Γυμνασιακές αναμνήσεις (Γράφει η Ειρήνη Δημ. Τσακίρη)

Έχει περάσει πάνω από ένας μήνας που άνοιξαν τα σχολεία.

Τώρα πλέον πηγαίνω στο γυμνάσιο. Έγινε αγιασμός στο προαύλιο, οι καθηγητές όρθιοι στο πλατύσκαλο μας παρακολουθούν αγέλαστοι.

Τα κορίτσια με καθαρές μαύρες ποδιές, άσπρο γιακαδάκι και άσπρα καλτσάκια. Τα αγόρια κοντοκουρεμένα φορούν το πηλήκιό τους.  Κάποια μέρα θα μας δώσουν ένα γράμμα μεταλλικό και ένα νούμερο να βάλουμε, τα κορίτσια στην ποδιά αριστερά στο στήθος, και τα αγόρια στο πηλήκιο, θα δηλώνουν αυτά την τάξη και το νούμερο στον κατάλογο.

Εμείς, έχουμε στοιχηθεί κατά τριάδες, κάθε τάξη χωριστά. Όταν μπαίνουμε στο κτήριο μας λένε σε ποιά αίθουσα θα πάει η κάθε τάξη.  Μπαίνει στην τάξη μας μία καθηγήτρια – ομορφούλα είναι και δεν φαίνεται μεγάλη – και μας δίνει το πρόγραμμα κάθε ημέρας.

Πότε θα έχουμε Αρχαία, Λατινικά, Ελληνικά, Ιστορία, Γεωγραφία κ.λ.π.

Επιστρέφοντας στο σπίτι, πρώτη μας δουλειά να ζητήσουμε χρήματα από τους γονείς μας και να αγοράσουμε τα βιβλία, τετράδια και μπλε κόλλα περιτυλίγματος. Μεταφράσεις Αρχαίων Ελληνικών, Λατινικών, λυτάρια Άλγεβρας και Γεωμετρίας. Και πολλά άλλα τέτοια βοηθήματα.

Γυρνώντας σπίτι, πρέπει να τυλίξουμε τα βιβλία μας και τα τετράδιά μας, για να είναι ομοιόμορφα και καθαρά. Κολλάμε και μια ετικέτα από πάνω στην κόλλα που λέει:

Τετράδιο Γεωγραφίας του/της

Τάδε …….

Τρίτης τάξεως Γυμνασίου

Του έτους 196…

Ή τις αντίστοιχες λέξεις για το κάθε άλλο τετράδιο ή βιβλίο.

Όλα καλά, και η χαρά της αρχής μεγάλη για κάθε έναν για διάφορους λόγους.  Άλλοι χαίροντα γιατί μεγαλώσανε, προοδεύουν και θα πραγματοποιήσουν τα όνειρά τους. Άλλοι γιατί θα βρουν πάλι τους φίλους, τις φίλες, ε, ας τελειώσουμε και ένα Γυμνάσιο.  Άλλοι…διότι μια χρονιά ακόμη θα περάσουν φίνα, στο τελευταίο θρανίο και θα σκαρώνουν κάθε μέρα από κάτι για να γελούν οι υπόλοιποι…ε. δεν βαριέσαι στην ανάγκη ρίχνουμε και έναν ύπνο, φτάνει να μην είμαστε στο σπίτι.

Με όσα έγραψα μέχρις εδώ καταλάβατε πολύ καλά που το πάω! Βέβαια! Στα Γυμνασιακά μας χρόνια. Στα χρόνια της ανεμελιάς, της χαράς, του γέλιου, της φάρσας, της φιλίας….γενικά στα όμορφα χρόνια!.

Τότε όλα τα βιβλία τα αγοράζαμε. Χρονιά με την χρονιά βρήκαμε τρόπο να τα αγοράζουμε πιο φτηνά. Τα αγοράζαμε από τους μαθητές ή τις μαθήτριες της προηγούμενης!. Ήταν βέβαια ταλαιπωρημένα αλλά κόστιζαν πολύ φθηνά. Εμείς πουλούσαμε τα δικά μας στους επόμενους. Και τι δεν βρίσκαμε γραμμένα στα καινούργια μας βιβλία και πόσες…γνώσεις αφήναμε εμείς στους επόμενους.

