Όχι… όχι! Τίποτα σπουδαίο δεν έχω να σας πω…(Γράφει η Βιβή Φαρσαλιώτου+Ιατρού)

Για ένα άλλο «θεματάκι» θέλω να «τα πούμε» σήμερα.

Τίποτα σπουδαίο. Κάποια όμορφα συναισθήματα που ένιωσα να σας παραδείξω, μερικές διαπιστώσεις, απορίες και αναρωτήσεις μου να καταθέσω, μερικές ανησυχίες μου να σας ξαναπώ.

Ίσως και μέσα μου να πιστεύω πως, όσο τα λέμε και δεν τα κρατάμε, κάποιοι που βλέπουν και νιώθουν τα ίδια, να αποφασίσουν να τραβήξουν, έστω λίγο, το σχοινί προς το μέρος τους και να κουνήσουν τον τροχό προς τα μπροστά.

Γιατί, τούτος και όλος ο κόσμος δεν θα αλλαχτεί από μόνος του. Και ούτε κανείς θα ρθει να μας τον αλλάξει για τη χάρη μας. Και καλά θα κάνει, βέβαια, γιατί, ποιος ξέρει καλύτερα από εμάς, το καλύτερο για εμάς; Ποιος ξέρει καλύτερα από εμάς τι μας χρειάζεται, τι μας λείπει, τι μας περισσεύει, τι πρέπει να αλλαχτεί και τι πρέπει να παραμείνει για να γίνει  «καλύτερος» ο κόσμος μας; Ο Μικρός μας Κόσμος, η Πόλη μας, η Μικρή μας Πόλη, η Όμορφη Μικρή μας Πόλη που ευλογήθηκε από τη Φύση και τους Θεούς. Και που, μέσα από χιλιάδες χρόνια και εκατοντάδες χιλιάδες Ανθρώπους που ευλογήθηκαν, πέρασαν, έζησαν σε τούτον τον Τόπο, και, εν τέλει, τον εξέλιξαν, τον χαρακτήρισαν, του αφήσαν τα αποτυπώματά τους και, εμείς, τους περιλαμβάνουμε σε μία, συγκεντρωτική, ιερή λέξη: «ΙΣΤΟΡΙΑ».

Γιατί, τι είναι η «Ιστορία» ενός τόπου; Είναι όπως έζησαν,  ό,τι έφτιαξαν και ό,τι χάλασαν, όπως φέρθηκαν οι γενιές των γενεών των Ανθρώπων του. Οι γενιές των γενεών που φτάνουν μέχρις εμάς. Καμιά γενιά καμιά στιγμή δεν ζει και δεν φέρεται με την έγνοια του «γράφω Ιστορία». Οι εκάστοτε ανάγκες  οδηγούν τους ανθρώπους, σαν μονάδες και σαν σύνολα, και, τα αποτελέσματα του τρόπου διαβίωσής τους καταγράφονται, και, εξεταζόμενα μακρόθεν χρονικά, χαρακτηρίζονται ως Ιστορία.

Έτσι, λοιπόν, στους τόπους, μέσα από την ευημερία ή την παρακμή των ανθρώπων τους, αναδεικνύονται τα έργα και οι ημέρες  και όλα μαζί, καλά και κακά, υποδέχονται την επόμενη γενιά η οποία στη συνέχεια τραβάει τον δικό της δρόμο αφήνοντας το δικό της αποτύπωμα.

Ας προσπαθήσουμε, τώρα –μετά τις «απλές φιλοσοφικές αναζητήσεις» μου- να δούμε τι ακριβώς κάνουμε εμείς, εδώ, σήμερα.

Ποιοι είμαστε οι «εμείς εδώ, σήμερα» ;

Είναι αρκετοί ακόμη Γονείς μας –στην ουσία η προπροπροηγούμενη «γενιά»- που κοντεύει τον αιώνα ζωής, είμαι εγώ –η προπροηγούμενη γενιά που ξεπέρασε τον μισό αιώνα ζωής- είσαι εσύ –η προηγούμενη γενιά, που έκλεισες τα 30 σου – είναι η παρούσα γενιά που γεννιέται σήμερα και, είναι και η επόμενη που θα γεννηθεί αύριο – στην κυριολεξία αύριο. Δηλαδή, 5 ολόκληρες γενιές σε μία συγκεκριμένη χρονική στιγμή. Ακόμη και αυτή που θα γεννηθεί αύριο, εφόσον το αύριο είναι ήδη σήμερα και το σήμερα είναι ήδη χτες, ήδη έχει αφήσει ένα μικρό αποτύπωμα στην Ιστορία με τον τρόπο –π.χ. που τράφηκε τις πρώτες μέρες της ζωής της, τα απορρίμματα που άφησε τις πρώτες μέρες της ζωής της, τα νανουρίσματα, τα άτομα που τη κράτησαν τις πρώτες μέρες της ζωής της! Για όλα αυτά τα χαρακτηριστικά της ολιγοήμερης ζωής του, μπορεί να μην ευθύνεται προσωπικά, όμως δεν παύει να χαρακτηρίζεται απ’ αυτά.

Τι «κάνουμε οι εμείς, εδώ, σήμερα» ;

Όλοι μας, όπως όλοι οι άνθρωποι της υφηλίου, ίσως για μία από τις ελάχιστες φορές στην ιστορία της υφηλίου, να περικυκλωνόμαστε συγχρόνως από μία πολύ δύσκολη οικονομική κατάσταση και από έναν άγριο οικονομικό αγώνα που αγγίζει τα όρια του άγριου οικονομικού πολέμου. Το θέσφατον «το μεγάλο ψάρι τρώει το μικρό» μοιάζει να είναι ο οδηγός και ο μπούσουλας σε όλον τον κόσμο, για όλους τους ανθρώπους. Και για εμάς. Από τον μεγάλο μέχρι τον μικρό. Όλοι, παλεύουμε να επιβιώσουμε τρώγοντας τον μικρότερο και, μάλιστα, φρέσκο. Αυτό, είναι προφανώς απαραίτητο στον κόσμο των ψαριών, για των ανθρώπων τον κόσμο όμως, δεν είναι καλό.

Φυσικά και στον αγώνα αυτό επιβιώνουν οι ελάχιστοι ισχυροί ενώ, άγνωστη παραμένει η τελική έκβαση των πραγμάτων, παρόλες τις μαθηματικές ακρίβειες με τις οποίες ρυθμίζονται και λειτουργούν τα παγκόσμια πράματα.

Έτσι, η οικονομική εσωτερική και εξωτερική μετανάστευση έχει πάρει παγκόσμιο χαρακτήρα και, σε πολλές περιπτώσεις, επαυξάνεται από τους άλλους (πολιτικούς και κοινωνικούς) λόγους. Το γεγονός είναι ότι, όποιος μπορεί, φεύγει από την Πατρίδα του, όποια κι αν είναι αυτή, πηγαίνοντας σε «κάπου καλύτερα» από τη δική του. Αυτό δημιουργεί κενά στην πατρίδα του τα οποία σιγά-σιγά καλύπτονται από τους μετανάστες της αμέσως «κατώτερης» χώρας κ.ο.κ.  σαν ντόμινο. Την εποχή, χαρακτηρίζει ο τεράστιος αριθμός των μεταναστών κάθε ηλικίας. Σαφέστατα, απέχει πόρρω από τις μεταναστεύσεις Φύλων και Φυλών των αρχαίων χρόνων. Οι εναπομείναντες, τώρα, σε κάποιον –όποιον- τον δικό μας- τόπο, είμαστε οι «εμείς, εδώ, σήμερα», σε μικρότερο αριθμό, που αναλύσαμε πιο πάνω και θα δούμε και στις επόμενες γραμμές. Είμαστε λοιπόν, 5 γενιές, οι 2 εκ των οποίων συνταξιούχοι ή απλά υπερήλικες και ακατάλληλοι για εργασία λόγω ηλικίας. Πολλοί, πάρα πολλοί απ’ αυτούς δεν μπορούν να πάρουν σύνταξη γιατί έχουν σταματήσει να δουλεύουν πρόωρα και βίαια, δεν μπορούν να πληρώσουν τα ασφάλιστρα που τους δυσαναλογούν, και διαβιούν με επιδόματα αναξιοπρεπούς μέριμνας του κράτους. 1 γενιά που «εκπαιδεύεται» μεγαλώνοντας μέσα στα ανωτέρω περιβάλλοντα και  1, που ξυπνάει το πρωί βλέποντας (στην καλύτερη) τους γονείς του, ή (στη χειρότερη) μια ξένη γυναίκα που το φροντίζει και κοιμάται το βράδυ κατά τον ίδιο τρόπο.

