Αν έχεις τύχη διάβαινε… | Ευθυμογράφημα (Γράφει ο Σπύρος Νίτσας)

Κάθε πρωί μπροστά στον καθρέφτη μόλις πλενόμουν έκανα  λίγο μασάζ ελαφριά το πρόσωπο μου. Γιατί τώρα στο τέλος τον έβλεπα να αποκτάει ρυτίδες και σκιάχτηκα. Όχι για κάτι άλλο μα να, δεν πρόλαβα να παντρευτώ. Να ετούτο μη το άλλο κόντευα να μείνω γεροντοπαλίκαρο. Μετά πριν φύγω για την δουλειά καθόμουν στο μικρό σαλονάκι να βάλω σε μια τάξη το μυαλό μου. Όλα τα είχα υπολογισμένα μα δεν νοικοκυρεύτηκα ακόμη. Έριξα μια ματιά στην ώρα και είδα πως είχα αργήσει για την δουλειά. Ήμουν που λες γουνεργάτης μηχανικός και ράβαμε κοιλιοκαρδιές στον Παύλο πάνω στον καθρέφτη, και μάλιστα ένας από τους γρηγορότερους μηχανικούς στο είδος μου.

Ο Παύλος ήταν ένα εξαιρετικό αφεντικό. Μα το κυριότερο ήταν άνθρωπος και  φίλος. Αφού να φαντασθείς δεν προλάβαινα από την βιασύνη μου να πιω τον καφέ μου μα είχα και ένα προτέρημα. Ήμουν ο μεγαλύτερος χρονολογικά εκεί μέσα στο γουναράδικο και ανύπαντρος όπως σας είπα. Φοβήθηκα για μια δόση πως θα μείνω γεροντοπαλίκαρο   σαν τον Κωνσταντάρα στο ομώνυμο  έργο.

Έτσι μπροστά στην καταπίεση της δουλειάς δεν προλάβαινα να πάρω και εγώ την μεγάλη απόφαση. Να παντρευτώ  βρε αδερφέ,  μια γυναίκα μου ανήκει και εμένα μα πως. Έτσι στο γουναράδικο που δούλευα ήρθε απρόσμενα σαν μηχανικός μια ανεψιά της γυναίκας του Παύλου και  έπιασε δουλειά. Έτσι μάθαινε στην διπλανή μηχανή και όλο κοιταζόμασταν κάπως κρυφά. Μου πετούσε από κανένα χαμόγελο να με ψαρέψει και εγώ ο βλάκας πιάστηκα  στην φάκα. Το καλύτερο προσόν της ήταν πως δούλευε βουβή. Λες και είχε πάρει τον όρκο της σιωπής σαν τις καλόγριες. Και το περίεργο ήταν πως δεν είχαμε ακούσει ακόμη ούτε την φωνή της ούτε και το όνομα της.  Στην αρχή νόμισα πως είχαμε να κάνουμε με βουβή.

Φυσικά το αφεντικό το γνώριζε μα δεν ήθελε να μας τσιγκλήσει με το μυστήριο  όνομα  της. Ήταν μια κοντόχοντρη κοπέλα με πεταμένα μήλα μεγάλα καφετιά μάτια ζαγαρόσκυλου που θέλει να γίνει φίλος σου. Μακρουλό αλογίσιο πρόσωπο προβατίσιο χαμηλό βλέμμα με μπόλικα  λαδωμένα κατσαρά μαλλιά, μεγάλο στόμα έπιανε από το ένα αυτί στο άλλο και ψιλά χείλη. Διατηρούσε κάτι  χοντρά μπράτσα με ποντίκια σαν νοικιασμένος μποξέρ και ντυμένη περίεργα σαν παλιά λατέρνα. Είχε μια υπερφυσική αλλόκοτη δύναμη από ότι έβλεπα έπιανε την πέτρα και την έστυβε να βγάλει ζουμί.. Άλλο πράγμα να σου πω και άλλο να  την δεις, παιδί μου σαν βιονική γυναίκα. Από πού στο καλό αντλούσε όλη αυτήν την ενέργεια δεν μπορώ να καταλάβω. Μια κρεατοελιά στόλιζε το πάνω μάγουλο που έμοιαζε  σφήκα. Επειδή την μάθαινα πώς να ράβει τις φασκιές  αυτή μου έλεγε συνέχεια με ευγενικό τρόπο και υποτακτική χαμηλή φωνή.