Σε ένα αγορασμένο βιβλίο βρήκα ένα ωραίο ποιηματάκι:

Ενθυμού και μην λησμόνει,

Πίε τσάϊ με λεμόνι,

Φάε και παξιμαδάκι,

ενθυμού και με λιγάκι.

 Μου άρεσε πολύ και το θυμάμαι χωρίς τσάϊ και παξιμαδάκι!.

 Στην αρχή όταν ερχότανε η ώρα να κάνουμε ένα μάθημα και βλέπαμε ποιόν καθηγητή ή καθηγήτρια θα έχουμε, αν δεν τον συμπαθούσαμε λέγαμε: «ωχ, αυτόν – αυτήν». Αν ήταν από τους αγαπημένους μας λέγαμε: «ααα ωραία». Στα τελευταία θρανία συνήθως καθότανε μαθητές  της τεμπελιάς και του « ωχ, μωρέ, δεν βαριέσαι ». Θυμάμαι μια φορά που νιώσαμε την μυρωδιά του καφέ. Είχανε πάρει μερικοί μια μικρή γκαζιέρα και ψήνανε καφέ.  Ήτανε ώρα των Μαθηματικών και είχαμε ένα εξαιρετικό και πολύ αγαπητό καθηγητή τον Κύριο Πασχάλη – ώρα του καλή όπου βρίσκεται… δεν αντιδρούσε σε τέτοιες καταστάσεις, επειδή καταλάβαινε ότι δεν θα έβγαινε τίποτε, συνέχιζε το μάθημα κανονικά. Μόνο μια φορά θυμάμαι που είπε: «Πιες τον καφέ παιδί μου να συνεχίσουμε». Ούτε όνομα δεν ανέφερε.

Ο ίδιος καθηγητής, αρκετές φορές, εμένα, επειδή ήμουνα της φλυαρίας και της συμπληρωματικής ατάκας, πάνω στα λεγόμενά του, έλεγε: «Η τάδε και η δείνα να σηκωθούν να πουν μάθημα και να βγουν έξω».

Βλέπετε είχα και βοηθό στο μπλα-μπλα. Ευτυχώς όμως πάντα διαβάζαμε.

Έτυχε λοιπόν, μια τέτοια μέρα, να μας σηκώσει να πούμε μάθημα και μετά να βγούμε έξω. Όλα καλά, είπαμε το μάθημα και πάω πρώτη να βγω έξω οπότε ανοίγοντας την πόρτα βλέπω απέναντι, μένω μέσα και κλείνω. «Τι συμβαίνει παιδί μου; Με ρωτάει»

«Κύριε Καθηγητά, του λέω, απέναντι ο Γυμνασιάρχης έχει την πόρτα του ανοιχτή»

Κατάλαβε ο άνθρωπος, χαμογέλασε, και μας άφησε να μείνουμε μέσα.

Πολλές φορές έλεγε: «Με κέντρο την τάδε και ακτίνα την δείνα γράφω κύκλο, στο διάλειμμα όλες στον Γυμνασιάρχη».  Η τάδε ήμουνα πάντα εγώ, η δείνα άλλαζε συχνά.  Ε, εγώ η τάδε, με το μυαλό της νιότης αγανάκτησα μια φορά και του λέω: «Γιατί κύριε Καθηγητά πάντα εγώ το κέντρο ;» μου απαντά «για είμαι σίγουρος παιδί μου ότι είσαι μέσα»  τον βαθμό μου όμως τον έπαιρνα κανονικά κυρίως στην Γεωμετρία. Δεν με αδίκησε ποτέ.

Για αυτόν τον Καθηγητή έχουμε όλοι μας, να πούμε όχι μόνο ένα αλλά πολλά καλά λόγια.