Και, άφησα τελευταία την αναφορά στην 1 γενιά, στην παραγωγική ηλικία που μπορεί να πιάσει την πέτρα και να την στύψει ή, απλά, ψάχνει να βρει πέτρα για να την στύψει. Η γενιά αυτή περιλαμβάνει επιστήμονες εξαιρετικής εκπαίδευσης, τεχνίτες και κάθε είδους επαγγελματικής δραστηριότητας, που, παρόλη την πολύχρονη κρίση στην δική μας Μικρή, μα μικρογραφία του κόσμου όλου, Πόλη, συνεχίζουν να υφίστανται, να δραστηριοποιούνται, κάποιες να τα καταφέρνουν πολύ καλά και κάποιες όχι. Δεν γνωρίζω κανένα μα κανένα επάγγελμα που να μην υπάρχει στον τόπο μας σήμερα. Γνωρίζω ότι υπάρχουν επιστήμονες όλων των ειδικοτήτων , οι οποίοι, όπως πάντοτε, φτάνουν μέχρι εκεί που τους επιτρέπεται από τον τεχνολογικό εξοπλισμό που διαθέτουν οι ίδιοι ή κάποιοι άλλοι επαγγελματίες σχετικών κλάδων. Γνωρίζω, βέβαια, ότι πάρα πολλές φορές χρειάστηκα εγώ ή κάποιος γνωστός μου, κάποια ειδικότητα τεχνίτη και δεν βρίσκαμε άμεσα εύκαιρους γιατί ο αριθμός τους ήταν μικρός απέναντι στη ζήτηση. Επίσης, παραδέχομαι ότι πολλές φορές «έπεσα» σε όχι αξιόπιστο ή όχι άρτια καταρτισμένο τεχνικό. Κάποιες φορές, και επιστήμονα. Παρόλα αυτά, είχα τη δυνατότητα –περιμένοντας – να εξυπηρετηθώ καλά και, αρκετά φθηνότερα από ό,τι κοστίζει μία παρόμοια ή ίδια παροχή υπηρεσίας στις μεγάλες πόλεις.  Χαρακτηριστικό είναι ότι κάποια χειρωνακτικά επαγγέλματα, όπως των επιδιορθώσεων ρούχων και παπουτσιών, που τις προηγούμενες δεκαετίες είχαν εξαφανιστεί ή λιγοστέψει κατά πολύ, εμφανίστηκαν ξανά με πολύ καλή πελατεία. Ενώ, καινούργιες ειδικότητες κρίνονται πλέον ως απολύτως απαραίτητες και σε μεγάλο αριθμό ασχολουμένων, π.χ. της μακιγιέζ και της μανικιούρ –πεντικιούρ. Επίσης, παραδέχομαι ότι δεν μου έχει λείψει τίποτα απολύτως που να μην βρω να αγοράσω σε φυσικό κατάστημα της πόλης, παρόλες τις προσωπικές μου «αμαρτίες» να ψάξω ή να αγοράσω από το διαδίκτυο, τον σύγχρονο τρόπο αγορών. Η χαρά μου δε, κάθε φορά που ανακαλύπτω ότι έδρα του διαδικτυακού –ηλεκτρονικού καταστήματος είναι στην πόλη μου, είναι τεράστια. Γνωρίζω επίσης, ότι, υπάρχουν πλέον ελάχιστα κοπάδια αιγοπροβάτων και βοοειδών (ειδικά ελευθέρας βοσκής) και ότι οι καινούργιες ράτσες έχουν αντικαταστήσει ήδη σχεδόν εξ ολοκλήρου τις παραδοσιακά τοπικά εκτρεφόμενες. Ελάχιστοι, τολμηροί, νεαροί συμπολίτες μας έχουν στήσει κτηνοτροφικές μονάδες και βρίσκει κανείς δικά τους εξαιρετικής ποιότητας προϊόντα στο εμπόριο. Δεν γνωρίζω το εύρος των πωλήσεών τους, υποθέτω ότι δεν είναι μεγάλες παραγωγές. Τα βουνά, όπου όλα τα προηγούμενα χρόνια ήταν βοσκότοποι, χρόνο με τον χρόνο ασφυκτιούν και τα μονοπάτια που κρατιούνταν ανοιχτά από τη βοσκή πνίγονται και χάνονται από τα χόρτα και τους θάμνους.  Οι καλλιέργειες της γης, περιλαμβάνουν σημαντικότατες καλλιέργειες μήλων και φασολιών πασίγνωστων στις άκρες του κόσμου. Και, ενώ, υπάρχει πληθώρα ντόπιας παραγωγής κάθε είδους λαχανικού, τεράστιες εκτάσεις γης παραμένουν ανεκμετάλλευτες. Μετρημένοι, νέοι κυρίως, συμπολίτες μας έχουν προχωρήσει τις καλλιέργειές τους και τις πωλήσεις τους με τους σύγχρονους τρόπους συσκευασίας και προώθησης.

Οι Φοιτητές που σπουδάζουν στην Πόλη μας, είναι μία κινητήρια οικονομική δύναμη, τόσο για τα σπίτια όσο και για τα καταστήματα -κυρίως- του καφέ. Τα καφέ, φέρνουν τον καφέ και την τυρόπιττα στο σπίτι στις 12 το μεσημέρι που ξεκινά η μέρα για πολλούς απ’ αυτούς. Στα παρεχόμενα σπίτια, υπάρχει αισθητή διαφορά ανάμεσα στα «προσεγμένα» και στα μη προσεγμένα. Οι διαφορές στις τιμές επίσης εμφανείς. Στην δική μας πόλη, υπάρχουν πολλοί ιδιοκτήτες που ρίχνουν εξευτελιστικά τις τιμές προκειμένου να «βολευτούν» οι ίδιοι. Αυτό δεν συμβαίνει σε άλλες φοιτητουπόλεις όπου, υπάρχει «ταρίφα» για όλα τα 2άρια, τις γκαρσονιέρες και τα μονόχωρα, άσχετα από τον όροφο, την τοποθεσία, την κατασκευή κ.λ.π. Η διαφορετική διαχείριση θυμίζει «άρπα-κόλλα» και γενικά, ό,τι αρπάξει ο … μας. Προς Θεού, δεν ισχυρίζομαι ότι είναι καλές οι «ταρίφες» και τα ακριβά ενοίκια, όμως, για να ευημερεί το άτομο πρέπει να ευημερεί το σύνολο. Και το ανάποδο. Και για να ευημερεί το σύνολο πρέπει να υπάρχει κατ’ αρχήν ομόνοια. Δηλαδή οι άνθρωποι όλοι να σκέπτονται μαζί. Όχι χώρια. Το παράπονο που έχω να εκφράσω από όλα αυτά τα χρόνια που δημιουργήθηκε το Πανεπιστήμιο στην Πόλη μας, είναι η απουσία των Φοιτητών από τη δημιουργία σημαντικών πολιτιστικών δράσεων. Από πράγματα που –ήλπιζα- να μάθουμε απ’ αυτούς. Από πράγματα που θα πήγαιναν μπροστά τον τόπο που τους φιλοξενεί και τους μορφώνει. Δεν θέλω να αδικήσω όλους τους Φοιτητές και όλες τις φουρνιές τους. Υπήρξαν πράγματα που έγιναν, άλλα που, σίγουρα, δεν έμαθα. Όμως, αυτό είναι πρόβλημα. Αν δεν το έμαθα –αν δεν το έμαθες, πώς έγινε, τι έγινε, πού έγινε… Ίσως είναι και γενικότερο θέμα αυτό, ίσως και σ’ άλλους τόπους να γίνεται έτσι πια. . Ίσως να έχουμε πάψει να τους εμπνέουμε κι οι παλιοί. Ίσως να έχουν πάψει να ονειρεύονται και οι ίδιοι.

