Μια Παραμονή Χριστουγέννων (Γράφει ο Σπύρος Νίτσας)

Πριν κάμποσα χρόνια στην δυτική παραλία της λίμνης έγινε ένα περίεργο περιστατικό κοντά στο αρχοντικό του Σκούταρη. Όταν εκεί ζούσε μια ξεχασμένη γριά που εμείς τα παιδάκια την φωνάζαμε μάγισσα. Έμενε ολομόναχη μακριά από τον έξω κόσμο και σιγά – σιγά απέκτησε αυτόν τον υποτυπώδη τίτλο δηλαδή της μάγισσας. Ζούσε πάντα κλεισμένη πίσω από κάτι κλειστές και βαριές κουρτίνες. Αφού χρόνια είχε να την δει ο ήλιος μα και άνθρωπος. Από μακριά έμοιαζε να έχει χαθεί πίσω από έναν ατελείωτο αραχνοϊστό. Δεν ξεχνιούνται τόσο εύκολα τέτοια πράγματα είπε τώρα ασθμαίνοντας στον εαυτό της η Ίκαρη και ονειροπόλησε την ζωή της που ήταν κάποτε ευτυχισμένη και που έφτασε. Και ξέρεις πόσο σεμνές κοπέλες ήταν εκείνα τα κορίτσια και εννοώ τις κόρες των παπάδων που φοράνε άκομψα ρούχα.

Συνήθως φορούσαν μαύρα φουστάνια και δεν ευνοούνταν ακόμη από την σημερινή κοινωνία να τις δεχτεί στην αγκαλιά της. Μα η Ίκαρη η κόρη του παπά ήταν μια καλοφτιαγμένη κοπέλα κατσαρομάλλα με ωραίο παρουσιαστικό και σκοτεινό χρυσό χρώμα στο πρόσωπο. Είχε ίσια φρύδια ίσια κατάμαυρα. Το πρόσωπο της ήταν χλωμό μα το δέρμα του προσώπου καθαρό. Είχε κάπως κυρτούς ώμους και πάντα φορούσε σακάκι με βάτες και της έδιναν μια άλλη γοητεία. Γνώρισε τότε το παλικάρι των ονείρων της από την Ραιδεστό με το παράξενο όνομα Μάξιμος. Ο λεβέντης δεν γνώριζε πολλά για όμορφες κοπέλες μα για εκείνον ήταν μια καλλονή. Ο πατέρας της ο παπάς σπάνια μιλούσε μα σπανιότερα χαμογελούσε, και είχε κάποιες ενστάσεις για τον γαμπρό μα στο τέλος κάμφθηκε και τέλεσε το μυστήριο του γάμου. Όλα πήγαιναν καλά μέχρι που ο εφημέριος αποδήμησε στον κύριο. Έτσι η Ίκαρη έμεινε μόνη με τον Μάξιμο που δεν τον γνώριζε τόσο καλά όσο θα έπρεπε.

Μα δεν είχαν καλή τύχη όταν ο Μάξιμος ξελογιάστηκε. Κλέφτικε με μια σουρλουλού από τα ψαράδικα και εξαφανίστηκε.

Έτσι η Ίκαρη έμεινε μόνη και απροστάτευτη. Όμως ο παπάς της άφησε μια ολάκερη περιουσία να ζήσει ακόμη και δυο ζωές. Σιγά – σιγά απομακρύνθηκε από τους ανθρώπους και ζούσε μόνη στο σκοτάδι με παρέα μια μαύρη γάτα. Δίπλα της έμενε τότε η οικογένεια του Νίκου Καζαμία παντρεμένος με την Δόμνα. Είχαν αραδιάσει μια ντουζίνα παιδιά. Και όλα αυτά τα γνώριζε η Ίκαρη αφού τα έβλεπε σαν να ήταν κοντά τους. Τα παρακολουθούσε πάντα κρυμμένη πίσω από την κουρτίνα. Αφού να φανταστείς κανένας άνθρωπος ούτε τα Χριστούγεννα δεν πήγαινε να της πουν έστω μια καλημέρα η τα κάλαντα.. Μα ήξερε το κάθε τι συμβαίνει στο σπίτι τους.

