«Αντίο Αδερφέ μου» – Νουβέλα (Γράφει ο Σπύρος Νίτσας)

Εκείνο το διάστημα νοικιάζαμε στον Χατζηπαύλου και πήγα να του πληρώσω το ενοίκιο. Ήταν ένας αγριωπός γέρος πρώην αξιωματικός του ιππικού στα νιάτα του. Και απ’ ότι ακουγόταν ίσως και στην βασιλική φρουρά ιπποκόμος. Και εκεί πάνω στις συζητήσεις μας κατάλαβα πως γνώριζε πολλά πράγματα γύρο από την ιππασία. Ζούσε ολομόναχος σαν καλόγερος με παρέα τα πιστόλια του. Για καθημερινό κουστούμι φόραγε απ ότι θυμάμαι ριγέ πυτζάμες και κάτι τριμμένες παντόφλες.. Στους ώμους του έριχνε πάντα πρόχειρα μια ξεφτισμένη ρόμπα μπάνιου με κρεμασμένη την ζώνη της να σέρνεται πίσω του σαν ήρεμο φίδι. Ήταν κάπου κοντά στην οδό Εβραϊδος.

«Έλα μου είπε με αυστηρότητα μαρκήσιου, μια μέρα, κάθισε να σε κεράσω μια πομάδα. Να εγώ πίνω κάθε πρωί είπε και νοιώθω πάντα ετοιμοπόλεμος ενώ σκούπιζε τα λερωμένα μουστάκια του».

Τότε με οδήγησε σε ένα ευρύχωρο γραφείο με δυο περιστρεφόμενες πολυθρόνες που αποτελούσαν και την κύρια επίπλωση. Μα καθώς έβλεπα πως έκανε συλλογή όπλων και δίπλα ένα στρατιωτικό παγούρι που είχε φάει δυο σφαίρες στο στόμιο. Που για να πω την αλήθεια δεν με ενδιέφεραν καθόλου. Στο πάτωμα είχε στρώσει ένα παλιό Περσικό χαλί με φαγωμένα κρόσσια. Όλοι οι τοίχοι ήταν διακοσμημένοι με διάφορες φωτογραφίες από τότε που υπηρετούσε στο ιππικό. Κάθισε πίσω από το γραφείο του και η όψη του ήταν πάντα στρατιωτική. Τα λιγοστά γκριζωπά μαλλιά του ήταν κοντοκομμένα και ταχτικά. Στεκόταν ακόμη ντούρος για την ηλικία του μα ήταν ακατάδεχτος και περιφρονητικός στις συζητήσεις. Λέγανε, πως είχε ένα υπόγειο γεμάτο λίρες από τα ακίνητα που νοίκιαζε μα όλα αυτά ίσως ήταν διαδώσεις. Και πως κάθε βράδυ μέτραγε τις λίρες του. Αυτό το είπε ένας διπλανός γείτονας όταν άκουσε τον χαρακτηριστικό ήχο που βγάζουν οι χρυσές λίρες όταν κοπανιούνται αναμεταξύ τους

Πλήρωσα το ενοίκιο μου σαν κύριος και έφυγα με ένα απλό (για). Μετά έλεγξα τα δάχτυλα μου μήπως μου έλειπα κανένα και γέλασα μόνος. Ένας φίλος μου είπε ένα βράδυ που πίναμε τα τσίπουρα κάτω στα ψαράδικα, πώς κανένας στην Καστοριά δεν τον υπολογίζει για άνθρωπο αυτόν. Είχαμε όμως και έναν γείτονα ένα ξεχασμένο απομεινάρι. Έναν γέρο εβραίο με χρυσή καρδιά που επέμενε να μένει με πόνο στην ψυχή του ολομόναχος στο παλιό αρχοντικό του. Είχε ένα λευκό κουναβίσιο μουσάκι στο πηγούνι και ήταν κοντότερος του μετρίου. Το κεφάλι του έμοιαζε βαρύτερο από το σώμα και απορούσα πως το κρατούσε εκεί πάνω. Το κουστούμι του όμως που φόραγε ήταν άψογο πάνω του από Εγγλέζικο κασμήρι με εφαρμοστές βάτες. Είχε μια φαρδιά γραβάτα με μια αγκράφα στο κέντρο με τα σημάδια του Ισραήλ το πεντάλφα. Μύριζε ολόκληρος ευκάλυπτο αφού έλιωνε όλο παστίλιες μέντας. Μου κίνησε την περιέργεια και το ενδιαφέρων με το θάρρος που του είχα, και τον ρώτησα που βρίσκει τόσο κουράγιο να συμπεριφέρεται σαν νέος.

