Σχόλιο του Ν. Μπαλιάκα με αφορμή την δήλωση του Σ. Λιώγα για τα Ραγκουτσάρια

κατηγορία : ΑΠΟΨΕΙΣ/Παράδοση από

Τα Ραγκουτσάρια ή το καρναβάλι (ας το ονομάσει ο καθένας όπως αγαπάει) αδιαμφισβήτητα αποτελεί έθιμο και μάλιστα τοπικό κάτι το οποίο συνηγορεί στην ιδιαιτερότητα του. Ως έθιμο λοιπόν διαχρονικά γίνονταν 6,7 και 8 Ιανουαρίου και κάποια στιγμή αναφέρονταν και ως καρναβάλι του Προδρόμου κάτι το οποίο ενισχύει την άποψη της σταθερής ημερομηνίας. Το έθιμο, σαν έθιμο, αφορά αποκλειστικά την τοπική κοινωνία και γινότανε (κατά την άποψή μου δεν γίνεται πλέον) για συγκεκριμένους λόγους ηθικής, θρησκευτικής και κοινωνικής φύσης πέρα από οικονομικές ή όποιου άλλου είδους σκοπιμότητες, θεμιτές ή αθέμιτες.

Η λογική τώρα του να προσαρμόσουμε το έθιμο σε μια κερδοσκοπική κατεύθυνση και μάλιστα τουριστική, νομίζω πως θα έχει το ίδιο αποτέλεσμα με την λογική γκρεμίζω τα παραδοσιακά, ιστορικά και νεοκλασικά κτίρια για να κτίσω πολυκατοικίες με στόχο βραχυπρόθεσμους οικονομικούς σκοπούς. Και τώρα, με την τεράστια κρίση της γούνας δεδομένη, δεν έχω εναλλακτικό προϊόν να διαθέσω, γιατί ήδη την παράδοση και την ιστορικότητα τα έχω μετατρέψει σε μπετόν και μάλιστα εξόχως άχαρο. Σήμερα λοιπόν ο τουρίστας να έρθει να δει και να απολαύσει τι στην Καστοριά; Όταν μπορεί κάποιος να έρθει με την άνεσή του από Θεσ/νίκη, Λάρισα, Γιάννενα κλπ να πιεί τον καφέ του, να φάει το φαγητό του και αυθημερόν να επιστρέψει για ποιό λόγο να μείνει στην Καστοριά; Που να πάει; τι να δει; τι να βιώσει; με ποιόν να μιλήσει; τι να μάθει; Τι έχουμε να του προσφέρουμε ώστε να έρθει ξανά και ξανά στην ακόμα υπέροχη πόλη μας; Πόσο τίμιοι είμαστε απέναντι στον εαυτό μας ώστε να του προτείνουμε μια εξίσου τίμια γκάμα τουριστικού προϊόντος για να χρησιμοποιήσει την Καστοριά ως κέντρο διαμονής στην εν συνεχεία περιήγησή του στην Δυτική Μακεδονία, την εγγύς Αλβανία και την FYROM; Το κράτος οικονομικού πανικού, δεν το ψέγω, είναι απόλυτα φυσιολογικό, δεν πρέπει όμως να μας οδηγήσει σαν κοινωνία και πάλι σε πρόχειρες και βεβιασμένες ενέργειες και λύσεις. Στην προκειμένη περίπτωση το θέμα είναι πως μπορούμε να δημιουργήσουμε «συνειδητούς» τουρίστες και όχι απλά να «αρπάξουμε» τουρίστες. Δηλαδή, κατά την προσωπική μου άποψη πάντα, πρέπει να δομήσουμε έτσι το έθιμό μας, όσο αυτό αντέχει ακόμη, ώστε ο επισκέπτης που θα έρθει στα Ραγκουτσάρια να είναι κυρίως συμμετοχικός και όχι απλά θεατής. Εάν είναι αυτής της άποψης, τότε ναι, ότι ημερομηνία κι αν είναι το έθιμο θα υπάρξει και το αντίστοιχο οικονομικό όφελος χωρίς αυτό επαναλαμβάνω να είναι αυτοσκοπός.

