Ονομασίες Παραλιακών σημείων του «Βουνού» μας (Από τα Αρχεία της εφημερίδας μας «ΦΩΝΗ ΤΗΣ ΚΑΣΤΟΡΙΑΣ», 1964 – 1965) | Μέρος 1ο

κατηγορία : Παράδοση/Τοπικά Νέα από

Επιμέλεια: Πάνος Γ. Ιατρού

Φωτογραφίες: Στέργιος Γ. Ιατρού

Από σήμερα και σε συνέχειες, το fonikastorias.gr θα ασχοληθεί με τις ονομασίες παλαιότερα των παραλιακών σημείων του «Βουνού» μας, πολλές από τις οποίες είναι γνωστές στους παλιότερους Καστοριανούς, υπάρχουν όμως και άλλες στις οποίες θα αναφερθούμε, για να θυμούνται οι παλιοί και να μαθαίνουν οι νεότεροι.

– Αρχίζουμε από το γεφύρι του Βουρντούχα.

Το γεφύρι αυτό, καθώς θα θυμούνται οι παλιότεροι, βρίσκονταν κάτω από το σπίτι της Αθηνάς Ρίζου και των Αφών Κ. Πούλιου (δίπλα και μπροστά από την σημερινή πλατεία Απόζαρι). ΄Ηταν ένα από τα γεφύρια στα οποία όπως κάποιοι θα θυμούνται υδρεύονταν οι κάτοικοι της Καστοριάς. Στο γεφύρι αυτό κατέβαιναν  καθημερινώς οι γυναίκες και τα κορίτσια της συνοικίας από το Συσίτιο (παλαιό Ορφανοτροφείο και σήμερα 3ο Γυμνάσιο) και την Ελεούσα, ενώ από το ίδιο γεφύρι, όπως και από άλλα οι αείμνηστοι Δημήτρης Μυλωνάς και Χρήστος Τράντος, κουβαλούσαν νερό στα σπίτια με το φόρτωμα στα γαϊδουράκια τους. Το γεφύρι του Βουρντούχα ήταν ο τόπος συναντήσεως των κοριτσιών με τα αγόρια για να ανταλλάξουν μια γλυκειά ματιά ή για να ψιθυρίσουν κανένα ερωτόλογο. ΄Ηταν ακόμα και ο τόπος του αθώου κουτσομπολιού των γυναικών και το στρατηγείο απ΄ όπου έβγαινε «το δελτίο πληροφοριών» και μαθαίνονταν τα καλά και τα άσχημα νέα της Καστοριάς. ΄Ηταν επίσης και σημείο απ’ όπου ακούγονταν πολλές φορές φωνές γυναικοκαυγάδων και έβλεπε κανείς και μαλλιοτραβήγματα κάπου – κάπου.

– Λίγο πιο πέρα είναι η Γκρατίντσα με το τσινάρι που δυστυχώς δεν σώζεται σήμερα. Είναι η τοποθεσία που γινόταν το πλύσιμο και το λεύκασμα των ρούχων από τις γυναίκες. Εκεί ήσαν το κάτω και το επάνω γεφύρι με το σγκάλωμα του Νανά (όπου τώρα είναι οι εγκαταστάσεις του Ναυτικού Ομίλου). Από τα δύο αυτά γεφύρια έπαιρναν νερό οι γυναίκες του «Βουνού» που κατέβαιναν από το σπίτι του Φράσια. Λέγονταν δε «σγκάλωμα» του Νανά, γιατί εκεί άραζαν τα καράβια τους οι Νανάδες, για να μην τα πιάνει ο βοριάς. Επίσης στην Γκρατίντσα μαζεύονταν πολλοί μικροί μαθητές και κρυφά από τους δικούς τους και τους δασκάλους έπαιζαν και καμιά φορά χαρτάκια.

– Προχωρώντας από την Γκρατίντσα και αφού περάσουμε τα δύο γεφύρια και το σγκάλωμα του Νανά, βρισκόμαστε μπροστά στη θέση Μάθημα. Είναι η θέση όπου κρύβονταν οι μαθητές, όταν το σκάγαν από το σχολείο. Πήρε την ονομασία αυτή ασφαλώς κατ’ ευφημισμό, γιατί εκεί όχι μόνο δεν γινόταν κανένα μάθημα, αλλ’ απεναντίας, οι μαθητές επιδίδονταν σε άλλες απασχολήσεις και ξεχνούσαν τελείως το μάθημα. ΄Οταν δε τους ρωτούσαν αν πήγανε σχολείο, αυτοί απαντούσαν ναι και ότι πήγαν στο «μάθημα».

– Λίγο πιο πέρα από το «μάθημα» συναντούμε τους Νταμπαχανάδες του Σωτήρη του Τόσκου και του Μήτσιου Τόσκου.

Και οι δύο Νταμπαχανάδες έχουν μέσα μεγάλες σπηλιές, λέγεται δε ότι πολλές φορές πιάνανε μέσα σ’ αυτές μεγάλους γουλιανούς.