Γέλασε. Τότε είδα την μπροστινή του μασέλα να πηγαινοέρχεται τρομαγμένη καβάλα στην γλώσσα του. Με έβλεπε πολλές φορές από το παράθυρο του πως τυραννιόμουν από το πρωί ίσα μέχρι το βράδυ για το μεροκάματο. Εγώ βασανιζόμουν πάνω στην σουξε μηχανή να ράβω φασκιές από νουρκουλεμοπόδαρο για να τα βγάλω πέρα. Γιατί είχα μια γυναίκα άρρωστη πάνω σε ένα αναπηρικό αμαξίδιο και δυο παιδιά να μεγαλώσω. Και όλο με σταματούσε στον δρόμο να ανταλλάξουμε καμιά κουβέντα. Γιατί απ’ ότι κατάλαβα βρωμούσε το στόμα του από την βουβαμάρα της μοναξιάς του. Όλο και φοβόταν τον κόσμο, ίσως να είχε πάθει και κρίσεις πανικού. Μόνο η παρουσία μου του έδινε λίγο κουράγιο να συνεχίζει να υπάρχει. Ίσα – ίσα που καταδεχόταν να μου πει και δυο σταράτες κουβέντες. Τα περασμένα Χριστούγεννα τον είχα φιλέψει μια φορά και ήρθε με το ζόρι στο τραπέζι.

Μα εγώ δεν του φώναξα για να εκμεταλλευτώ τις αδυναμίες του Σολομών, μα να του συμπαρασταθώ σαν φίλος.

«Σαλόουμ Εξάγγελε, μου έλεγε κάποια πρωινά όταν πήγαινα νωρίς για δουλειά και δεν τον κολλούσε ο ύπνος. Ενώ με συγκρατούσε με το μπαστούνι του να σταματήσω με την χρυσή χειρολαβή. Βλέπω τι αγώνα δίνεις καθημερινά για την οικογένεια σου και σε ζηλεύω που δεν μπορώ να σε ακολουθήσω. Μα βλέπεις πως τα χρόνια δεν τα ορίζουμε εμείς όπως θέλουμε. Γιατί μόνο ο Μεγαλοδύναμος τα ελέγχει και έδειχνε με το δάχτυλο τον Θεό. Δεν μου είπες τι έκανες με την γυναίκα σου τι σας είπε ο γιατρός».

«Τίποτε το ιδιαίτερο του είπα. Να, τυραννιέται εκείνη, και εγώ μαζί με τα παιδιά. Τώρα πιστεύω πως μόνο ένα θαύμα θα την σώσει».

«Να πιστεύεις μου είπε ενθαρρυμένος για την συζήτηση μας. Και πρόσεχε μου προτείνει να μην σταματάς να ελπίζεις ποτέ όσο ζεις. Γιατί η ζωή έχει και τα καλά μα και τα κακά. Γιατί όλα γίνονται για κάποιον σκοπό σε αυτόν τον κόσμο, και φυσικά για τον άνθρωπο που είναι λογικό όν. Μετά σήκωσε το μπαστούνι στον αέρα και με χαιρέτησε λέγοντας το με το γνωστό Σάμαλα λέγκο, και ξαναχώθηκε πάλι βιαστικά στο αρχοντικό του».