Η πόλη μας ως ένας από τους κύριους προορισμούς του χειμώνα, σχεδόν όλα τα Σαββατοκύριακα της περιόδου, είτε εορταστικά είτε όχι, παρουσιάζει υψηλότατο ποσοστό πληρότητας στα καταλύματα φιλοξενίας. Συνεπώς διαμορφώνοντας μια διαφορετική τουριστική και στοχευμένη προοπτική, αυξάνονται σημαντικά οι πιθανότητες για επιπλέον έσοδα στους αντίστοιχους κλάδους της πόλης μας, ακόμη και όταν το έθιμο συμβαίνει να είναι και καθημερινές. Ο σύγχρονος περιηγητής ή τουρίστας ή επισκέπτης, ψάχνει να βρει και να βιώσει την αυθεντικότητα, την παρόρμηση, την διαφορετικότητα σαν μια εναλλακτική διέξοδο απέναντι στην σύγχρονη ηλεκρονικοποιημένη ζωή. Αναζητά «νόστιμους» μύθους πνιγμένος μέσα σε μια πλήρως ομογενοποιημένη καθημερινότητα. Εμείς, ως τοπική κοινωνία, και πολύ περισσότερο οι σχετικοί κλάδοι, νομίζω πως οφείλουμε να ερευνήσουμε τρόπους να ισχυροποιήσουμε το έθιμο αντί να το εξουθενώσουμε σε μια απεγνωσμένη προσπάθεια γρήγορου και χωρίς προοπτικές κέρδους. Ένα ισχυρό, ανενόχλητο και προστατευμένο έθιμο όπως τα Ραγκουτσάρια, θα μπορεί να είναι αποδοτικό, με σημερινούς όρους, ίσως ακόμη και στο διηνεκές. Μια πρόταση της μεταφοράς του εθίμου αποκλειστικά σε Σαββατοκύριακο το πιο πιθανό είναι να μετέτρεπε ουσιαστικά τους Ραγκουτσιάρηδες ή τους καρναβαλιστές σε ατραξιόν (θέαμα) για τους επισκέπτες ενώ παράλληλα κάποιοι θα τρίβουν ικανοποιημένοι τα χέρια τους. Αυτό θέλουμε; Κάποιοι ανύποπτοι, κατά παραγγελιά διασκεδαστές, να κάνουν σόου και κάποιοι στην πλάτη τους να μετρούν χαρτονομίσματα; Μια ολόκληρη πόλη και πάλι υποχείριο κέρδους; Νομίζω πως αν φτάναμε σε αυτό το σημείο θα καταλήγαμε οριστικά συνένοχοι στον απόλυτο εκφυλισμό του εθίμου, όπως αυτός ξεκίνησε κάπου εκεί στα μέσα της δεκαετίας του ’90 για πολλούς και διάφορους λόγους. Και στο τέλος τέλος αν οποιοσδήποτε κλάδος αποσκοπεί στην αύξηση των κερδών του, και έτσι πρέπει, γιατί δεν διοργανώνει παράλληλες εκδηλώσεις ή γεγονότα τα οποία και βέβαια να χρηματοδοτήσει ο ίδιος; Δεν γίνεται ο Δήμος και η Πόλη να χρηματοδοτούν ένα έθιμο, κακώς κατά την άποψή μου, για να προσπορίζονται και να ωφελούνται ορισμένοι! Συμφωνώ απόλυτα στην δημιουργία γεγονότων όπως η «Αλεξιάδα» κατά την διάρκεια όλου του έτους. Είναι κάτι πολύ σημαντικό και επιπλέον πόλος έλξης επισκεπτών. Το ερώτημα όμως είναι ποιος θα τα στηρίξει έμψυχα και οικονομικά. Και για παράδειγμα… ποιος από τους επαγγελματίες του είδους ή ακόμη αν θέλετε και από τους πολίτες στήριξε έστω πενιχρά οικονομικά ας πούμε την «Αλεξιάδα»; Ποιος στάθηκε να στηρίξει ένα τέτοιο γεγονός έστω και μόνο για να διακρίνει την δυναμική του και κατόπιν να πράξει ανάλογα; Για να μην πω κανείς, θα πω ελαχιστότατοι. Μόνο γκρίνια από την αρχή, μίρλα, κριτική εκ του ασφαλούς και μιζέρια. Και εγώ είχα τις δικές μου αντιρρήσεις, αλλά τις εξέθεσα, τις συζήτησα, και πάνω από όλα συμμετείχα. Και όταν εξέπεσε τελείως η προσπάθεια, οι πολέμιοί της βγήκαν με περισσό θράσος να πουν και να καμαρώσουν ότι απέτυχε. Απόλυτη παράνοια.

Κλείνοντας, όταν κάποια στιγμή παρατήρησα πως τα υψωμένα χέρια με τα κινητά έφτασαν να είναι περισσότερα από τους ραγκουτσιάρηδες στα μπουλούκια, θεώρησα πως κάπου εκεί η «σεμνή» τελετή άρχισε να παίρνει τέλος. Νομίζω πως ίσως κάποια χρόνια θα πρέπει να αφήσουμε το έθιμο ήσυχο να ξεκουραστεί.

Νίκος Μπαλιάκας

Πατήστε ΕΔΩ για να δείτε την δήλωση του Σ. Λιώγα για τα Ραγκουτσάρια