Ήταν ο μόνος που μας χαιρετούσε λέγοντας: «καλημέρα παιδί μου, ή παιδιά μου». Οι περισσότεροι κουνούσαν απλώς το κεφάλι.

Όταν συναντιόμαστε, όσοι συναντιόμαστε μιλούμε για τον Κύριο Πασχάλη μας πάντα για την καλοσύνη του.

Στις άλλες ώρες με άλλους καθηγητές μπορεί να μην μιλούσαμε μεταξύ μας, αλλά γράφαμε συνέχεια στα περιθώρια των βιβλίων ή στο πρόχειρο – όπως το λέγαμε –  τετράδιο: «Πεινάω, πάμε στο διάλειμμα στον φούρνο για κουλούρι;», «Εγώ θα πάω στον Σινάτικα για ρεβανί» γράφει η μία διπλανή». «Εγώ θέλω φούσκες και ζουροφίξ από τον Τζουμάκη» απαντά η άλλη διπλανή.  Άλλες φορές αποφασίζαμε να πάμε στον Τάκο τον μανάβη κάτω από το Γυμνάσιο να πάρουμε ότι μπορούσαμε με δύο δραχμές, τον χειμώνα κυρίως βρασμένα κάστανα.

Στα βιβλία μας, στις πρώτες λευκές σελίδες και στις τελευταίες εξαντλούσαμε τον ποιητικό μας οίστρο και ότι άλλο γεννούσε το μυαλουδάκι μας και η σκανταλιά μας. Καλέ, μεταδίδαμε και την σχολική μας εμπειρία, γνώση, αντίγνωση και μόρφωση μεγάλη.

Δεν μπορείτε να φανταστείτε το γέλιο γινότανε   όταν κάποιος μαθητής ενώ έλεγε μάθημα για τους τριακόσιους του Λεωνίδα και προσπαθούσε να θυμηθεί τι έγινε στην συνέχεια, να επαναλαμβάνει: «και οι τριακόσιοι… και οι τριακόσιοι…» οπότε ψιθυριστά από πίσω κάποιος λέει: «ήρθαν τα αεροπλάνα και τους έσωσαν». Ο μαθητής που αγωνίζεται να θυμηθεί, χαρούμενος πετάει το αξέχαστο «ήρθαν τα αεροπλάνα και τους έσωσαν! » χαμός!!.

Ή  να λέει ο μαθητής ή η μαθήτρια γεωγραφία και να «κοπανάει» ένα  «…στας όχθας των ορέων φυτρώνει….» και σταματά. Οπότε ρωτά ο καθηγητής «παιδί μου τι φυτρώνει στας όχθας των ορέων;»    ή να θυμηθώ τι παράγει η Αλάσκα; «καπνό, βαμβάκι….» και βοηθάει ο καθηγητής «και μπανάνες», «ναι και μπανάνες» λέει ο μαθητής!!.

 Αν γελάτε, πάρτε μια ανάσα να σας πω ότι στο Γυμνάσιο έμαθα ότι το κ.λ.π. το λέμε «κλουπ» ή «κουλουπού» και το κ.τ.λ. «κουτουλού»

Τι άκουγαν οι έρμοι οι καθηγητές και έβγαιναν από τα ρούχα τους, ή μάλλον τραβούσαν τα μαλλιά τους….όσοι είχαν.

Στα διαλείμματα, ή στο δρόμο όταν περπατούσαμε παρέα, αν έκανε μια από εμάς ααψού , της λέγαμε ένα τριψήφιο αριθμό. Ότι αριθμός έβγαινε ας πούμε τέσσερα – Δέλτα: = Μάκης, αν ξέραμε ότι συμπαθούσε κάποιον Μάκη. Έβγαινε ας πούμε έψιλον… = Αντώνης. Γέλια που κάναμε!!.

Εκείνη την εποχή είχαμε και άλλους καλούς καθηγητές, πολύ σοβαρούς αλλά είχανε και πολύ χιούμορ. Δυο από αυτούς ένας Γυμναστής και ένας που τον είχαμε στην φυσική Ιστορία σκάρωσαν στα Αρχαία το τραγούδι «Θέλω να πεθάνω».