Φέτος καθώς έβλεπε δεν στόλισαν ούτε το πρωτοχρονιάτικο δένδρο παραμονή Χριστουγέννων. Δεν είχαν καν ψωνίσει κανένα δώρο για τα παιδιά που όλο γκρίνιαζαν για την φτώχεια που τους είχε αιχμαλωτίσει. Μα η Ίκαρη τους έβλεπε σε τι μαύρο χάλι βρισκόταν και σπάραζε η παγωμένη καρδιά της. Γιατί κάπου μέσα της είχε απομείνει μια σπίθα ανθρωπιάς. Είχε δει τις προάλλες την αστυνομία να περνούν χειροπέδες στον Καζαμία και να τον σέρνουν μέσα για χρέη. Τώρα η Ίκαρη κρυμμένη πίσω από τις βαριές κουρτίνες φοβόταν τους ανθρώπους. Νόμιζε πως αν μιλήσει ξανά μαζί τους θα της κοπή η ανάσα.

Και όλο κάτι είχε ξυπνήσει μέσα της δειλά – δειλά να τολμήσει και να ανοίξει τις κουρτίνες και το στόμα της μα δεν είχε το απαιτούμενο θάρρος. Τέλος πάντων κανένας δεν ενδιαφερόταν για εκείνη την ξεχασμένη ανθρώπινη ύπαρξη. Που η ίδια έμοιαζε σαν σπάνια αντίκα. Όσος κόσμος περνούσε έξω και κοντά από το αρχοντικό της όλοι τους τρόμαζαν και τάχυναν το βήμα τους να μην έχουν κανένα κακό συναπάντημα μαζί της. Δεν έχεις ακούσει που λένε. Καλύτερα να σου βγει το μάτι παρά το όνομα, να εδώ έτυχε με την περίπτωση της γριάς.

Και αν τύχαινε να ρωτήσεις κάποιον τι γνωρίζει για εκείνη την μοναχική γριά.

Τότε έκαναν πως δεν άκουγε και απομακρυνόταν με γοργό βηματισμό. Αυτό την έκανε ακόμη ποιο περίεργη και απόκοσμη στα μάτια του κόσμου. Σήμερα ένα ανάλαφρο πούσι στο φως του φεγγαριού γέμιζε όλη την λίμνη ασήμι και σκόρπαγε ένα λαφρύ αεράκι. Όλη η οικογένεια ήταν βυθισμένοι σε ένα όμορφο γλυκό μισόφωτο στριμωγμένοι στην γωνιά κοντά στο παλιό τζάκι. Το χαμηλωμένο φως από το αμπαζούρ ήταν αναμμένο και με το λιγοστό φως του έλουζε όλο το πέτρινο σαλόνι και όλους τους ακριβούς πίνακες που ήταν κρεμασμένοι στους τοίχους. Όλων τα πρόσωπα έμοιαζαν καραμελωμένα σαν να πάγωσαν τον χρόνο στο ίδιο μέρος. Το παλιό τζάκι σιγόκαιγε και ένα σέρτικο ξύλο φουντώνει απότομα και έβγαλε μια μεγάλη σπίθα μετά έγινε φλόγα και τους έκανε όλους να ανασκουμπωθούν.

Όλα έδειχναν μια περίεργη ποιητική αρμονία που έμοιαζε ένα μυστήριο κάδρο. Έξω το χιόνι έπεφτε πασπατευτό σαν βαμβάκι ασταμάτητο και είχε ασπρίσει όλη την περιοχή. Η λίμνη δίπλα είχε μια άσπρη πέτσα από πάγο και χιόνι και έκανε τις πάπιες να κλαίνε από το κρύο σαν βυζανιάρικα μωρά.. Μερικά παιδάκια με τα ανόητα παιχνίδια τους ανέβαιναν πάνω στην παγωμένη λίμνη να κάνουν τσουλήθρα. Και όλο αραιές παρέες πέρναγαν από έξω από το κλασικό σπίτι της γριάς με λαμπαδηφορίες στα χέρια. Όλα έμοιαζαν σωστό παραμύθι με τα ουρλιαχτά τους να περισσεύουν παρά να τραγουδάνε. Όλα αυτά τα παιδιά έμοιαζαν σαν φευγαλέους ίσκιους τώρα το βράδυ. Και ήταν όλοι τους μεθυσμένοι για τα επερχόμενα Χριστούγεννα τραγουδώντας στο ίδιο χιλιοειπωμένο τραγούδι.