Με τα κοινά, εδώ και αρκετές τετραετίες, όπως παγκοσμίως, δεν ασχολούνται παρά ελάχιστοι, άξιοι και ικανοί, ενώ, για τους περισσότερους η ενασχόληση με τα κοινά αποτελεί τρόπο και δρόμο επιβίωσης και προσωπικής ανέλιξης, για κάποιους λίγους ακόμη και έμφυλης επιβεβαίωσης, εφόσον δεν έχουν καταφέρει να έχουν μία σταθερή εργασία και ένα σταθερό, αξιοπρεπές εισόδημα. Ανάμεσά τους, οι ρομαντικοί και ευέλπιδες, σύντομα αφομοιώνονται με το σύστημα ή αναγκάζονται σε απομάκρυνση από τους θώκους αυτούς. Κάποιοι από τους εκλεγμένους, προφανώς, από την έλλειψη ικανότητας στη διοίκηση και στην ουσιαστική άσκηση εξουσίας, καταπιάνονται αφελώς, με το να λύσουν οι ίδιοι καθημερινά ζητήματα, αποδεικνύοντας ότι, θα ήταν πολύ καλοί για εργάτες αλλά, εντελώς ανίκανοι για Αρχή. Αυτό, δεν θα είχε και τόσο μεγάλη σημασία, αν δεν πήγαινε προς τα πίσω την ανάπτυξη  και αν δεν χαλούσε την κανονικότητα της ιεραρχίας με όσα αυτό συνεπάγεται. Κοντολογίς, θα μπορούσαν κάποιοι να προσληφθούν ως εργατικό προσωπικό και να παράγουν έργο δικαίως αμειβόμενοι, παρά να ζητούν την ψήφο των συμπολιτών τους και να μην μπορούν να ασκήσουν την διαχείριση της Αρχής για την οποία φέρουν ακέραια την ευθύνη.

Μέσα σε όλα αυτά, (απαραίτητα στην καταγραφή της Ιστορίας) είναι η τεράστια αλλαγή στον ιστό της κυρίως πόλης. Η κυρίως Πόλη, η παλιά Πόλη, το ιστορικό κέντρο της Πόλης εγκαταλείφθηκε από πολλούς, κατά το πλείστον νέους ηλικιακά, κατοίκους της οι οποίοι μετακινήθηκαν στην καινούργια πόλη στην προέκταση της περιοχής Χλόη και στα παλιά, δίχως «αξία» έως σήμερα, σημεία της, όπως η περιοχή Νταηλάκη και ΛΥΒ. Τα παλιά, πατρικά τους σπίτια,  τα οποία, με ελάχιστα χρήματα θα μπορούσαν να ανακαινισθούν και να συνεχίσουν να είναι οι κατοικίες τους, παρέμειναν κλειστά, απαξιωμένα, παραδομένα στην φθορά του χρόνου. Αφήνοντας «νεκρή» την πραγματική Πόλη. Κατοικίες στις νέες αυτές συνοικίες, ήταν εύκολο να αποκτηθούν από ανθρώπους του νομού οι οποίοι ήθελαν να έλθουν στην Πόλη και να έχουν το δικό τους κομμάτι γης.

Τα καινούργια σπίτια, κτίστηκαν στις προεκτάσεις της καινούργιας Πόλης, φερέλπιδα, μεγαλόπνοα και εντυπωσιακά, χωρίς ωστόσο, κάποιο συγκεκριμένο «χρώμα», ρυθμό και προσωπικότητα, ώστε, να μπορούν να καυχώνται ότι έχτισαν μια πραγματικά όμορφη προέκταση πόλης (παρόλο που αρκετά από αυτά είναι όμορφα). Πολυόροφα οικοδομήματα, μία πολύ κακή «θέα» από την απέναντι, κυρίως Πόλη, κτίζονται διαρκώς στην προέκταση Νατηλάκη. Όλα αυτά, αποκτήθηκαν ως επί το πλείστον με δανεισμούς από τράπεζες και ο αγώνας να κρατηθούν πολλά από αυτά, θα είναι ισόβιος για τους ιδιοκτήτες. Η δυνατότητα δε συντήρησης και κυρίως, θέρμανσής τους, γρήγορα αποδείχθηκε δυσχερής και, σήμερα, σχεδόν, αδύνατη.

Έχουμε λοιπόν, με αυτόν τον τρόπο, σχεδόν διπλά σπίτια για έναν όχι αυξάνοντα αριθμό κατοίκων και, η μεν προηγούμενη Πόλη μένει ανεκμετάλλευτη η δε επόμενη ασταθώς μετέωρη. Ήδη, αρκετοί συμπολίτες μας, διαπιστώνοντας τα παραπάνω, (προσθέτοντας και τα πολυποίκιλα εκ των αποστάσεων από το κέντρο, προβλήματα) επιλέγουν την αξιοποίηση των πατρικών τους, ή ακόμη και την αγορά παλαιών οικημάτων τις οποίες ανακαινίζουν, προκειμένου να ζήσουν αξιοπρεπώς (οικονομικά) και ανθρώπινα (με ελάχιστες τροχοφόρες μετακινήσεις).