Βούλομαι τεθνάναι ίνα μη αλγώ

Άπαντα τα βάρη πεπτωκότα ώσι…

Αμφότεροι πόσοι…

Όπως και το τραγουδάκι «άντε το μαλώνω το μαλώνω»

Άιντε το επιπλήττω, το επιπλήττω

Άιντε κι ύστερα εις λύπην πίπτω…

Αχ, ωραία χρόνια, ωραίες αναμνήσεις.

Αλλά και εμείς τα παιδιά δεν πηγαίναμε πίσω. Θυμάμαι το τραγούδι «Θα σε πάρω να φύγουμε» σε δική μας διασκευή:

            Θα σε πάρω να φύγουμε,                  Θα σε πάρω να φύγουμε

            Με το κάρο του Δήμου,                      μέσα σ’ένα τσουβάλι,

            Για να δεις πως μυρίζουνε,                για να σκάσεις αγάπη μου

            Τα σκουπίδια χρυσή μου!                  και να πάρω μιαν άλλη.

                                                Θα σε πάρω να φύγουμε

                                                Που στο διάολο να πάμε,

                                                Αφού φράγκο δεν έχουμε,

                                                Τι σ….ά θες να φάμε.

Καταλαβαίνετε, όταν είναι κανείς νέος, το μυαλουδάκι του, πιο καθαρό, άρα πιο …….ενεργητικό. Να μην πω για τα σκαμπρόζικα που σκαρώναμε…. μην επιμένετε δεν τα λέω διότι τώρα που μεγάλωσα…ντρέπομαι.  Τότε όλα ήτανε φυσιολογικά.

Παιδιά, μπορεί να τα γράφω λίγο μπερδεμένα επειδή μου έρχονται πολλά στο νου, δεν μπορώ να προλάβω τις σκέψεις μου.

 Να, παράδειγμα, τα πρώτα χρόνια του Γυμνασίου γράφαμε με στυλό μελάνης. Μαζί με τα βιβλία αγοράζαμε και ένα μπουκαλάκι μελάνη. Αυτά τα στυλό μελάνης είχανε εσωτερικά μια φούσκα που κρατούσε το μελάνι. Όταν άδειαζε και δεν μπορούσαμε να γράψουμε, βουτούσαμε την πένα στο μελάνι, πατούσαμε την φούσκα και γέμιζε. Μετάαα βγήκανε τα στυλό διαρκείας. Μάλιστα στις εξετάσεις εξαμήνων, όταν γράφαμε, είχαμε μαζί μας και στυπόχαρτο. Τα τρία πρώτα δάχτυλά μας, αντίχειρας, δείκτης και μέσος ήταν μονίμως μελανωμένα. Τα μολύβια Φάμπερ τα θέλαμε να γράφουμε τις παρατηρήσεις στο πρόχειρο και στα…περιθώρια των βιβλίων μας.

Έτσι κυλούσαν οι μέρες, οι μήνες, τα χρόνια τα εφηβικά στο Γυμνάσιο. Κάθε τέλος της χρονιάς είχαμε και τις Γυμναστικές επιδείξεις. Τα αγόρια με μαύρο κοντό παντελόνι και άσπρη μπλούζα και ξυπόλητα. Τα κορίτσια με μαύρες βράκες – έτσι τις λέγαμε – που κανονικά έπρεπε να είναι τεντωμένες και να φτάνουν πάνω από το γόνατο, αλλά εμείς τις μαζεύαμε και τις κάναμε φουφούλες. Φυσικά και άσπρο πουκάμισο, άσπρα πάνινα παπούτσια με άσπρα κοντά καλτσάκια. Τι ωραίες ασκήσεις που κάναμε στο στάδιο της πόλης. Συγχρονισμένες με το πρόσταγμα του τότε Γυμναστή. Ειδικά τα αγόρια ήταν χάρμα ιδέσθαι με τις δύσκολες ασκήσεις που κάνανε. Με τα χρόνια οι Γυμναστικές επιδείξεις σταμάτησαν, και η Γυμναστική στο προαύλιο κι αυτή άλλαξε μορφή.