– Εγκαταλείποντας τους «Νταμπαχανάδες» φθάνουμε στη θέση «Βατσινιά» όπως την λέγανε οι παλιοί ψαράδες. Πραγματικά εκεί βρίσκονταν μια μεγάλη βατσινιά, απ’ όπου πήρε την ονομασία και η θέση. Τέτοιες πολλές βατσινιές υπήρχαν και υπάρχουν ακόμη και σήμερα στην πλαγιά του βουνού. Σ’ αυτήν λοιπόν τη βατσινιά σήμερα ψαρεύουν πολλοί ερασιτέχνες ψαράδες, γιατί λέγεται πως βαστούσε πάντοτε γριβάδι και πράγματι παλιότερα αλλά και μέχρι σήμερα πιάστηκαν εκεί πολλές φορές γριβάδια.

– Σε συνέχεια φθάνουμε στη θέση του Σιώμκου τα λευκάδια. Είναι η τοποθεσία, στην οποία ο μακαρίτης Σταύρος Σιώμκος φύτευε λευκάδια, τα οποία πολλαπλασιάστηκαν σιγά – σιγά και τα περιποιούνταν ο ίδιος. Στο σημείο αυτό ο Σταύρος Σιώμκος έβαζε τον πρόβλιακό του για να στεγνώσει. Παράπλευρα με τα λευκάδια του Σιώμκου, υπήρχε η θέση με τα λευκάδια του Γιάντσιου, που είχε  μεγάλα και πολλά λευκάδια φυτεμένα από τον ίδιο.

– Αφήνοντας τη θέση αυτή βρισκόμαστε πια στην Αγία Σωτήρα.

Η θέση αυτή πήρε το όνομά της από το όμορφο εκκλησάκι, που είναι ακριβώς πάνω από τη λίμνη και σχηματίζει ένα θαυμάσιο τοπίο με την πυκνή στο σημείο αυτό βλάστηση. Την θέση αυτή την πλησίαζε κανείς άλλοτε με το «καράβι» και τα μοτόρια ενώ ένα στενό δρομάκι οδηγούσε στην εκκλησία από τα σπίτια του Τόσκου, Νανά κ.λ.π. Το δρομάκι αυτό υπάρχει και χρησιμοποιείται και σήμερα, ιδιαίτερα στις 6 Αυγούστου που γιορτάζει και πανηγυρίζει το εκκλησάκι.

Κάτω ακριβώς από την εκκλησία άλλοτε, μέσα στα απότομα βράχια σχηματίζονταν μια σχισμή, ανάμεσα στην οποία ήταν μια τρύπα, που κρατούσε πάντα καθαρό και κρύο νερό. Το νερό αυτό ασφαλώς ήταν της λίμνης γιατί όταν έγινε το «Γκιώλε» και έπεσε η στάθμη της λίμνης με την διαρροή των υδάτων, χάθηκε και το νερό αυτό στη σχισμή. Από το νερό λοιπόν αυτό υδρεύονταν άλλοτε πολλοί κάτοικοι της Καστοριάς και οι ψαράδες, οι οποίοι αφού χάθηκε από την τρύπα υποχρεώθηκαν να πηγαίνουν στα ανοιχτότερα με τα «καράβια» και να γεμίζουν σταμνιά, «γκιούμνια» κ.λ.π., γιατί το μέρος εκείνο της λίμνης κρατάει πάντα καθαρό νερό.

– Πλάϊ από την «Αγία Σωτήρα» βρίσκεται η Μαγερνίτσα.

Γιατί πήρε αυτήν την ονομασία είναι άγνωστο. Εκεί άλλοτε υπήρχε μια τρύπα, που κρατούσε μεγάλους γκλιανούς και είχε μπόλικο κυνήγι. Γι’ αυτό και ο κάθε επαγγελματίας ψαράς βιάζονταν να πάει πρώτος, να ψαρέψει εκεί με τον πεζόβολο, ιδιαίτερα τον χειμώνα. Ποτέ οι ψαράδες σ’ αυτό το σημείο δεν βγάζαν άδειο πεζόβολο. Η τρύπα αυτή υπάρχει και σήμερα με νερό, παρ’ όλο ότι παρεμβάλλεται ανάμεσα σ’ αυτήν και τη λίμνη ο καινούργιος (υπάρχον) δρόμος. Ακριβώς δε σ’ αυτό το σημείο και για να υπάρχει επικοινωνία λίμνης και τρύπας, η τότε Ε.Λ.Ο. (Επιτροπή Λίμνης Ορεστειάδας), φρόντισε και έκαμε ένα γεφυράκι. Ακριβώς παράπλευρα και σε συνέχεια αυτής της τρύπας βρίσκεται μέσα στη λίμνη η λεγόμενη «πλάκα» της «Μαγερνίτσας».