Επίσης, μετακινήθηκαν τα εμπορικά καταστήματα από το ιστορικό παραδοσιακό εμπορικό πραγματικά «κέντρο», προς  μέρη της πόλης τα οποία έως τότε κρίνονταν παντελώς ακατάλληλα για οποιαδήποτε αξιοπρεπή εμπορική χρήση, ήταν παραμελημένα, εγκαταλειμμένα και βρώμικα. Θεωρούνταν «έξω» ή «άκρη» της πόλης, και , γενικά, κατώτερης κλάσης και μικρότερης (ακόμη και σήμερα) αντικειμενικής και ουσιαστικής αξίας ακίνητα. Με την μετακίνηση αυτή, τα καταστήματα σκόρπισαν σε πολλούς δρόμους, δεν συγκροτούν εμπορικό «κέντρο» και το μοναδικό επιχείρημά τους ήταν η θέση τους κοντά σε χώρους στάθμευσης. Στην ουσία, ένας άχρηστος παράγοντας, σε μια τόσο μικρή πόλη, σε μια τόσο μικρή αγορά, όταν σε όλον τον κόσμο τα «καλά» καταστήματα παραμένουν στα παραδοσιακά κέντρα των πόλεων και σε όμορφους πεζοδρομημένους δρόμους, πολλών χιλιομέτρων συχνότατα.   Οι καταστηματάρχες, ελπίζοντας σε καλύτερες οικονομικές συναλλαγές, μετεγκαταστάθηκαν στη νέα αγορά, πληρώνοντας μεγαλύτερα ενοίκια από τα παλιά τους, έκαναν σημαντικές ανακαινίσεις στα πιο πάνω περιγραφόμενα ακίνητα,  ελπίζοντας –φρούδα- πως θα διεκδικούσαν μεγαλύτερο κομμάτι από την πίτα της αγοράς, παραβλέποντας ότι, αυτομάτως πολλαπλασίαζαν τα έξοδά τους διεκδικώντας μερίδιο από το ίδιο, συγκεκριμένο και διαρκώς συρρικνούμενο βαλάντιο του Νομού. Ένα – ένα τα καταστήματα ακολουθούσαν αυτόν τον δρόμο κι ένα –ένα ερχόταν (και έρχεται) αντιμέτωπο με την πραγματικότητα. Η οποία είναι γνωστή σε όλους. Πολλά καταστήματα αναγκάστηκαν να κλείσουν και μάλιστα με ζημία. Αυτά που κρατήθηκαν, είναι, προφανώς, εκείνα που απαιτούνται ως αριθμός και είδος για την αναλογία πληθυσμός/ανάγκες.

Η Πόλη, λοιπόν, δεν «άδειασε». Η Πόλη, απλά, μετακινήθηκε. Φύγαν, ναι, αρκετοί κάτοικοι. Φύγαν πολλοί νέοι κάτοικοι. (Η σκέψη ολωνών τους είναι να καταφέρουν να γυρίσουν κάποτε πίσω.)

Το κεφάλαιο «γούνα» δεν χρειάζεται να το αναλύσει κανείς… Η στροφή προς τον τουρισμό, φάνηκε πως είναι μονόδρομος. Οι ξένοι που έρχονται στην Πόλη, περπατούν μέσα της. Αυτήν έρχονται να δουν. Αυτό που έχουμε, αυτό που οφείλουμε να διατηρήσουμε. Δεν θα έλθει κανείς να δει το «νέο» το «σύγχρονο» το τσιμέντο. Μόνο το τσιμέντο μπορούν να φτιάξουν οι άνθρωποι, και, δυστυχώς, δυστυχέστατα, σ’  αυτόν τον τομέα δεν μπορούμε να είμαστε περήφανοι. Καμία από τις τρέχουσες γενιές. Οι είσοδοι και οι έξοδοί της όσο όμορφες κι αν είναι (που δεν τις λες και όμορφες) είναι απλά είσοδοι και έξοδοι. Αυτοκινητόδρομοι κυρίως. Αφού δουν και περπατήσουν για λίγο ή για πολύ κοντά στην Λίμνη, περπατούν λοιπόν στον παραδοσιακό ιστό της Πόλης, ναι, ανάμεσα σε κενά και εγκαταλειμμένα πρώην καταστήματα, τα οποία ψάχνουν να βρουν τη νέα τους ταυτότητα.  Όλοι οι τουρίστες όλου του κόσμου, επισκέπτονται τα παραδοσιακά κέντρα των τόπων. Αυτό που χαρακτηρίζει τους τόπους. Στο δικό μας παραδοσιακό κέντρο είναι, τα σπίτια που έζησαν όλες οι προηγούμενες γενιές Καστοριανών Χριστιανών, καθώς και Εβραίων και Τούρκων, τα Μουσεία μας, τα σωζόμενα αρχοντικά και όλοι οι περίφημοι 75 Βυζαντινοί Ναοί, οι οποίοι είναι όλοι κλειδωμένοι και μη επισκέψιμοι. Σε όλον τον κόσμο, όλοι οι επισκέψιμοι ιστορικοί χώροι, είναι ανοιχτοί και με ένα ελάχιστο –συνήθως – αντίτιμο μπορείς να μπεις και να τους θαυμάσεις. Με το αντίτιμο αυτό, πληρώνονται οι υπάλληλοι που τον φροντίζουν, ο καθαρισμός των χώρων και οι συντηρήσεις τους. Αν όχι 75 ανθρώπους, 35 θα μπορούσαμε σίγουρα να διαθέτουμε, να μην είναι άνεργοι, να διαβιούν αξιοπρεπώς και να ωφελείται και ο τουρίστας και το αξιοθέατο και ο τόπος όλος.

«Αξιοθέατο» ήταν είναι και θα είναι η κυρίως Πόλη, η παλιά Πόλη, όλη η παλιά μας Πόλη. Κανένας δεν επισκέπτεται για τουριστικούς λόγους τις προεκτάσεις της. Καμία φωτογραφία των προεκτάσεων δεν βγήκε ποτέ για να χαρακτηρίσει την Καστοριά, την  Όμορφη Μικρή μας Πόλη. Αυτό που οι Αρχές έχουν «φτυσμένο». Γιατί τόσο μπορούν να σκεφτούν. Λόγω ποσότητας μυαλού, γνώσεων και ικανοτήτων.

Αξιοπρεπέστατα ξενοδοχεία με πολύ καλές παροχές είναι έτοιμα να υποδεχτούν ανά πάσα στιγμή τους επισκέπτες της Πόλης. Η φυσική ομορφιά της οποίας είναι αποδεδειγμένη ευλογία. Οι φορές που η πληρότητα όλων αγγίζει το 100% είναι λίγες. Και οι φορές που η πληρότητα αγγίζει το 100% για περισσότερα από 2 ή 3 βράδια, ακόμη λιγότερες. Πολύ όμορφα εστιατόρια, όλα με εξαιρετικό φαγητό. Ποτέ δεν νιώσαμε δυσάρεστα φιλοξενώντας φίλους μας, όπου κι αν φάγαμε. Τα εστιατόρια, είναι και αυτά σε δυσχερή θέση γιατί πάρα πολλοί τουρίστες επιλέγουν μικρά πρόχειρα γεύματα για τους προφανείς οικονομικούς λόγους.

Καφετέριες και χώροι για «μετά», επίσης πολλοί, πάρα πολλοί και όμορφοι.

Προσπάθησα πολλές φορές να «μετρήσω» ποιοι και πόσο κερδίζουν, άμεσα, χρήματα και οφέλη από τον τουρισμό: Τα ξενοδοχεία, τα εστιατόρια, οι καφετέριες, τα ζαχαροπλαστεία, τα καταστήματα με τα είδη δώρων- σουβενίρ, τα μικρά ή τα μεγαλύτερα είδη γούνας. Ε; Ίσως κάποια καταστήματα ένδυσης ή υπόδησης; Ο αριθμός των εργαζομένων σε όλα τα παραπάνω. Οι εκκλησίες. Η εκκλησία.