Κατά το βραδάκι ο καιρός είχε χαλάσει. Πυκνά μαύρα σύννεφα είχαν σκεπάσει την όλη την πόλη που ερχόταν από το Βίτσι. Και τότε άρχισαν οι αέρηδες με βροχές και καταιγίδες. Όταν άκουσα την εξώπορτα να χτυπάει κάποιος ανυπόμονος δυνατά.

«Μπαμπά άκουσα τον μικρό μου γιο να φωνάζει χτυπάνε». «Τι κάνετε κύριε Σολομών του είπα έξω με τέτοιον παλιόκαιρο, ελάτε μέσα γιατί θα πουντιάσετε».

«Μη φοβάσαι ακούστηκε η φωνή του σαν υποβολέας. Μην φοβάσαι κακό σκυλί ψόφο δεν έχει είπε και γέλασε.

Μα θέλω να σου. μιλήσω λίγο αλλά θα ήταν καλύτερα να περάσεις λίγο αργότερα από το φτωχικό μου».

«Εντάξει κύριε Σολομών, μα να ταΐσω πρώτα λίγο τα παιδιά με την γυναίκα μου και έφτασα σε καμιά ώρίτσα».

«Σύμφωνοι είπε. και έφυγε μέσα στην νύχτα και στην βροχή».

Γύρισα σκεφτικός και βαρύς σαν χειμώνας μέσα. Τι συμβαίνει μου είπε η γυναίκα μου με φοβερή ανησυχία. Ποιος ήταν τέτοια ώρα βραδιάτικα με τέτοιον παλιόκαιρο».

«Ήταν ο γείτονας μας ο Σολομών. Και μου διαμήνυσε να περάσω απόψε από το σπίτι του της είπα λίγο ανήσυχος. Εγώ είμαι τόσα χρόνια σε τούτη την γειτονιά και δεν τον είδα ποτέ να μιλάει σε άλλον άνθρωπο. Τώρα τι να με θέλει τέτοια περίεργη ώρα ο Μακιαβέλης. Αλλά αυτό το γνωρίζει μόνο αυτός και η ψυχή της είπα κάνοντας τον σταυρό μου. Μετά κάμποση ώρα χτύπησα ένα ανάποδο μπρούντζινο χέρι πάνω την σιδερένια του εξώπορτα που την είχε μανταλώσει. Τον καλησπέρισα πάλι μα καθόμουν σε αναμμένα κάρβουνα να δω τι είχε να μου πει, και τι να ζητάει τέτοια ώρα ο άνθρωπος της βροχής..

«Πέρασε μέσα μου είπε λακωνικά σαν να ξεκλείδωνε ξαφνικά την καρδιά του. Βολεύτηκε εκείνος αναπαυτικά σε μια πλούσια πολυθρόνα και εγώ βούλιαξα απέναντι του σε έναν μπεζ καναπέ.

«Να σου φέρω κάτι να σε τρατάρω μου είπε. Όχι του είπα ευχαριστώ. Όμως καθώς πρόσεξα όλα πάνω του ήταν αλλαγμένα. Δεν ασκούσε ποια καμιά επιρροή στην φωνή του. Όλα ήταν κρύα και παγωμένα εκεί μέσα. Νόμιζα πως από στιγμή σε στιγμή θα με παρασύρει ο χάρος κάπου στα έγκατα αυτού του κλασικού σπιτιού.

«Άκουσε με προσοχή τι έχω να σου προτείνω Εξάγγελε. Είσαι ο μοναδικός άνθρωπος που εμπιστεύομαι τούτη την ώρα εδώ στην πόλη.

Εδώ είπε και έδειξε ένα σωρό χαρτιά πάνω στο τραπέζι είναι ένα πληρεξούσιο για σένα. Σου αφήνω περίτρανα όλα όσα έχω σε κινητά και ακίνητα εδώ στην πόλη και όλα στο όνομα σου.»