Εκδρομές κάναμε αρκετές. Αν περνούσε ένας μήνας μαθημάτων και κάποιο πρωινό είχε ήλιο, φωνάζαμε στο προαύλιο «εκδρομή θέλουμε» πολλές φορές και δεν μπαίναμε μέσα. Τότε πηγαίναμε στο «Τσαρδάκι» στο βουνό με τον Προφήτη Ηλία. Τότε δεν υπήρχαν οι εγκαταστάσεις και τα ζωάκια που έχουν τώρα.

 Ημερήσιες με λεωφορεία πηγαίναμε κυρίως στο Μαυροχώρι. Ο χώρος κοντά στον μικρό ποταμό του «Σταραρέκα» δεν είχε σπίτια. Ιδανικός χώρος να απλώσεις κάτω μια κουβέρτα, ένα τραπεζομάντηλο και να τοποθετήσουμε πάνω ότι φαγώσιμο είχε ο καθένας. Μετά παίζαμε με μπάλα, σχοινάκι, κάναμε βόλτες, αν ήτανε ζεστός ο καιρός βουτούσαμε τα πόδια μας στο νερό. Το απόγευμα μπαίναμε στα λεωφορεία και επιστρέφαμε στην πόλη.

Έτσι, έφτασε και η τελευταία μας χρονιά και η ημέρα της μεγάλης εκδρομής που κάνουν κάθε φορά οι μαθητές της τελευταίας τάξης. Όλη την χρονιά, σχεδιάζαμε που, πως, πότε. Αλλάζαμε σχέδια, πάλι και πάλι. Τελικά αποφασίσαμε για τον γύρο όλης της Ελλάδας. Δεν μας έφτανε όμως η μία εβδομάδα που μας έδινε το Υπουργείο Παιδείας. Οι εκδρομές αυτές γινότανε και γίνονται μετά το Πάσχα, και πριν την τελική εξέταση του Β! τριμήνου. Κάποιος πέταξε την ιδέα να πάρουμε και την εβδομάδα αμέσως μετά το Πάσχα. Βάλαμε κάτω τα υπέρ και τα κατά και εγένετο δεκαπενθήμερη εκδρομή. Αλήθεια πιστεύω ότι ήτανε μια από τις καλλίτερες που έγιναν. Ξέρετε τι είναι να γνωρίσεις όλη την Ελλάδα, όλες τις μεγάλες πόλεις και κυρίως όλα τα αρχαία της πατρίδας μας;.   Από Φλώρινα μέχρι πιο πέρα από Κομοτηνή, από Γιάννενα στη άκρη της Πελοποννήσου και από την Αθήνα πάλι επάνω στην πόλη μας.

Πιστεύω ότι αρκετοί από εμάς μέχρι σήμερα, ίσως να μη  είχαμε την ευκαιρία να δούμε πολλά αρχαία.   Το μαντείο της Δωδώνης, των Δελφών, την Ολυμπία, με τα υπέροχα αγάλματα, τον Ερμή του Πραξιτέλη, την Σπάρτη, τον Ακροκόρινθο. Στα δένδρα και τις πέτρες του Μυστρά σχεδόν όλοι και όλες γράφαμε τα ονόματά μας με πολλούς τρόπους πιστεύοντας ότι θα υπάρχουν για πάντα. Φεύγοντας από την Κόρινθο είχαμε κερδίσει μία μέρα την οποία εκμεταλλευτήκαμε και μείναμε δυόμιση μέρες στην Αθήνα. Τι χαρά που κάναμε!. Πήγαμε σε όλα τα σπουδαία μέρη της και κυρίως στην Ακρόπολη. Μάλιστα επειδή είχαμε αρκετό χρόνο στην διάθεσή μας, την απολαύσαμε με την άνεσή μας.