Ο «τύπος» της Πόλης ήταν πάντα, από νωρίς στη δουλειά, από νωρίς στο κρεβάτι. Κοινός τύπος με όλου του κόσμου τους τύπους. Σε όλον τον κόσμο, οι άνθρωποι κοιμούνται νωρίς για να σηκωθούν νωρίς και να πάνε στη δουλειά τους. Τα προηγούμενα χρόνια, της τεχνητής ευφορίας και της πλασματικής ευζωίας, οι άνθρωποι (και στην δική μας Πόλη), παραπλανημένοι, μάθαν να ξενυχτούνε καθημερινά και η πραγματική τους μέρα να …αργεί να ξημερώσει. Η επαναφορά στο κανονικό στα χρόνια που ακολούθησαν εκείνη την εποχή, έδωσε στους νέους, κυρίως, την ψευδή εικόνα ότι, στη μεν Καστοριά, τη νύχτα κυκλοφορεί «η αρκούδα» ενώ, στις παγκόσμιες πόλεις, οι άνθρωποι χορεύουν όλη νύχτα πίνοντας, καπνίζοντας και γλεντώντας. Κανείς (εδώ στην δική μας Πόλη) δεν φαντάζεται πώς είναι να ζεις σε μια μεγάλη πόλη του εξωτερικού ή του εσωτερικού, όπου χρειάζεται να ξυπνήσεις από τις 4 ή 5 το πρωί για να είσαι στη δουλειά σου στις 8. Κανείς (εδώ στην δική μας Πόλη) δεν φαντάζεται ότι σε όλου του κόσμου τις πόλεις, η ζωή τελειώνει στις 8,30-9 το βράδυ. Μένουν λοιπόν, με τη γκρίνια στο στόμα για την κακοτυχία τους- την κακοτυχία μας, ενώ, ούτε καν οι ίδιοι μπορούν (εκ των πραγμάτων) να κυκλοφορήσουν πλέον μετά τις 9 το βράδυ. Κατηγορούν δηλαδή τους άλλους γι’ αυτό που κάνουν οι ίδιοι. Παρόλα αυτά, ακόμη και αυτή τη στιγμή που η ώρα δεξιά κάτω στο λαπτοπ δείχνει 00,24, ένα αυτοκίνητο περνά από την «άδεια» Μητροπόλεως της «άδειας» παλιάς Πόλης κάθε 2-3 λεπτά. Τουλάχιστον μέχρι τη 1,30.

Τι μπορούμε να κάνουμε, εμείς που είμαστε εδώ;

Εκείνοι που μείνανε, εκείνοι που μείναμε, οι 5 γενιές που είπαμε, δεν είμαστε λίγοι.

Αν πιαστούμε χέρι – χέρι, θα αγκαλιάσουμε όλην την Πόλη, όλον τον Νομό, όλη μας την Λίμνη, όλα μας τα Βουνά και τον Κάμπο, και δεν θα μπορεί κανείς να τα πειράξει. Αν πιαστούμε χέρι- χέρι θα φτιάξουμε την Μικρή μας Πατρίδα σωστόν Παράδεισο, όπου τίποτα δεν θα λείπει από κανέναν και, όλοι θα χαμογελάμε βαθιά. Αν πιαστούμε χέρι –χέρι, κανενός το χέρι δεν θα μπορεί να βλάψει κανέναν και κανενός το χέρι δεν θα μπορεί να «κλέψει» τον άλλο. Αν πιαστούμε χέρι-χέρι, όλοι θα ανεβούμε στην κορυφή και κανένας «ξένος» δεν θα μπορεί να μας φοβίσει.

Εκείνοι που μείνανε, εκείνοι που μείναμε, οι 5 γενιές που είπαμε, δεν είμαστε λίγοι. Κάνουμε κάποια -βασικά- σωστά και κάποια –βασικά- λάθη.

Ας πιάσουμε πρώτα τα λάθη, για να τελειώνουμε με αυτά:

Λάθη κάνουμε όλοι μας.

Λάθος είναι να έχουμε ματαιοδοξίες.

Λάθος είναι να κλαιγόμαστε.

Λάθος είναι να κοιτάζουμε το πρόβλημα και να πιστεύουμε ότι φταίνε οι άλλοι.

Λάθος είναι να πιστεύουμε ότι οι άλλοι είναι καλύτερα από εμάς.

Λάθος είναι να πιστεύουμε ότι εμείς είμαστε καλύτεροι από τους άλλους.

Λάθος είναι να μετράμε τι δώσαμε και τι πήραμε εμείς και τι δώσανε  και τι πήρανε οι άλλοι.

Λάθος είναι να πληρωνόμαστε εδώ και να ξοδεύουμε αλλού.

Λάθος είναι να πιστεύουμε ότι σε όλες τις άλλες πόλεις και σε όλες τις άλλες χώρες κάποιος θα μας πληρώνει για να καθόμαστε, κάποιος θα μας πληρώνει περισσότερα απ’ όσα μας πληρώνει η Πατρίδα μας, κάποιος θα νοιάζεται για εμάς περισσότερο από όσο νοιάζεται για εμάς ο διπλανός μας και η κατσίκα του.

Λάθος είναι να πιστεύουμε ότι μπορεί κάποιος να μας λύσει τα προβλήματά μας.

Λάθος είναι να σχολιάζουμε ό,τι κάνει ο άλλος. Τουλάχιστον ο άλλος, κάνει κάτι. Ας φτιάξουμε εμείς κάτι καλύτερο. Χωρίς λόγια.

Λάθος είναι να πετάς την ασπίδα σου, να εγκαταλείπεις την μάχη, να εγκαταλείπεις την Πατρίδα σου.

Σωστό είναι να έχουμε φιλοδοξίες.

Σωστό είναι να σκεπτόμαστε.

Σωστό είναι να σκεπτόμαστε πριν μιλήσουμε.

Σωστό είναι να κοιτάζουμε μπροστά, δίπλα και –πάντα- πίσω μας, το σημείο που ξεκινήσαμε.

Σωστό είναι να παλεύουμε ντόμπρα.

Σωστό είναι να αμειβόμαστε για όσο δουλεύουμε.

Σωστό είναι να δουλεύουμε όσοι μπορούμε.

Σωστό είναι να δουλεύουμε όσο μπορούμε.

Σωστό είναι να κάνουμε όλες τις δουλειές. Όσες κάνανε οι Πατεράδες και οι Μανάδες μας κι εμείς τις φτύνουμε.

Σωστό είναι να συζητούμε ήρεμα, να ρωτάμε και να μαθαίνουμε.

Σωστό είναι να φροντίζουμε να σωθούμε όλοι μαζί και όχι μόνον εμείς. Τι μπορείς να κάνεις σε έναν κόσμο που καίγεται γύρω σου;

Σωστό είναι να κάνεις πράγματα που θα ομορφύνουν τον κόσμο. Τον κόσμο και την Πατρίδα σου.

Σωστό είναι να αγωνίζεσαι στην Πατρίδα σου.

Σωστό είναι όταν Φύγεις, να έχεις αφήσει αμυχές επάνω σου και ίχνη πίσω σου. Όχι λεφτά. Ίχνη.