Η Δόμνα Καζαμία μετά το στραπάτσο του άντρα της ζούσε στον δικό της κόσμο. Αφού όπως έλεγε και το πίστευε πως όλη η πλάση είχε συνωμοτήσει εναντίον τους.

Καθισμένη με απλωμένα πόδια να πάρει μιαν ανάσα μετά από τόσες δουλειές ζούσε τον δικό της Γολγοθά.

Το φως από τις φλόγες χτύπαγαν το κουρασμένο πρόσωπο της. Και έτσι της άλλαζαν όψη. Μπροστά της όλη η φαμιλιά ξαπλωμένα όπως – όπως στεκόταν άκεφα χωρίς να μιλάει κανείς. Τα δυο της αγόρια και πάρα δίπλα η μεγάλη της κόρη, η Στρίτσα και πλάι η μπέμπα αφού ήταν ακόμη πολύ μικρή και δεν καταλάβαινε που έλειπε ένα χρόνο τώρα ο πατέρας. Τότε η Δόμνα ονειροπόλησε τα περσινά Χριστούγεννα που ήταν μαζί τους και ο άνδρας της και ήταν μια ευτυχισμένη οικογένεια. Ξαφνικά ένοιωσε μια ζεστασιά που πέρασε μέσα της όταν κατάλαβε τα χέρια του Νίκου να την αγκαλιάζουν. Τότε ένοιωσε αμέσως πως η ζωή τους δεν ήταν παρά ένα κακό όνειρο που δεν άξιζε να το ζήσεις. Όλα ήταν μια ψευδαίσθηση που κουβαλάμε όλοι μέσα μας αναμμένα.

Το δέντρο τους τότε ήταν στολισμένο και έλαμπε γεμάτο αναμμένα λαμπιόνια που αναβόσβηναν και γυάλιζαν σαν παλιά λατέρνα. Τα δώρα περίμεναν υπομονετικά κάτω από το στολισμένο δένδρο τα παιδιά τους να ξυπνήσουν και να πάρει ο καθένας το δικό του. Το ραδιόφωνο σκόρπαγε ασταμάτητα κάτι παλιά μοτίβα εποχής. Εκείνη την στιγμή τραγούδαγε το Άγια νύχταξημερώνει. Οι Άγγελοι αργοπετούσαν γύρο τους τεμπέλικα ζερβά δεξιά τσιρίζοντας σαν ερωτευμένες νυχτερίδες. Τότε μια ζεστή σιγαλιά απλωνόταν σε όλο το σαλόνι και φώτιζε τα χαρακτηριστικά τους που άλλαζαν όψη. Από την μεριά της κουζίνας ερχόταν όλες οι γλυκές αλχημείες από κουραμπιέδες μελομακάρονα τσουρέκια και χίλιες δυο άλλες λιχουδιές.

Ο Νίκος είχε κουβαλήσει από νωρίς ένα κάρο ψώνια. Πιάσε από τσιγαριδες και μισό γουρούνι χωριάτικο από τους Αμπελόκηπους να το ψήσει παραμονή Χριστουγέννων στην σχάρα. Μα μετά την τελευταία γιορτή των Χριστουγέννων αμέσως άρχισε ο κατήφορος τους. Η επιχείρηση του πήγαινε από το κακό στο χειρότερο. Φέτος όμως πήγαιναν όλα κατά διαβόλου και οι πιστωτές του ζήταγαν τα λεφτά τους πίσω και με το δίκιο τους οι άνθρωποι.