– Από τη Μαγερνίτσα πάμε στη θέση Μούτσουνο, που πήρε έτσι την ονομασία, γιατί άλλοτε ο βράχος σχημάτιζε ένα είδος μουτσούνας (προσωπίδα) και μετά στη θέση Μπουρούνι, που πήρε έτσι την ονομασία της από τα καμώματα και τα γινάτια (μπουρίνια) της, οσάκις ψάρευαν οι ψαράδες, άλλοτε να πιάνεται ο πεζόβολος και άλλοτε όχι.

– Αφήνοντας την θέση «Μπουρούνι» φθάνουμε στους Αγίους Αποστόλους που πήρε έτσι την ονομασία γιατί φαινόταν σαν Εκκλησία με την εικόνα των Αγίων Αποστόλων. Μετά τους Αγίους Αποστόλους συναντούμε το Αυλαμπάζι. Λέγεται έτσι γιατί στο σημείο εκείνο σχηματίζονταν στη στεριά ένα είδος διαδρόμου που έμπαζε σαν σε μια αυλή. Μετά το Αυλαμπάζι φθάνουμε στην Μύτκα.

Η Μύτκα είναι ακριβώς το σημείο, από το οποίο ταξιδεύοντας με «καράβι» από την Καστοριά, μπορείς αμέσως να αντικρύσεις τα ανατολικά παραλίμνια χωριά Πολυκάρπη, Μαύροβο και όλον τον τομέα μέχρι το γνωστό «Νταούλι» της Κλεισούρας.

Τα βαθύτερα νερά της λίμνης  βρίσκονται στο σημείο αυτό της Μύτκας και σήμερα πολλοί ερασιτέχνες ψαράδες ρίχνουν τις βέργες τους εκεί επειδή τα νερά είναι βαθειά και πιστεύουν ότι θα βγάλουν ψάρι.

– Ακριβώς πλάϊ από τη Μύτκα βρίσκεται η θέση Αράπης, που πήρε την ονομασία της από το εξής ιστορικό συμβάν : Κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο το 1917-1918 στην Καστοριά υπήρχε Γαλλικός στρατός, στον οποίο υπηρετούσαν και πολλοί μαύροι (αράπηδες), όπως θα ενθυμούνται οι παλαιότεροι. Στο σημείο λοιπόν αυτό υπήρχε τότε ένα φυλάκιο από αράπηδες που διενεργούσαν ελέγχους στους διερχόμενους. Μια μέρα ένας από αυτούς έπεσε στη λίμνη, μη ξαίροντας δε να κολυμβά πνίγηκε, παρά τις προσπάθειες των άλλων να τον σώσουν, γιατί καθώς είπαμε τα νερά στο σημείο εκείνο είναι πολύ βαθειά.

΄Ετσι η θέση ονομάστηκε Αράπης.

Αφήνοντας την Μύτκα και τον Αράπη συναντούμε τον Μύλο. ΄Ένα σημείο που έμοιαζε με μύλο. Στο σημείο αυτό μέσα στο βουνό υπήρχε άλλοτε μια μεγάλη τρύπα, όπου ράσιζαν οι γκλιανοί. Οι παλαιότεροι έλεγαν πως στο χείλος αυτής της τρύπας απλώνονταν μια άλλη μικρή λίμνη στο κούφιο βουνό. Αυτό όμως δεν είναι εξακριβωμένο.

– Προχωρώντας φθάνουμε στη θέση Χεροτάκι, που λέγεται έτσι, γιατί σ’ αυτό το σημείο σχηματίζονταν κάτι σαν χερότι Γάντι κατά πολλούς, κατ’ άλλους δε γιατί έμοιαζε σαν μικρό χέρι. Εκεί ήταν και μια αρκετά μεγάλη σπηλιά που ένα μέρος της σώζεται μέχρι και σήμερα. Στη σπηλιά αυτή κρύβονταν και φυλάγονταν οι Καστοριανοί στους βομβαρδισμούς το 1940-1941. Μετά το Χεροτάκι βρίσκουμε τον Καρατάσιο τη θέση που πήρε το όνομά της από τον ψαρά Καρατάσιο, που ψάρευε τακτικότατα εκεί.

– Μετά τον Καρατάσιο συνορεύει αμέσως η περίφημη Αρκούδα.

Θέση στην οποία υπάρχει μια μεγάλη πέτρα μέσα στη λίμνη και που μοιάζει καταπληκτικά με αρκούδα. Είναι σημείο εμφανές και όσοι περνούν από εκεί είτε με καράβι είτε πεζοί, του κάνει εντύπωση και ρωτώντας μαθαίνουν για την Αρκούδα.

Λέγεται πως τα παλιότερα χρόνια ένας γκεμιτζής που έκτιζε σπίτι στη Καστοριά και δεν είχε χρήματα να το τελειώσει, ζήτησε χρήματα από τον Καστοριανό έμπορο Χριστόδουλο Κουτσιό (Σαπουντζή) και επειδή αυτός δεν του έδωσε, όταν τον έφερνε από το Μαύροβο, τον έβγαλε και τον άφησε επάνω στη πέτρα αυτή, την Αρκούδα.

Συνέχεια σε επόμενή μας ανάρτηση