Καστοριά, καλοκαίρι στα 1964
Από νωρίς το πρωϊ η κυρά Κούλα – η μαμά μας – ανεβοκατέβαινε από την κουζίνα στο υπόγειο βγάζοντας από κει τα καυσόξυλα που περισσέψανε από τον χειμώνα. Από την χαμηλή πόρτα του υπογείου τα έφερνε σ΄ ένα παλιό κασόνι ως την αυλή, έναν χώρο απλό χωρίς γρασίδι πολυτελείας, με χορταράκι ταπεινό και τριφύλλι που και που, με λίγο χαμομήλι, ένα μέρος γής χρήσιμο πάντως, με το υπόστεγό του, το κοτέτσι του και μια μικρή αποθήκη όπου στιβάζαμε τα προσανάματά μας.
Στη μέση σχεδόν της αυλής έστησε τα ξύλα, προσθέτοντας και τα ανάλογα πελεκούδια, έβγαλε την πυροστιά από τον σκοτεινό χώρο του υπογείου και ύστερα κουβάλησε και το βαθύ χαρανί, κατάλληλο σκεύος για μάζεμα νερού, αλλά και για παρασκευή γλυκών του κουταλιού. ΄Ετσι ο κήπος μας αποκτούσε μια ξεχωριστή αξία μεσοκαλόκαιρο, διότι εδώ επρόκειτο να μαζευτούν το ίδιο απόγευμα οι θείες από το βεργουλάδικο σόϊ, η νουνά Χαιρετώ και εμείς τα έφηβα πλάσματα – συνέχεια της μεγάλης γενιάς- κατάλληλα για θελήματα και προστάγματα, που μας έστελναν ως τα γειτονικά καταστήματα και τα εδωδιμοπωλεία- μπακάλικα που εξυπηρετούσαν τη γειτονιά μας, μεταξύ της Σκαπέρδειου αγοράς και ψαράδικων.
Απογευματάκι… σε μήνα Ιούλιο, με τη ζέστη του και το μεσημεριανό του χαλάρωμα στα πιο δροσερά δωμάτια των σπιτιών.
Το χαρανί λίγες μέρες πριν είχε γανωθεί στο εργαστήρι του γείτονά μας του κυρ Βασίλη Χαραμόπουλου, δύο σπίτια παρακάτω στην οδό ΄Αρτη, δίπλα στο σπίτι με τα κόκκινα φανάρια, κι όπου ζούσαν τα αμαρτωλά κορίτσια , που δέχονταν επι πληρωμή τον κάθε αμαρτωλό ή αναμάρτητο.
Μήνας ζεστός ο έβδομος του χρόνου, γεμάτος εκπλήξεις για τα αγουρωπά νιάτα, άλλοτε δειλά, κι άλλοτε ατίθασα κι ανέμελα ν΄ ακούν τα πρώτα ζωηρά τραγούδια των Μπήτλς, την βελούδινη φωνή του Νατ Κίνγκ Κόουλ, τον νεαρό αμερικάνο ροκ στάρ ΄Ελβις Πρίσλεϋ «its now or never”.
Σ΄ όλα τα περιοδικά ποικίλης ύλης γράφονταν λεπτομερώς οι κορυφαίες μουσικές επιτυχίες κι ανάμεσά τους το όνομα της Κορίνας Τσοπέη που φορούσε το στεφάνι της Μιςς Υφήλιος και η βράβευση με το Νόμπελ του ποιητή Γιώργου Σεφέρη σε μουσική Μίκη Θεοδωράκη.
«Πάνω στην άμμο την ξανθή
γράψαμε τ΄ όνομά της
ωραία που φύσηξε ο μπάτης
και σβήστηκε η γραφή»
-΄Αϊντε κουνήσου, σύμασε το μυαλό σου, η φωνή της μαμάς με συνέφερε κι αμέσως προσγειώθηκα υπακούοντας στις εντολές της.