– Μάλιστα κυρ Παναγιώτη, έτσι  κυρ – Παναγιώτη, θα το ράψω και  θα ξεψαλιδίσω μαλακά τις γωνίες χωρίς να κόβω την τρίχα. Μου μπήκε αμέσως στο μάτι και όλο μου κλωθογύριζε στο μυαλό μου.

– Βρε Παναγιώτη,  μου λέει σοβαρό  το  αφεντικό μου όταν ήταν στις καλές του και  όταν είχαν  σχολάσει όλοι οι εργάτες.

Την ανιψιά της γυναίκας του Παύλου την λέγανε Τρίτη γιατί γεννήθηκε μεγάλη Τρίτη και δεκατρείς του μηνός. Μα εμείς μόλις μάθαμε το όνομα της την φωνάζαμε Τετάρτη γιατί ήμασταν όλοι προληπτικοί εκεί μέσα. Ήταν ένα σκοτεινό βράδυ και ο αέρας χτυπούσε τα τζάμια μαζί με μερικά πεινασμένα σπουργίτια μέσα στην βροχή. Με ζύγωσε ο Παύλος το αφεντικό πριν φύγω και με παροτρύνει.

– Όρμηξε  βρε  πάνω της μου λέει.  Να σε βοηθήσω και εγώ όσο μπορώ και η γυναίκα μου άμα χρειαστείς βοήθεια. Και ξέρεις τι σουσουράδα και καταφερτζού  είναι εκείνη σε κάτι τέτοια.

Και βιάσου για να μην σου την φάει κανένας άλλος, ξέχασες μου λέει τι πάθαμε με την άλλη. Εννοούσε την Σιατιστινή εκείνη την νταρντάνα που μας  την έφαγε  μέσα από το στόμα ένας νέος  παπάς, βιάσου καημένε περνούν τα χρονάκια. Σκεφτόμουν μα και φοβόμουν για δύο πράγματα. Πρώτον μη μου την κλέψει κανένας άλλος διάολος και δεύτερον πως θα αντέξω εγώ στο μαντρί εγκλωβισμένος μια ζωή με τις αλυσίδες του γάμου… Μου ερχόταν η Τετάρτη στο μυαλό που την λέγανε Τρίτη με το χαμστερικό της μουστακάκι και τρόμαζα. Νοίκιαζα τότε στην κυρά Ρούλα την χοντρή κοντά στο τσαρσί καλή της ώρα, όπου και να βρίσκεται.

Πηγαινοερχόμουν στο δωμάτιο με κοντά βήματα να πάρω την   σωστή απόφαση. Ξέρεις πόσοι φίλοι μου την πάτησαν έτσι και χτυπάνε το κεφάλι τους στον τοίχο τώρα. Έβλεπαν το τυρί και όχι την φάκα και πιάστηκαν από την μύτη. Τόσα χρόνια στην δουλειά είχα βάλει στην άκρη και ένα σημαντικό κομπόδεμα δεν λέω. Την άλλη ημέρα ήταν Πέμπτη άρχιζε η σαρακοστή. Παρακολούθησα την Τετάρτη πως δεν είχε μουστάκι σήμερα. Έ λέω θα το ξύρισε και τι έγινε. Πολλές γυναίκες έχουν μύστακα μα το κόβουν σάμπως η πρώτη η τελευταία θα ήταν .

Στον Αϊ Γιώργη βάλαμε στεφάνι με κουφέτα και κουμπάρο τον Παύλο και όλα πήγαιναν ρολόι μετά τον γάμο. Αφού βγήκαμε και αλαμπρατσέτα με την Τρίτη και πήγαμε στον θερινό σινεμά  Ρίο θυμάμαι. Και όλα ήταν ωραία  και έβαιναν καλώς μέχρι μετά. Καθίσαμε ακριβώς στο κέντρο της αίθουσας που ήμαστε και οι μοναδικοί μέσα  γιατί ψιλόβρεχε. Μετά από λίγο ήρθαν δύο   ντιρέκια μέχρι εκεί πάνω και μας λένε να φύγουμε από τις θέσεις μας γιατί τους εμποδίζαμε  με τα κεφάλια μας  να βλέπουν την οθόνη

– Να αλλάξετε εσείς θέσεις τους λέω. Τότε σηκώθηκε η Τετάρτη και χωρίς δεύτερη κουβέντα τους έκανε μπαούλο στο ξύλο με τις  ζυγισμένες μπουνιές της. Αμέσως ήρθε η Αστυνομία. Ένας χαμός  εγώ πήγα  αμέσως στο  αυτοφώρω μέσα.  Έτσι  αυτοί έτρωγαν το ξύλο  εγώ στο κρατητήριο και πλήρωνα και από πάνω.

