Μέσα στο χειμωνιάτικο σκοτάδι, η πόλη μας δοκιμασμένη κι αυτή από τον εισαγόμενο ιό, άρχισε να φοράει τα στολίδια των ημερών, σε ώρες που οι δρόμοι της είναι έρημοι σχεδόν, όπως και σε κάθε μικρή ή μεγάλη πόλη στη χώρα μας κι αλλού.
Νύχτα αφέγγαρη η αποψινή, με αραιή ομίχλη που μισοσκεπάζει τα απέναντι βουνά. Βαδίζουμε με την άδεια του 13033 κυρίως στους κεντρικούς δρόμους, όπου τα καταστήματα παραμένουν κλειστά αλλά στολισμένα, σύμφωνα με τις συνήθειες των γιορτινών ωρών.
Γιρλάντες φωτεινές, νιφάδες, σταλακτίτες που διακοσμούν τους δρόμους, βιτρίνες, «καφέ» και σπιτικά, συμφωνήσανε να δώσουν τον γιορτινό τόνο και στον φετινό Δεκέμβρη.
Από την πλατεία Δαβάκη, που κάνει τη διαφορά, κατηφορίζουμε ως τα πάρκα της βόρειας παραλίας που λαμποκοπά, καθώς η παραλιακή δενδροστοιχία των πλατανιών της μισόγυμνη από φυλλωσιές, φόρεσε τα φωτάκια της και δείχνει μέσα στη νύχτα πανέμορφη.
Από απέναντι φαίνονται τα φώτα των παραλίμνιων χωριών, όπου 23 του μήνα άναβαν οι φωτιές, μια πανάρχαια συνήθεια που πέρασε στο Χριστιανισμό και δέθηκε αρμονικά με την φάτνη του θείου βρέφους που ζεσταίνεται, μέσ΄ στο χειμώνα μαζί με τα χνώτα των ζώων κατά την παράδοση. Η βραδιά αυτή εμπλουτίζονταν με χορό γύρω από την φωτιά, με τα ντόπια ακούσματα και τα κεράσματα των ημερών.
Αφήνουμε τη μεριά αυτή με το βυζαντινό τείχος ακολουθώντας τη διαδρομή μέσα από την οδό Ερμού με τα γιορτινά της, τις γιρλάντες, τ΄ αστεράκια, τα ξωτικά των δασών, στεφάνια με χίλια δυο στολίδια, αγιοβασίληδες, ασημένια μικροδωράκια…. Είναι σαν νάσαι παιδί τέτοιες ώρες μπρός σε πόρτα ενός παραμυθένιου κόσμου με την μαγεία του, την χαρούμενη συντροφιά τόσων δώρων που κάποια απ΄ αυτά – σαν παιδί – τα δικαιούσαι… μένοντας αποσβολωμένο μπρος στη βιτρίνα…

Ο πολυσύχναστος δρόμος της 11ης Νοεμβρίου έχει κι εκείνος τον στολισμό του παρά την κίνηση που δείχνει την ερημιά, που «σπάει» απ΄ το πέρασμα του αυτοκινήτου ή του ντελιβερά που μοιράζει πίτσα και ότι άλλο. Πολύ πριν τα φώτα πράσινο – κόκκινο, το τοπίο αλλάζει, με το κάλεσμα των γεύσεων καθώς οι κουραμπιέδες, τα μελομακάρονα, παραδοσιακά ή με σοκολάτα κυριαρχούν στους φούρνους και τα ζαχαροπλαστεία. Σ΄ αυτή τη γωνιά – στο σταυροδρόμι – και την αρχή της Λεωφόρου Μ. Αλεξάνδρου από το αντιδημαρχείο, ως το πάρκο της Ολυμπιακής φλόγας – παλιά Χασάν Κατή – συναντούμε τα στολισμένα με φώτα ελατάκια, τα καλλωπιστικά δένδρα, τα μπαλκόνια της γειτονιάς, σε μια νύχτα παραμονές Χριστουγέννων, με έναν ουρανό γεμάτο σύννεφα βαριά, σκούρα, χωρίς αστέρια και φεγγαράκι λαμπρό, σε μια περίοδο που η πόλη περνά δύσκολα κι έχει το κουράγιο ν΄ αλλάξει με το στολισμό την μελαγχολική της εικόνα…Ακόμη και η ήρεμη λίμνη καθρεφτίζει τα στολίδια μέσα στα νερά της, χαρίζοντας στο διπλό την ομορφιά που πιάνουν τα μάτια.
Στεκόμαστε στις βιτρίνες των βιβλιοπωλείων όπου τα παιδικά παραμύθια έχουν την τιμητική τους, με τα ελκυστικά εξώφυλλα και τις ζωγραφιές τους.
«Ένα ελατάκι για τον Τάκη»
«ο Χιονάνθωπος»
«γύρω γύρω απ΄ το ρολόϊ»
«τα Χριστούγεννα της Λούλας Στρουμπουλούλας»
και πολλά πολλά ακόμη παραμύθια με περιεχόμενο ανάλογο με τη γιορτινή περίοδο, ότι πρέπει για τα παιδιά.
Μια τελευταία ματιά αγγίζει τους φωταγωγημένους κατάλευκους αγγέλους – έξω από το αντιδημαρχείο και την στάση των ταξί – που σαν τελάληδες διαλαλούν τον ερχομό της γέννησης του Χριστού με τις τρομπέτες και τα ταρατατζούμ… Αυτά σε μια έρημη πόλη μαζί με τα αδέσποτα που συνεχίζουν εκεί – φρουροί της άτυχης και πανέμορφης πολιτείας-.
Κάπου εδώ ο περίπατός μας φθάνει στο τέρμα του και η αφέγγαρη βραδιά έμοιαζε με σελίδα ενός απλού παραμυθιού όπως θα το ακούγαμε από την αγαπημένη μας γιαγιά δίπλα στο τζάκι με τα ψημένα κάστανα, τις ζεστές φέτες ψωμί με ντόπιο τυρί και τα σπασμένα καρύδια…
Η πόλη θα ζήσει κι άλλες ακόμη τέτοιες βραδιές, ολομόναχη, έρημη… για την ασφάλειά μας.
Καληνυχτούμε όλους όσους νοσταλγούν τα λόγια και τη μελωδία του Κώστα Χατζή, του αγνού, του τρυφερού, του απλού τροβαδούρου, που ακούσαμε – καθώς φεύγαμε – στα ακουστικά του κινητού μας συνδεδεμένου με το μικρόφωνο απ΄ όπου απολαμβάναμε τους παρακάτω στίχους:
«Τώρα που μεγάλωσα
πόσο το μετάνιωσα,
αν μπορούσα τ΄ άστρα να διορθώσω
θα ΄μενα επτά χρονώ
να γελώ με το Σαρλώ
και ποτέ, ποτέ μη μεγαλώσω…»