-Τρέχα να φέρεις από τον μπακάλη ζάχαρη, κι από τον Τάνε γλυκόζη… σύρε μετά στην κυρά Αλεξάνδρα του Παλάση και φέρε τα ροδάκινα , πριν κλείσουν το γιόμα.
Κι έτσι γινήκανε τα πράγματα και το μεσημέρι πέρασε δίχως να το καταλάβουμε, έως ότου άρχισε να χτυπά δυνατά το τσιουκαλίδι και να καταφθάνουν οι θείες φέρνοντας φρούτα, ζάχαρες και γυάλινα βαζάκια, αλλά προπάντων την καλή τους διάθεση…
Πολλά από τα κουζινικά σκεύη είχαν ήδη κατέβει από το διόροφο σπιτικό στην αυλή, για να χρησιμοποιηθούν στην παρασκευή της μαρμελάδας, οπότε… πιάτα, πιατούλια, κουτάλα τρυπητή, κατσαρόλες, έπιαναν τόπο στον υπαίθριο νεροχύτη του κήπου. Η φωτιά ήταν από ώρα αναμμένη και οι θειές αραδιασμένες στα καθίσματα και τα κασόνια έκαμναν κάθε τόσο αέρα με τα φυσερά τους για να δροσιστούν. Είχαν ήδη καθαρίσει τους γιαρμάδες, κόβοντάς τους κομματάκια και πρόσθεσαν την ανάλογη ζάχαρη. Οπότε σ΄ εκείνο το τρανό χαρανί χωρούσαν τουλάχιστον 30 κιλά φρούτα με ζάχαρη.
-΄Ελα Ντότα να δοκιμάσεις και να μας ειπείς αν χράζεται κι άλλη ζάχαρη. Και η τρανή η θειά που λίγο απείχε σε συνήθειες από την πολίτισσα Λωξάντρα, βεβαίωνε ότι όλα ήταν σωστά στην αναλογία.
Η θειά ΄Ολγα στην συνέχεια έπαιρνε ένα μεγάλο κουτάλι, έπαιρνε λίγη ποσότητα μαρμελάδας, την φυσούσε λιγάκι να κρυώσει, τη δοκίμαζε κι έλεγε… – σαν καλή δείχνει, δεν θέλει άλλη ζάχαρη, κι έπιανε την τρυπητή κουτάλα κι ανακάτευε πάλι το μείγμα που έβραζε και πετούσε φουσκάλες… να βάλουμε λίγο μοσχόφυλλο είπε η νουνά , κατά το τελείωμα…
-΄Ελα Νίνα, έλα Λευκή, πέστε τη γνώμη σας… Λίγο τις ένοιαζε και τις δυο ζωηρές θείες ότι γίνονταν στο χαρανί… Ο νους τους ήταν αλλού, και ήδη είχαν «κλείσει ραντεβού» με τον ζεν πρεμιέ Γιώργο Φούντα και την ταινία «Στέλλα» στον θερινό κινηματογράφο «ΑΣΤΥ». Σίγουρα θα μας παίρνανε και μας τα κουταβάκια της οικογένειας μαζί τους, να ξεφύγουμε από την καθημερινότητα και να βρεθούμε κάτω από τον έναστρο ουρανό παρακολουθώντας με ενδιαφέρον τις ιστορίες των άλλων επι της οθόνης…
Σαν έδεσε για τα καλά η μαρμελάδα κι αφήσαμε τις θείες να κανονίσουν τη μοιρασιά, πήραμε τον ανήφορο για το σινεμά, έχοντας όμως μεγάλη χαρά για ότι γίνηκε, επειδή η σπιτική μαρμελάδα με το δυνατό πορτοκαλόχρυσο χρώμα θα συνόδευε για καιρό το πρωϊνό μας, με τον ερχομό του φθινοπώρου και το ξεκίνημα των γυμνασιακών μαθημάτων.