Προσπάθησα με λίγες γραμμές και με το χέρι στη καρδιά, να περιγράψω σ’ αυτό το κείμενο – την υφιστάμενη κατάσταση στην Πόλη μας, την μικρογραφία του κόσμου. Δεν θα ισχυρισθώ ότι μπήκα στα βαθιά, ούτε πως έκανα καμιά εμπεριστατωμένη ανάλυση. Αυτά που  όλοι λέμε μεταξύ μας, αυτά έγραψα, να μείνουν και για τους παραπέρα. Πολλά, πάρα πολλά, δεν τα άγγιξα καθόλου, εσκεμμένα το ‘κανα.  Η πρόθεσή μου ήταν –είναι- να οδηγηθούμε στο συμπέρασμα ότι, φταίμε εμείς για την άσχημη στιγμή που ζούμε. Γιατί ανεχόμαστε χωρίς αντιστάσεις. Μέσα από αυτό, βρίσκουν, οι επικεφαλής κάθε συγκεντρωτικού τομέα, την ευκαιρία να ασελγήσουν επάνω στον καθένα και επάνω στο Σύνολο (της Πόλης και του κόσμου όλου). Δηλαδή, βρίσκουν και κάνουν κι άρα, φταίμε εμείς. Ολοκληρωτικά. Το χρήμα, οι αποφάσεις κι όλα τα άλλα, προέρχονται από τον κοσμάκη (όλης της χώρας κι όλου του κόσμου τον κοσμάκη). Ο κοσμάκης ψηφίζει ο κοσμάκης πληρώνει. Ο κοσμάκης διαλέγει να τακτοποιήσει με οποιονδήποτε τρόπο τα μικροπροβλήματά του, χωρίς να λαμβάνει υπόψη του ότι ο λογαριασμός θα πληρωθεί από τον ίδιο, εξ ολοκλήρου. Με αυτόν τον τρόπο έμαθαν να υπερισχύουν  οι ασχολούμενοι με τα κοινά, μ’ αυτόν κρατούν δέσμιο τον κοσμάκη. Ο κοσμάκης θα πρέπει πλέον να διαλέξει τον τρόπο και τον δρόμο του συνόλου για να πάρει το σύνολο την τύχη στα χέρια του. Αλλιώς, πέρα από την οικονομική εξαθλίωση, θα μας φτάσουν στην φυσική εξόντωση, χωρίς καν να μας ρωτήσουν για τον τρόπο που θα ασελγήσουν στο πτώμα μας. Βαρύ, ε;    Και αφού σας είπα όσα (οκ, όχι όλα, όσα) είχα να σας πω,  για πράγματα που «λύνουν» ας πούμε την διαπίστωση κάποιων «άδειασε η πόλη», θέλω να σας πω και για τις διαπιστώσεις κάποιων πως «δεν γίνεται τίποτα στην πόλη».

«Έχεις  ένα παράδειγμα να μας πεις;»

Και βέβαια, γίνονται πράματα σ’ αυτήν την Πόλη. Όλα έχουν τις δυσκολίες τους και για όλα χρειάζονται άπειρες προσπάθειες για να ξεπεραστούν οι αντιξοότητες, που, πολύ συχνά, προέρχονται από τον ανθρώπινο παράγοντα. Γίνονται πράματα, πολλές φορές, και πολύ θαυμαστά, σας διαβεβαιώνω. Καθετί που κάνει ο καθένας φεύγοντας από το «εγώ» και πηγαίνοντας στο «όλοι», προσμετριέται στα θετικά. Για πάρα πολλά απ’ αυτά, είχα την τύχη να σας μιλήσω χρόνια πολλά τώρα, για άλλα δεν το κατάφερα. Καμία μα καμία προσπάθεια –εκδήλωση δεν υπολείπεται των άλλων. Είτε προέρχεται και έρχεται για τους νεότερους ή τους μεγαλύτερους. Είτε του αθλητισμού είτε του πολιτισμού.  Και, πραγματικά, σας βγάζω το καπέλο μου, όλους σας. Εκ των υστέρων, παρόλο τον διαρκή μου φόβο, κάποιες φορές, ένιωσα με πόνο ψυχής, ότι αδίκησα κάποιους απ’ εκείνους που «ύμνησα» με την πτωχή –πλην τιμία- πένα μου, γιατί υπερεκτίμησα τον χαρακτήρα και τις ικανότητές τους και δεν διέβλεψα το πραγματικό τους ανάστημα. Γιατί, αδικείς κάποιον και όταν τον υποβιβάζεις και όταν τον υπερεκτιμάς.

Για κάποια απ’ αυτά, τα θαυμαστά (όχι μόνον για μένα), που συνέβησαν εντελώς πρόσφατα θα σας παραδειγματίσω, στο τελευταίο κομμάτι τούτου του αφηγήματος.

Θαυμαστό, λοιπόν, είναι, το εγχείρημα της Κοινωνικής Συνεταιριστικής Επιχείρησης  Αέναον –neverest  με τη διοργάνωση 3 αγώνων ορεινού τρεξίματος «Kastoria Trails» το καλοκαίρι που μας πέρασε. Οι αγώνες κλιμακούμενης δυσκολίας, υποδέχτηκαν σημαντικό αριθμό ντόπιων και ξένων αθλητών και έβαλαν τη βάση για τις επόμενες ανάλογες αθλητικές διοργανώσεις. Για την διεξαγωγή τους, πάλεψαν στην κυριολεξία με νύχια και με δόντια, ο Νικόλας Μερτζανίδης, ο άνθρωπος που εμπνεύστηκε το εγχείρημα και, ένας όχι μεγάλος, μικρός μάλλον, αριθμός Εθελοντών, που εμπνεύστηκε απ’ αυτόν. Πολλά χιλιόμετρα, πολλά βουνά, πολλές ψηλές κορυφές, «οργώθηκαν», χωρίς υψηλούς χορηγούς και φανφάρες, με ελάχιστα μέσα απ’ τους Ανθρώπους αυτούς και, έθεσαν τα εχέγγυα για να τρέξουν οι Αθλητές. Οι οποίοι, χόρτασαν από την ομορφιά του δικού μας Γράμμου και έζησαν τα όριά τους στο δικό μας βουνό των «Θεών». Η προσπάθεια αυτή, θα μείνει πραγματικά στην ιστορία για το τι μπορεί να πετύχει ένας ελάχιστος αριθμός ατόμων όταν αποφασίζει να δουλέψει ομαδικά, για να προσφέρει στο σύνολο. Αρκεί έστω και ένας να τους Εμπνέει. Το «περίσσευμα» των αγώνων, η διάνοιξη και συστηματική σήμανση των κλεισμένων και χαμένων μονοπατιών, θα παραμείνει προς όφελος κάθε επισκέπτη των Βουνών μας. Και μόνον αυτό να ήταν το κέρδος της προσπάθειας, θα ήταν ουσιαστικά πολύ.

Κάποια άλλα από αυτά τα θαυμαστά, τον τελευταίο καιρό, δίνουν πνοή ζωής σ’ ένα από τα ανακαινισμένα Αρχοντικά μας. Ξαράχνιασαν και μετακίνησαν τις νυχτερίδες ένα βήμα πιο μακριά, οι άνθρωποι που πέρασαν από εκεί, και οι διοργανωτές και οι επισκέπτες. Νομίζω, στήσαν ήδη χορό στους Ουρανούς οι ψυχές των Καστοριανών, και όχι μόνο της οικογένειας που ζούσε στου Μπασάρα, μα, όλων, όλων των Ψυχών που πέρασαν από τις γειτονιές της Πόλης και, φεύγοντας, σίγησαν οι σάλες και οι κάμαρες πίσω από τις τραβηγμένες κουρτίνες.

Για την Ζωή μέσα απ’ τα καρφιά του σπουδαίου Φίλιππα Σαμανόπουλου, σας έχω μιλήσει πολλές φορές και μόνο επιγραμματικά θα σας ξαναπώ σήμερα. Ο Φίλιππας κυριολεκτικά, κάρφωσε με την τέχνη του την σύγχρονη Καστοριά και, όχι απλά, διέσωσε από την «πυρά» και τον αφανισμό τα καρφιά των γκρεμισμένων καστοριανών σπιτιών, αλλά τα ζωντάνεψε.