Μια άλλη φορά μας έφαγε την σειρά στο στραγαλά πάλι τα ίδια.  Τον έκανε τόπι στο ξύλο τον έναν και εγώ πάλι στο κρατητήριο. Δεν ήξερα τι να κάνω. Τώρα στο τέλος άφηνε  όλο το νοικοκυριό πάνω  σε εμένα. Έμαθε μαζί με μια συγχωριανή της κάθε απόγευμα  να πίνει  και να ρίχνουν και το φλιτζάνι του καφέ. Και με την πρώτη αντίρρηση μου με έστειλε στο νοσοκομείο με  μαυρισμένο μάτι. Μετά σκέφτηκα πως είναι καλύτερα στην φυλακή παρά να τρέχω στα νοσοκομεία με μαυρισμένο μάτι.. Και πώς να έλεγα εκεί στις νοσοκόμες πως μου βούλωσε  το μάτι η γυναίκα μου.  Θα γελούσε και το παρδαλό κατσίκι μαζί μου.

Στούπωσα  και εγώ το στόμα με πέντε τσιρότα μη μου ξεφύγει καμιά παράτυπη κουβέντα. Φοβόμουν μη με ξαναστείλει πάλι στο νοσοκομείο και αυτή την φορά στην εντατική. Από τότε δεν ξανασήκωσα ποτέ πια κεφάλι μπροστά της. Τις προάλλες συνάντησα τυχαία  το αφεντικό μου τον Παύλο  στα ψαράδικα.  Είχε και εκείνος το   μαύρο  του χάλι μα δεν ρώτησα λεπτομέρειες.. Σταθήκαμε σε ένα απόμερο τραπέζι πάνω από το κύμα της λίμνης  να πιούμε ένα τσίπουρο να πούμε τα δικά μας και να κατεβάσουμε τα φαρμάκια κάτω..

– Αχ βρε αφεντικό Παύλο του λέω τι με έκανες και με πήρες στο λαιμό σου με την Τετάρτη και ας ήταν ανιψιά της γυναίκας σου.

– Α.. μου λέει μετά ξαφνιασμένος  και σοβαρός. Έτσι είναι οι γυναίκες του σήμερα το ίδιο παθαίνω και εγώ. Τι να κάνουμε τώρα να διαλύσουμε τα σπίτια μας για ένα καπρίτσιο δεν πάει.  Εμείς είμαστε ανώτεροι άνθρωποι. Έλα βρε αδερφέ και τι αξία έχει σήμερα μια μπουνιά. Άφησέ την να ξεδώσει και εκείνη λίγο να πάει στον διάτανο. Τι να γίνει έτσι είναι η μοίρα του ανδρός σήμερα έχει και ατέλειες.

Ήπιαμε από τέσσερα τσίπουρα  και εγώ πήρα την ανηφόρα προς το τσαρσί για το σπίτι. Πήγαινα παραπατώντας εδώ και εκεί λαχανιάζοντας την ανηφόρα. Ήξερα πως στο σπίτι με περίμενε ο χάρος μεταμφιεσμένος μποξέρ Τετάρτη που την είχαν βαπτίσει Τρίτη ανάθεμά τον πατέρα της. Και σκεφτόμουν μόλις ζύγωσα το άγαλμα του  Πηχεών. Τι  δεν παντρευόμουν καλύτερα  τον Γιανκούλα που θα είχε  και μικρότερο μουστάκι;

Προηγούμενο Άρθρο

Ανοίγουν οι εγγραφές για τον Μαραθώνιο Αθήνας 2020 στις 3 Ιουλίου

Επόμενο Άρθρο

Πανελλήνιες: Τα θέματα στο Ελεύθερο Σχέδιο

Τελευταία από ΑΠΟΨΕΙΣ

51η Διεθνής Έκθεση Γούνας Καστοριάς: (Μια διοργάνωση που επιμένει, εξελίσσεται και κρατά ζωντανή μια παράδοση) Γράφει: Ο Λεωνίδας Θ. Πουλιόπουλος.[1]

 Η 51η Διεθνής Έκθεση Γούνας Καστοριάς αποτελεί ένα ζωντανό παράδειγμα αντοχής, προσαρμοστικότητας και επιχειρηματικής επιμονής. Σε