Τα γυάλινα βαζάκια αραδιάστηκαν στην πουλίτσα της κουζίνας, σωστός πειρασμός για εμάς, που παρά τις εντολές της μαμάς για να μη τα βάζουμε χέρι από καλοκαιριού … καταφέρναμε και τις δοκιμάζαμε παρά ταύτα, όσο ψηλά κι αν φυλάγονταν.
Καστοριά , καλοκαίρι του 1964… μισός και πλέον αιώνας πέρασε κι όλα αυτά τα «ενθύμια» μπαινοβγαίνουνε από τα φυλαγμένα σακουλάκια με τα αρωματικά βότανα σε ώρες καλοκαιριού, μαζί με το ανέμελο τραγούδι του τζίτζικα, τις εφηβικές μας φιγούρες και τη συνάθροιση των θειάδων που τοίμαζαν συνεταιρικά τη μαρμελάδα ροδάκινο κι αν σας κάνει κέφι και πιστεύετε πως «κρατάτε το οικονομικό κουμάντο» αποφεύγοντας την βιομηχανική μαρμελάδα, που απέχει… σε γεύση, κάντε στην κουζίνα σας, ότι οι παλιές έφτιαχναν στις αυλές τους… καλέστε και μια δυο φίλες δήθεν για πρωϊνό ή απογευματινό καφέ, ώστε να μη σας λείψει η συντροφιά…
Η μαρμελάδα κι όλα τα γλυκά του κουταλιού παρασκευάζονταν μέσα στα σπιτικά μας και αυτή η συνήθεια κράτησε ως το τέλος της δεκαετίας του 60, μα συνεχίζεται όπου υπάρχει κήπος και διάθεση…
΄Όλα αυτά τα περασμένα καλοκαίρια, όπου μεγαλώναμε, αφήνοντας το παιδικό προφίλ στην άκρη, μπαίνοντας σ΄ άλλη φάση , θυμόμαστε καλά, πως ενθουσιαζόμασταν, πως ερωτευόμασταν- συνήθως με τη φαντασία μας, πλάθοντας και ξεπλάθοντας διάφορα σενάρια, βοηθούντων των ασπρόμαυρων ελληνικών ταινιών που ήταν γεμάτες από συγκινήσεις, αισθήματα, πάθη, λάθη, παρεξηγήσεις και την αναγκαστική μετανάστευση τω νέων στα εργοστάσια της Γερμανίας, τα ορυχεία των ευρωπαϊκών χωρών και τα γουναράδικά τους. ΄Επειτα από την αβάσταχτη νοσταλγία, να παίρνουν οι μετανάστες ολιγοήμερες άδειες, να επιστρέφουν για τις διακοπές τους, έχοντας αναμνήσεις, σε τιμή ευκαιρίας μια πολυχρησιμοποιημένη μερσεντές και συνοδευόμενοι με τις ξανθές τους φίλες, να αποδεικνύουν την πρόοδό τους στα ξένα, παίρνοντας μέρος στη βόλτα τα σαββατοκύριακα στα υπαίθρια κέντρα (τη Μύτκα, τη Μαυριώτισσα, του Χάτσιου, του Θεμελίδη και την ΄Ελλη που όλο το καλοκαίρι έφερνε ονομαστούς καλλιτέχνες, συμπεριλαμβάνοντας και τη γιορτή των γουναράδων στη γιορτή του Προφήτη Ηλία).