Σπουδαία πράγματα γίνανε πρόσφατα, και από κάποιους άλλους συμπολίτες μας. Η Ομάδα Art Colony Kastoria,  που έφτιαξαν τρεις συμπολίτες μας -2 γενιές – ο Ιωάννης Σίσιου, η Αθηνά Δίντσιου και ο Δημήτρης Σίσιου, έφεραν μια άλλη άποψη στον ίδιο χώρο του αρχοντικού Μπασάρα. Στόχος των συμπολιτών μας ήταν –είναι-  να αποτελέσει θεσμό αναφοράς και πηγή έμπνευσης των καλλιτεχνικών κοινοτήτων τόσο της Ελλάδας όσο και του εξωτερικού. Δέκα νέοι καλλιτέχνες ήρθαν φέτος, την πρώτη φορά, εξαιτίας τους και για χάρη τους στην Καστοριά, προσπάθησαν μέσα σε λίγες μέρες να βουτήξουν μέσα της, στο παρελθόν και στο παρόν της και να αφήσουν ένα μικρό, απλό, αλλά, από ψυχής, αφιέρωμα για το μέλλον της. Εντυπωσιασμένοι μείνανε οι επισκέπτες που μέσα στις λίγες μέρες της Εκθεσης κατάφεραν να την επισκεφτούν. Απλά αντικείμενα και φυσικά υλικά που βρήκαν και  μάζεψαν από την Καστοριανή γη και τα ερείπια σπιτιών, γίνανε έργα τέχνης ακριβά και ενώσανε τους Ανθρώπους που τα άφησαν πίσω τους καθώς Έφευγαν, τους Ανθρώπους που με σεβασμό τα διάλεξαν και τους Ανθρώπους που υποκλίθηκαν μπροστά τους!

Σπουδαία πράγματα γίναν και με την «Κυκλική Σταθερότητα», την πρώτη εικαστική έκθεση του Πάνου Ζήσου. Ο Πάνος Ζήζος, ένα νεαρό ταλαντούχο παιδί μας,  έχει εδώ και λίγα χρόνια, καταφέρει να ομορφύνει με τις τοιχογραφίες του πολλά σημεία της πόλης, ενώ η φήμη του δειλά και σταθερά ταξιδεύει ήδη και πέρα από τα όρια της Λίμνης. Τα πανέμορφα πρόσωπα, που τον χαρακτηρίζουν και τα χαρακτηρίζει με τον ξεχωριστό του τρόπο, εμπνέουν μια ήρεμη δύναμη με τα ζωντανά τους μάτια. «Όλα τα πρόσωπα, μέσα στα ρεαλιστικά ασπρόμαυρα πορτρέτα, μεταφέρονται στον καμβά με μια πιο αφαιρετική διάσταση και με έντονη καθετότητα και παραλληλότητα ως προς την έκτασή τους», αντιγράφουμε από τον Καλλιτέχνη. Η ασπρόμαυρη τέχνη του, μέσα στο Αρχοντικό Μπασάρα, στη σάλα, στις κάτω και στις πάνω κάμαρες, πάνω στο τζάκι (σα να καπνίστηκε η Όμορφη κοπέλα απ’ το «γύρισμα» της φλόγας), μέσα απ’ τα μισοανοιγμένα ή μισοκλεισμένα κανάτια της ντουλάπας (σα να κρύφτηκε μη πέσει σε άτιμα χέρια, η Όμορφη), έμοιαζε να δίνει Ζωή στο νεκρό – μέχρι πρότινος- Καστοριανό Αρχοντικό.

Δυστυχώς, οι ιθύνουσες αρχές δεν επέδειξαν την αρμόζουσα εξυπνάδα να διατηρήσουν έστω και μία από τις τρεις εκθέσεις του Φίλιππα. Έστω και μία έκθεση θα ήταν ικανή να διδάξει ντόπιους και ξένους Ιστορία και να φέρει σημαντικό έσοδο για τον Δήμο. Να καλύπτει τα έξοδα συντήρησης, φύλαξης και ξενάγησης του χώρου.

Το ίδιο θα μπορούσε να γίνει και με την έκθεση της Art Colony, της Αποικίας Καλλιτεχνών Καστοριάς. Το ίδιο και με την Κυκλική Σταθερότητα. Το ίδιο και με τα αριστουργήματα του Νίκου Πιστικού. Το ίδιο και με τα έργα των Zωγράφων  και των Φωτογράφων που ζουν και εμπνέονται σε τούτη την Πόλη και άλλα απ’ αυτά έχουν κατά καιρούς εκτεθεί δημόσια, άλλα περιμένουν υπομονετικά (κι ελπίζω όχι άδικα) να έλθει η δική τους σειρά να παρουσιαστούν στον Κόσμο μας. Το ίδιο και με τα έργα όλων των άλλων συμπολιτών  μας που χαράσσουν με την ψυχή τους αυτόν τον Τόπο. Αφήστε τους Συμπολίτες μας να μεγαλουργήσουν. Δεν είναι ανάξιοι. Έχουν όραμα, έχουν έμπνευση, έχουν σχέδια γι’ αυτόν τον τόπο. Ανακοινώστε τα και διαφημίστε τα καθημερινά. Να ξέρει ο ξένος πού και τι μπορεί να επισκεφτεί. Δεν θέλει κόπο, τρόπο θέλει.

Να ανοίξουν όλα τα αρχοντικά που φτιάχτηκαν. Και όσα θα φτιαχτούν. Δεν έχετε το δικαίωμα να τα μετατρέπετε σε καινούργιες αποθήκες, σε νεκροταφεία Τέχνης. Ξέρετε για ποιο πράγμα μιλώ. Χωράνε μέσα τους χίλια δυο εκθέματα, χίλια δυο θέματα, χίλιοι δυο Καστοριανοί Καλλιτέχνες. Δώστε τους Χώρο, δώστε τους Τόπο να σταθούν για να κινήσουν τη Γη τους, τη Γη μας! Μη τους καταδικάζετε.  Σιγά- σιγά θα μπορείτε να φέρνετε περιοδικές εκθέσεις ξένων κι άλλων ελλήνων μεγάλων καλλιτεχνών. Αν σας νοιάζει.

Ενώστε τις Βυζαντινές Εκκλησίες απ’ άκρη σ’ άκρη, από στενό σε στενό. Αφήστε τους επισκέπτες να δουν κτίσματα που φτιάξαν οι πρόγονοί τους, Εβραίοι και Τούρκοι, γιατί, ζήσαν εδώ. Δεν ήταν «κατακτητές» οι απλοί άνθρωποι που τους έλαχε να ζήσουν και να πεθάνουν εδώ. «Φωτίστε» δρόμους να περιπλανηθούν και να σεργιανήσουν οι ξένοι. Να μυρίσουν τις φλαμουριές και τ’ αγιοκλήματα, τα κρίνα και τις μανόλιες του Καλοκαιριού. Να χουχουλιάσουν στα στενά με τους γλυκούς ήλιους του Φθινοπώρου. Να νιώσουν τον άσπρο Χειμώνα μας και να απλωθούν στην Ανοιξη του Βουνού μας! Κι εμείς μαζί τους! Δεν χρειάζεται ούτε να ξαναχτίσετε ούτε να αλλάξετε την Πόλη. Αν την αλλάξετε, κανέναν δεν θα ενδιαφέρει να έλθει ως εδώ. Να της κλείσετε τις πληγές χρειάζεται. Να διατηρήσετε και να συντηρήσετε ό,τι υπάρχει γύρω μας, όχι να τα αφαιρέσετε. Δεν θέλουν όλα πολλά λεφτά για να γίνουν. Για την ακρίβεια, θέλουν ελάχιστα λεφτά για να γίνουν. Ντόμπρο μεράκι θέλουν και έντιμη διαχείριση των οικονομικών. Όχι, δεν σας κατηγορώ για τ’ αντίθετο- μην ταράζεστε (αδιαφορία, ολιγωρία και οκνηρία σας καταλογίζω. Καμιά φορά, περνάει απ’ το νου μου και η έλλειψη ικανοτήτων, αλλά, τη διώχνω…).  Παρεμπιπτόντως, βάλτε το εισιτήριο για το Καραβάκι, τις καθημερινές που κάθεται αραξοβόλι, 1 ή 2 ευρώ για κάθε Καστοριανό, μεγάλο ή μικρό. Δώστε του την ευκαιρία να δει την Πόλη του μέσα από την Λίμνη του. Να τη γνωρίσει κι έτσι, να την αγαπήσει ακόμη πιο πολύ. Και με το 1 ευρώ, κέρδος θα έχει το δρομολόγιο.   Με 1 ευρώ, δεν θα πάει κανείς μία φορά μόνον!