«Μα κύριε Σολομών του είπα. Εγώ ένας απλός εργάτης στην γούνα είμαι και από μόρφωση ξέρεις, δεν σκαμπάζω τόσα πολλά. Πώς θα μπορούσα να διαχειριστώ μια τέτοια περιουσία».

«Δεν πειράζει είπε παρασυρμένος και εγώ τα ίδια γράμματα ξέρω μα βλέπεις που έφτασα. Διάλεξα εσένα γιατί μου αρέσει ο τρόπος που κάνεις χρήσει τις λέξεις, και για αυτό σου έχω τυφλή εμπιστοσύνη. Ότι απορία θα έχεις από εδώ και μπρος, θα τρέξεις στον συμβολαιογράφο μου. Σου έχω κάπου εδώ όνομα και την διεύθυνση και θα του εκθέσεις τις απορίες σου. Τότε εκείνος ξέρει τι να κάνει και θα σου δώσει την λύση του όποιου ζητήματος».

«Μα εσείς τι θα κάνετε του είπα που θα είστε».

«Αυτό θα σου εξηγούσα αμέσως τώρα είπε. Έχω έναν δεύτερο ξάδερφο στο Ισραήλ και μαζί με ένα φίλο από την Θεσσαλονίκη θα φύγω να ζήσω μόνιμα εκεί. Μόνο σε παρακαλώ αύριο το πρωί να με πάς μέχρι τον σταθμό της Θεσσαλονίκης. Αυτά είναι τα κλειδιά από αυτό το σπίτι και από την οικοδομή, που θα διαχειρίζεσαι εσύ από εδώ και πέρα. Φυσικά το ήμισυ των κερδών θα παραμένουν για πάρτη σου».

Είχα πολλές ενστάσεις ακόμη στο μυαλό μου που στριφογύριζαν στο κεφάλι μου. Μου φάνηκε σαν να πέρασε ένα τρένο από πάνω μου και δεν με ακούμπησε Μα πρώτα θα τον ξεπροβόδιζα μέχρι την Θεσσαλονίκη. Γύρισα σπίτι μα δεν μπορούσα να το χωνέψω ακόμη πως από δω και μπρος θα γινόμουν αυτούσιος επιχειρηματίας και θα διαχειριζόμουν μια ολόκληρη περιουσία. Αυτό και αν ήταν ένας Χριστουγεννιάτικος Μποναμάς για εμένα. Τη επομένη ξύπνησα νωρίς παρέλαβα τον Σολομών και τον πήγα στον σιδηροδρομικό σταθμό Θεσσαλονίκης να τον κατευοδείσω.

Στεκόταν κρεμασμένος στην πόρτα του βαγονιού και προσπαθούσε να συγκρατήσει τα δάκρυα του. Τον είδα πως ήταν ανυπόμονος και βιαστικός να φύγει νωρίτερα. Τότε βγήκε στο παράθυρο και ανασήκωσα τα πόδια να τον φιλήσω. Κλαίγαμε ταυτόχρονα και οι δυο. Εκείνος που έφευγε για πάντα, και εγώ που θα έμενα στο πόδι του και θα είχα την ευκαιρία να ζήσω ανθρώπινα. Το τρένο ξεκίνησε αργά και σταθερά. Και εγώ έμεινα στην αποβάθρα του σταθμού κουνώντας ένα μαντήλι στο χέρι μου μέχρι το τρένο χάθηκε από μπροστά μου. Τότε έκανα από μέσα μου μια προσευχή με σφιχτά χείλη και είχα χάσει την μηλιά μου.

Προηγούμενο Άρθρο

Ιανός: Δύο νεκροί από τον κυκλώνα – Θρίλερ με 30 εγκλωβισμένους στα Φάρσαλα

Επόμενο Άρθρο

Ν.Ο.Καστοριάς: Πρόσκληση σε Γενική Συνέλευση

Τελευταία από ΑΠΟΨΕΙΣ