Στην καθημερινότητά της η πόλη είχε τη δουλειά της γούνας στρωμένη και κερδοφόρα και κάθε νοικοκυριό είχε τρόπο να αντιμετωπίζει τα έξοδα του μήνα, να γίνονται όλα με την ώρα τους, απο τη γειτονιά του Απόζαρι ως το Ντουλτσό, κι απ΄ το βουνό ως τα ψαράδικα και την Καλλιθέα που σιγά σιγά κέρδιζε τον δικό της κόσμο. Οι νοικοκυρές με τα ανταμώματα αυτά δίνανε την εμπειρία τους στα νέα κοριτσόπουλα. Θάλεγε κανείς πως ήταν σπουδές περί της οικονομίας του μελλοντικού σπιτιού τους, τροφοδοτώντας με όσες γνώσεις κατείχαν οι τρανές , να τις κληρονομούν οι μικρότερες. Και δεν ήταν μόνο τα φαγητά και όποιες άλλες προετοιμασίες για το τραπέζι της καθημερινής ανάγκης. ΄Ηταν κι άλλες φροντίδες που κανονίζονταν την κατάλληλη ώρα, όπως η μεταποίηση των ρούχων και τα διορθώματα και ότι καινούριο είχε μπει σε πράξη για το κάθε νοικοκυριό. Τα καστοριανά σπίτια έδιναν τότε μεροκάματο και στις μοδίστρες που εργάζονταν σε φτωχικές συνοικίες της Θεσσαλονίκης οι δε ραπτομηχανές Σίγγερ – απαραίτητες στα σπιτικά μας- έπαιρναν φωτιά…
Τη χορτάσαμε αυτή τη χρονική περίοδο, σύντομη μεν αλλά ενδιαφέρουσα, διανθισμένη με γεγονότα που άλλαζαν το μεγάλο μας κόσμο, ιδίως την αντιπαλότητα και τον ψυχρό πόλεμο ανάμεσα στις δύο υπερδυνάμεις ΕΣΣΔ και ΗΠΑ, μα κι ότι άφησε στο τραγικό πέρασμά του ο εμφύλιος σπαραγμός στον τόπο μας, υποχρεώνοντάς τους να φύγουν οι ταλαιπωρημένοι «σ΄ άλλη γη σ΄ άλλα μέρη που κανέναν δεν ξέρουμε και κανείς δε μας ξέρει…». Μα εμείς λίγο καταλαβαίναμε απ΄ αυτά κεντώντας το κομμάτι αυτό της εφηβικής ζωής μ΄ αστέρια και λαμπερά πετράδια και είδωλα που λατρέψαμε για πολλά καλοκαίρια… ακούγοντας τα σουξέ των Μπήτλς , των beachboys, τον τρυφερό Ανταμό, τον Τζιάννι Μοράτι, την Τζιλιόλα Τσινκονέττι, μα και κρατώντας «άμυνες», σιγοτραγουδώντας επιτυχίες της Μαίρη Λίντα και του Μανώλη Χιώτη, του Στέλιου Καζαντζίδη με τα τραγούδια της ξενιτιάς, του Γρηγόρη Μπιθικώτση που τραγουδούσε για την Αθήνα, το μπετόν, τα γιαπιά της, τους χτίστες της και την αθάνατη και περήφανη εργατιά… τη νεαρή Αρλέτα που μας γοήτευε παίζοντας μπαλάντες με την κιθάρα της και τον ανερχόμενο τροβαδούρο Διονύση Σαββόπουλο που μας πρωτοχάρισε το «μη μιλάς άλλο γι αγάπη…». Κι ανάμεσα σ΄ αυτά που έκαναν «έφοδο» στη ζωή μας να παραμένουν οι συνήθειες του θηλυκού γένους με το κέντημα, το πλέξιμο με το τσιγκελάκι, το πότισμα της γλάστρας με το «σκουλαρίκι» και το σπαράγγι… σε μια πόλη που είχε αποκτήσει τα πρώτα τηλέφωνα, είχε πια αστική συγκοινωνία, ενώ σε λίγα χρόνια θα έπαυαν να λειτουργούν τα τακτικά δρομολόγια με τα μοτοράκια ανάμεσα σε Καστοριά και Μαύροβο. Σε εποχή που η γούνα και οι κάτοικοι του τόπου περνούσαν άνετα, ζώντας τις μέρες των παχεών αγελάδων, με τον πληθυσμό της να κυμαίνεται στους 25.000 κατοίκους…