Δεν μπόρεσε μετά το στραπάτσο να αντεπεξέλθει ποτέ στα οικονομικά. Όπότε μάνι – μάνι βρέθηκε χωρίς σπίτι και επιχείρηση αφού ήταν όλα υποθηκευμένα. Τώρα ήταν καταχρεωμένος με πολλά δάνεια στις τράπεζες και εκτεθειμένος έναντι των πιστωτών. Στο σπίτι είχε ένα τσούρμο παιδιά να μεγαλώσει και περίμεναν όλοι από την δουλειά του. Η Δόμνα η γυναίκα του από την άλλη ήταν καλομαθημένη με τις φίλες και τα απογευματινούς καφέδες να την περιμένουν. Τώρα έσφιγγε τα χείλη της για το ανάθεμα που είχαν έλθει όλα τόσο ανάποδα να μείνουν ταπί. Και για πότε βρέθηκε στην φυλακή ο Νίκος της ούτε που το κατάλαβε. Τώρα σκέφτεται πως ο Νίκος μετά από την χρέωση έκανε μια πράξει απελπισίας να δώσει ένα τέλος στην ζωή του μα τον πρόλαβαν.

Τότε η γριά Ίκαρη δεν έχασε λεπτό και ανέλαβε δράση αν και ήταν δυο μέρες πριν την παραμονή των Χριστουγέννων. Τα μάγουλα της ρόδισαν και πήρε μια μεγάλη απόφαση. Σηκώθηκε από την νάρκωσή της που ήταν τόσα χρόνια πλαγιασμένη αφού τα πόδια της δεν την κρατούσαν ποια όρθια. Και όπως ήταν μουδιασμένη δεν τολμούσε να πατήσει τα πόδια της κάτω. Ως τόσο με πολλές προσπάθειες σηκώθηκε. Άρπαξε το τηλέφωνο και μίλησε στις τράπεζες αφού έδωσε το όνομα της. Τους εξήγησε με κάθε λεπτομέρεια πως αναλαμβάνει εκείνη τα χρέη του φυλακισμένου Νίκου Καζαμία. Απαίτησε μάλιστα να αποφυλακιστεί αμέσως και να κάνει Χριστούγεννα στο σπίτι με την οικογένεια του.

Μετά κάθισε σε ένα καναπέ να αναλογιστεί. Θα ήταν φρικτό είπε μόνη να πεθάνει κανείς έρημος σε ένα τέτοιο παλιόσπιτο. Την επομένη ήταν παραμονή Χριστουγέννων ενώ είδε ξαφνικά μερικά παιδιά να της χτυπούν την πόρτα για να της πουν τα κάλαντα. Ήταν τα παιδιά του Νίκου Καζαμία που είχε αποφυλακιστεί ο πατέρας τους αφού είχαν πληρωθεί όλα τα δάνεια του. Καλά λέει και η σοφή η παροιμία.

«Κάνε το καλό και ρίξτο στον γιαλό.»

Προηγούμενο Άρθρο

Οι Αστυνομικές Υπηρεσίες της Δυτ. Μακεδονίας συγκέντρωσαν εθελοντικά διάφορα είδη τα οποία προσφέρθηκαν σε Ιδρύματα και φορείς

Επόμενο Άρθρο

Καστοριανό Καρναβάλι «Τα Ραγκουτσάρια» [Μία πρόταση ανασυγκρότησης] – (Γράφει: Ο Λεωνίδας Θ. Πουλιόπουλος*)

Τελευταία από ΑΠΟΨΕΙΣ

51η Διεθνής Έκθεση Γούνας Καστοριάς: (Μια διοργάνωση που επιμένει, εξελίσσεται και κρατά ζωντανή μια παράδοση) Γράφει: Ο Λεωνίδας Θ. Πουλιόπουλος.[1]

 Η 51η Διεθνής Έκθεση Γούνας Καστοριάς αποτελεί ένα ζωντανό παράδειγμα αντοχής, προσαρμοστικότητας και επιχειρηματικής επιμονής. Σε