Όπου όμως πηγαίναμε έπρεπε να φοράμε την ποδιά με τον άσπρο γιακά εμείς και το πηλίκιο τα αγόρια, κατά τριάδες. Ήτανε υποχρεωτικό. Επίσης τότε ακόμη δεν κλείναμε ξενοδοχεία, κοιμόμαστε σε ράντζα σκεπασμένοι με μια μάλλινη στρατιωτική κουβέρτα.

Πριν φτάσουμε στο Βόλο το τελευταίο βράδυ, μας λέει ένας συνοδός καθηγητής. «Παιδιά ταλαιπωρηθήκαμε πολύ στα ράντζα χωρίς την δυνατότητα να πλυθούμε. Τι λέτε; Συμφωνείτε στο Βόλο να μείνουμε σε ξενοδοχείο, να πλυθούμε και να ξεκουραστούμε;. Όμως θα έπρεπε όλοι ανεξαιρέτως να βάλουμε από κάποιο ποσόν για τα παιδιά που δεν έχουν δυνατότητα οικονομική» Συμφωνήσαμε όλοι με πολύ χαρά!!… Αχ, τι γλυκιά ξεκούραση, τι υπέροχο μπάνιο, τι γρήγορος και γλυκός ύπνος!.

Την άλλη μέρα γυρίσαμε κάποιες πόλεις της Θεσσαλίας και αργά το βράδυ φτάσαμε Καστοριά.

Όλοι απολαύσαμε αυτή την εκδρομή και πραγματικά μας έμεινε αξέχαστη.

Λογικά λοιπόν μετά από αυτή την υπέροχη ανάπαυλα, αντιμετωπίσαμε τις τελικές γραπτές εξετάσεις και ο καθένας τράβηξε τον δρόμο του. Αφού πρώτα βγάλαμε την καθιερωμένη αναμνηστική φωτογραφία.

Άλλοι σπούδασαν, γίνανε γιατροί, φαρμακοποιοί, άλλοι ασχολήθηκαν με επιχειρήσεις. Όλοι λίγο πολύ τα κατάφεραν. Μερικά κορίτσια μεταξύ των οποίων και εγώ πήγαμε στην Α.Σ.Γ. όπερ σημαίνει «Ανωτάτη Σχολή Γαμπριστικής». Όλοι μας όμως κάναμε πετυχημένες οικογένειες με καλά παιδιά!. Όχι μόνο το ξέρω αλλά και το βλέπω και ακούω καλά λόγια. Τώρα πλέον χαιρόμαστε τα εγγόνια μας. Αυτά είναι η ευτυχία μας τώρα στα γεράματα….φτου κακιά λέξη είπα.

 Εύχομαι και τα εγγόνια μας να έχουν την όμορφη ζωή που ζήσαμε εμείς. να έχουν κοντά τους τους φίλους τους όπως εμείς. Να γίνουν καλοί άνθρωποι όπως εμείς. Όσοι έφυγαν νωρίς από κοντά μας να χαίρονται βλέποντας τα δικά τους παιδιά και εγγόνια. Να ξέρουν ότι στις συναντήσεις μας τους θυμόμαστε όπως ήταν, δεν τους ξεχνούμε ποτέ.

ΕΙΡΗΝΗ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΤΣΑΚΙΡΗ

(Η φωτογραφία, από το Φωτογραφικό Λεύκωμα του Παναγιώτη Εφόπουλου «Η ΚΑΣΤΟΡΙΑ 1949 – 1971»)

Προηγούμενο Άρθρο

“Οι λιχουδιές της Όλγας”: Δείτε το σημερινό μενού 22/10

Επόμενο Άρθρο

7ο FURSHOPPING FESTIVAL (Η γιορτή της Τέχνης και Δημιουργίας) – [Γράφει: Ο Λεωνίδας Θ. Πουλιόπουλος (φωτογραφίες)]

Τελευταία από ΑΠΟΨΕΙΣ