Καλοκαίρι του 1964… Λίγα μόνο μέτρα απείχε ο κήπος από τη λίμνη και μέσα από τις φυλωσιές των δέντρων συνεχίζονταν οι συναυλίες από τα ακούραστα τζιτζίκια που το γλεντούσαν, λές και δεν θα τέλειωνε ποτέ το καλοκαίρι. Μέσα στην απογευματινή ανάπαυλα έφταναν ως το σπίτι μας οι χαρούμενες φωνές των νεαρών κολυμβητών που απολάμβαναν το κολύμπι , τα μακροβούτια, την συντροφιά των συνομηλίκων τους εκεί στο γεφυράκι της βόρειας παραλίας δίπλα στα γραφεία του κυνηγετικού συλλόγου «΄Αρτεμις»… Αξέχαστες οι ώρες αυτές καθώς χουζουρεύαμε διαβάζοντας κι ακούγοντας μουσική. Το μικρό κίτρινο τρανζίστορ ήταν περιζήτητο και για πολύ καιρό το μοιραζόμασταν με τον αδελφό μου, ώσπου μια μέρα με κάποιο τρόπο περίεργο κατέληξε να εκτελεί χρέη μίνι ανεμιστήρα… πραγματικά μυστήριο πράγμα. Το ευφιές μυαλό και η μπαταρία του Κωστάκη έκαμναν το θαύμα τους… Ευτυχώς υπήρχε το άλλο ραδιόφωνο το «τζένεραλ ελέκτρικ» που τόχε φέρει ο παππούς ο Ευάγγελος Κουκούλης επιστρέφοντας από την Αμερική πριν το 1947… κι απ΄ όπου ακούγαμε όλα τα σπουδαία της μέρας και τα τραγούδια ντόπια και ξενόφερτα…
2019 … και η γεύση της μαρμελάδας παραμένει…μα λείπουν όλα όσα συνδέονταν μ΄ αυτήν. Λείπουν οι θείες, η νουνά, η μαμά, ο αγαπημένος αδελφός, οι κουβέντες που ανήκουν σε μια άλλη εποχή με τους τζίτζικες, τις γατούλες του σπιτιού, το ταπεινό χαμομήλι που φύτρωνε καταγής, ο κήπος και το χαρανί… πάει να πει ένα αλλιώτικο σκηνικό δεμένο με τα μπακάλικα του Καρακάση, του Δάλλα και το Ζαχαρτζίδικο του Τάνε.
Μα δεν μπορούσε να γίνει κι αλλιώς… αφού όπως νιώθουμε όλοι μας κι ο καθένας με τον τρόπο του, ο χρόνος είναι απέραντος κι εμείς περαστικοί… Μας τόπαν αυτό από καταβολής κόσμου, όσοι καταλαβαίνανε περισσότερα.
«Τα πάντα ρει» Ηράκλειτος
«Ο χρόνος ρέει ακάθεκτα, παρασύροντας όλα όσα γίνονται και πρόκειται να γίνουν» ΄Αννα Κομνηνή
«Περιμένετε να έλθει ο σοφότερος σύμβουλος… ο Χρόνος» Περικλής
« Ο χρόνος είναι ο καλύτερος δάσκαλος αλλά δυστυχώς σκοτώνει τα παιδιά του» ΄Εκτωρ Μπερλιόζ
Καστοριά του 1964 κι όλα όσα καταγραφήκανε στη μικρή μας αυλή καθορίσανε μια συγκεκριμένη χρονική περίοδο όπου σχεδιάζαμε το δικό μας μικρό κόσμο, μέσα στον ταραγμένο μεγάλο κόσμο, με σκέψεις και όνειρα πολλά…
Επι κυβερνήσεως Γεωργίου Παπανδρέου
Επι δημαρχίας Λάκη Παπαμαντζάρη
Επι σεβασμιωτάτου Δωρόθεου
Καλό καλοκαίρι…
Μαρούλα Βέργου Γκαμπέση
