνουμε αμέσως στη θέση Καμήλα.

Το όνομά της το πήρε από την ομοιότητα προς την καμήλα της μεγάλης πέτρας που υπάρχει εκεί. Από την θέση αυτή αρχίζουν να βαθαίνουν και πάλι τα νερά της λίμνης.

– Λίγο πιο πέρα από την «Καμήλα» συναντούμε την θέση Χάνκω. Το όνομα, όπως δείχνει, είναι Τούρκικο γυναικείο. Το σημείο δε έχει θλιβερή ιστορία ενός περιστατικού για μια Καστοριανή Τούρκικη οικογένεια. Στα παλιότερα χρόνια ζούσε στην Καστοριά μια τούρκικη οικογένεια, που είχε δύο αγόρια και ένα κορίτσι με το όνομα Χάνκω. Το κορίτσι αυτό είχε πάρει τον κακό δρόμο, που εξέθετε και προσέβαλε την τιμή της οικογένειας. Τη προσβολή αυτή δεν μπορούσαν να ανεχθούν τ’ αδέλφια της Χάνκως, που είχαν μάθει τα παραστρατήματά της. ΄Ετσι ένα Σάββατο, την πήραν μαζί τους δήθεν για να πάνε στη θέση αυτή και αφού με σύρμα την έδεσαν στο λαιμό μια πέτρα, την έριξαν στη λίμνη και την έπνιξαν. Το θλιβερό αυτό περιστατικό του πνιγμού της Χάνκως στο σημείο αυτό, έδωσε στη θέση αυτή το όνομά της.

Συνέχεια σε επόμενή μας ανάρτηση