Φτιάξτε ό,τι σας ζητούν κι ό,τι σας προτείνουν οι συμπολίτες μου που ονειρεύονται και παλεύουν ανοίγοντας Δρόμους. Διαχειριστείτε και χειριστείτε όλα όσα βρήκαμε από τις προηγούμενες γενιές. Όλα μπορούν να γίνουν άμα νοιαστείτε. Είστε βαθιά χρεωμένοι απέναντί τους , απέναντί μας και απέναντι σε όσους θα γεννηθούν.

Νοιαστείτε, ω Άρχοντες, για την Ιστορία που γράφετε, μην μείνετε μελανά σημεία μέσα της.

Νοιαστείτε, ω Συμπολίτες μου, όχι για τις μικροεξυπηρετήσεις τις προσωπικές αλλά, για τα μεγάλα ζητήματα του Συνόλου, κάθε φορά που σας ζητούν ψήφο. Όσοι κάνουν μικροεξυπηρετήσεις, αυτό μπορούν μόνο να κάνουν, ΜΙΚΡΕΣ ΕΞΥΠΗΡΕΤΗΣΕΙΣ. Δεν είναι για Μεγάλα. Σκεφτείτε, Συμπολίτες μου, ότι, αν ευημερεί το Σύνολό μας, ο Τόπος μας, το κέρδος θα είναι ολωνών και μεγάλο. Δεν θα έχει κανείς μας ανάγκη από μικροεξυπηρετήσεις όταν θα έχουμε όσα μας αναλογούν, όσα δικαιούμαστε να έχουμε. Είτε στην υγεία είτε στην παιδεία είτε στην δουλειά είτε στον πολιτισμό, ακόμη και σε μια απλή μετάθεση του παιδιού μας. Η δύναμη είναι όλη και μόνον δική σου. Εσύ ψηφίζεις, εσύ πληρώνεις. Είσαι πολλά  περισσότερα από το «Ο ….(ο δήμαρχος, ο περιφερειάρχης, ο βουλευτής κι ο δεσπότης), σε θέλει δίπλα του».  Καρφάκι δεν του καίγεται του κανενός, για σένα, πέρα από την ψήφο σου.

Διαφορετικά, κάποιοι, νέοι υπερφιλόδοξοι και κάποιοι γερόντοι υπερφίαλοι, (όλοι αμφιβόλου ηθικής) -ακόμη κι από άλλους τόπους, τους δικούς τους τόπους στους οποίους δεν τολμούν να αναμετρηθούν με τους άξιους άρχοντές τους, θα καταφτάνουν πρόθυμοι για να σε σώσουν, για να μας σώσουν (πώς τη λένε εκείνη την παροιμία «μάθανε ότι …, πλακώσανε κι οι γύφτοι», όχι οι κανονικοί οι Γύφτοι τους οποίους απεριόριστα σέβομαι!)- και  θα συνεχίσουν να σου κατσικώνονται στο σβέρκο κραδαίνοντάς σου το καλάμι με το καρότο. Και αυτό, δεν σου αξίζει.

Αχ, να ρθει η ώρα, να έρχονται οι ξένοι και να τους δείχνουμε «αυτά φτιάξαν οι Πρόγονοί μας, αυτά φτιάχνουν οι Σύγχρονοι Συμπολίτες μας» να λέμε. Και να είμαστε περήφανοι. Να έχουν πράγματα να δουν, να μην θέλουν να φύγουν σε 2 μέρες. Να νιώθουν πως, αυτό τον Τόπο που ευλόγησε -αυτό που δεν ξέρω να σας πω, το λένε  Φύση  ή Θεό-  οι Άνθρωποί του, εμείς οι Καστοριανοί του 2022, είμαστε εδώ, τον προστατεύουμε, νοιαζόμαστε για την Πατρίδα μας. Πονάμε γι’ αυτήν και γι΄ αυτό την αγαπάμε. Και να την μοιραζόμαστε μαζί τους. Να βρίσκουν χώρο να ζήσουν μαζί μας, αυτό το Όνειρο που λέγεται Καστοριά.

Βιβή Φαρσαλιώτου + Ιατρού

ΥΓ1. Για σένα, τον ένα, που θα σκεφτείς «πολλά μας τα ΄πες, λύση δεν μας έδωσες», θα σου ζητήσω, με όση ευγένεια έχω μέσα μου, να τα ξαναδιαβάσεις. Όλες οι απαντήσεις και όλες οι λύσεις είναι εκεί.

ΥΓ2. Αιτία για αυτό το τριμερές αφήγημα, στάθηκε ένα νεαρό κορίτσι τούτου του κόσμου, τούτης της Πόλης. Θα μπορούσε να είναι, να ζει, στο πιο όμορφο μέρος του κόσμου. Και είναι στο πιο όμορφο μέρος του Κόσμου. Θα μπορούσε να δουλεύει και να αμείβεται καλύτερα αλλού. Διάλεξε να μείνει Εδώ.  Τα μάτια της, ένα απόγευμα Δευτέρας στην ακροφθινόπωρη πλατεία στο Ντουλτσό, υγρά, τη μια σκοτείνιαζαν και τη μια φωτίζονταν καθώς μου μιλούσε. Τα ένιωθα να φεύγουν πίσω από τους ώμους μου, να περνούν απ’ την Πλατεία και, στενό –στενό, να χτυπούν την πόρτα του Μπασάρα.  Τα λόγια της ζυγισμένα σε καντάρια αγάπης, ενθουσιασμού, πάθους, γνώσης. Οι πράξεις της; Εχέγγυο για την ζωή. Τη δική της και της Πόλης. Σας τα είπα όλα αυτά, για τη συνείδησή μου. Για τα 11 χρόνια μου πέρα από τον μισό αιώνα μου, το κάνω. Για όσα χρεώνομαι που έκανα και που δεν έκανα για να τραβήξω το σχοινί προς το μέρος μου για να πάει  ο τροχός μια στάλα πιο μπροστά. Γι’ αυτήν την γενιά που παλεύει σήμερα και για τις άλλες 2 που με κοιτάζουν στα μάτια χωρίς να καταλαβαίνουν –ακόμη- καλά. Γι’ αυτό το κάνω.

Αφιερωμένο, λοιπόν, στην Αθηνά -το κορίτσι της Δευτέρας, στον Δημήτρη και στον Πάνο,  και, δι’ αυτών, σε όλα τα κορίτσια και τ’ αγόρια που παλεύουν για/σ τον Τόπο αυτό, με την ευχή, αφού συνειδητοποιήσουν το «Λάθος  είναι να μετράμε τι δώσαμε και τι πήραμε εμείς και τι δώσανε και τι πήρανε οι άλλοι», να ξεπεράσουν τους εαυτούς τους και να γίνουν παράδειγμα, για τους πριν και τους μετά.

Προηγούμενο Άρθρο

“Οι λιχουδιές της Όλγας”: Δείτε το σημερινό μενού 21/10

Επόμενο Άρθρο

Καστοριά: Παράσταση διαμαρτυρίας αυτή την ώρα από τους εργαζόμενους στο πρόγραμμα “Βοήθεια στο Σπίτι “

Τελευταία από ΑΠΟΨΕΙΣ