Ο Λάκης Χαλκιάς, υπερήφανος θεματοφύλακας του δημοτικού, λαϊκού και πολιτικού τραγουδιού και της συλλογικής μας μνήμης πέρασε στην αθανασία
«Δεν τραγούδησα απλώς την Ιστορία· κουβάλησα το βάρος της σαν οικογενειακό χρέος» είχε πει ο Λάκης Χαλκιάς, τεκμηριωμένα και καθολικά μία από τις πιο επιβλητικές, δωρικές και αδιαπραγμάτευτες μορφές του ελληνικού τραγουδιού.
Σε ένα μουσικό βιομηχανοποιημένο τοπίο που κατασκευάζεται στους θαλάμους ηχογράφησης και λειαίνεται στις γυαλιστερές επιφάνειες των μιντιακών μηχανισμών, ο Λάκης Χαλκιάς εκπροσώπησε (ως όφειλε) μια φωνητική και ηθική πάστα που δεν χρειάστηκε ποτέ το πρόσκαιρο χάδι των δημοσίων σχέσεων για να επιβιώσει.
Δέσμιος της γενεαλογίας του, το μέταλλο της φωνής του Χαλκιά σφυρηλατήθηκε πολύ πριν από την εφεύρεση των σύγχρονων μικροφώνων, φέροντας επάνω του ίζημα αιώνων αλλά και τον τόπο του. Την υγρασία του ηπειρώτικου τοπίου, το πέταγμα του κλαρίνου πάνω από τις χαράδρες του Βίκου και τον πικρό, αδιάκοπο βηματισμό της ελληνικής διασποράς.

Λάκης Χαλκιάς, Γιάννης Ρίτσος, Στέλιος Καζαντζίδης
Ο Λάκης Χαλκιάς, που περνά πλέον στην απέναντι όχθη της εγχώριας μουσικής μυθολογίας, ήταν ένας ερμηνευτής με σπάνια φωνητική έκταση αλλά και ζωντανή γέφυρα ανάμεσα στην προφορική μνήμη του γένους, το βυζαντινό μέλος, το δημοτικό αποτύπωμα και το μοντέρνο, πολιτικοποιημένο έντεχνο τραγούδι της Μεταπολίτευσης.
Ο Λάκης Χαλκιάς ήξερε την αποστολή του. Έδωσε φωνή στην ιστορία μας καθώς την έζησε και την κουβάλησε στους ώμους του σαν οικογενειακό κληρονόμημα. Ένα βαρύ, αδιαπραγμάτευτο χρέος που κουβάλησε μέχρι τέλους.
Η δυναστεία των Χαλκιάδων και τα Γιάννενα μέσα του
Για να κατανοήσει κανείς το φαινόμενο Λάκης Χαλκιάς, πρέπει να επιστρέψει στις ρίζες, στα Γιάννενα, εκεί όπου η οικογένεια των Χαλκιάδων διαμόρφωσε την ηχητική ταυτότητα της δημοτικής μας παράδοσης.
«Ανατράφηκα, μεγάλωσα και γαλουχήθηκα με τα Ηπειρώτικα τραγούδια» είχε πει. «Το κλαρίνο του πατέρα μου Τάσου Χαλκιά αντηχεί μες τα αυτιά μου, στο μυαλό μου, στην ψυχή μου. Στο σπίτι, μωρό στη σαρμανίτσα-μια παραδοσιακή, φορητή ξύλινη κούνια-, άκουγα τις πρόβες που έκαναν ο πατέρας μου με τα αδέλφια του. Για την ακρίβεια είναι δεκαετίες δικές μου στο τραγούδι, αλλά μαζί με αυτά που κουβαλάω από την οικογένειά μου, η ιστορία μας μετράει πάνω από 176 χρόνια συνεχούς παρουσίας!»

Όπως καταγράφει ο Δημήτρης Κραουνάκης στο musicheaven.gr, ο γενάρχης – δάσκαλος στο επάγγελμα, που έπαιζε μαντολίνο και λαούτο- Αντώνης Κάμψος (1824-1887), ύστερα από μια μάχη με τους Τούρκους κατέβηκε από την Αλβανία στα Γιάννενα, όπου άλλαξε το όνομα του και το έκανε Χαλκιάς κι έτσι εμφανίζεται η πρώτη γενιά των Χαλκιάδων. Ακολούθησε η δεύτερη γενιά (Μήτρος Χαλκιάς, κλαρίνο, 1841-1909) και η τρίτη γενιά (Πολυχρόνης, λαούτο, 1867-1917 / Λάμπρος, κλαρίνο, 1869-1923). Στην τέταρτη γενιά ανήκουν ο Μάνθος (κλαρίνο, 1895-1945) ο Μήτσος (βιολί, 1900-1967), ο Νίκος (κλαρίνο, 1904-1992), ο Φώτης (λαούτο και τραγούδι, 1907-1973), ο Κυριάκος (βιολί και ραγούδι, 1910-1992) και ο κορυφαίος Τάσος Χαλκιάς (κλαρίνο, 1914-1992).
Στην πέμπτη γενιά ανήκουν ο Μάνθος, ο Λάμπρος, ο Χρόνης, ο Βαγγέλης, ο Νίκος, ο Χρήστος και ο Λάκης (Μιχάλης) Χαλκιάς, γεννημένος το 1943, αφοσιωμένος διάκονος της ποίησης μέσα από την μουσική.
Στα δεκάξι του χρόνια, ο Λάκης Χαλκιάς, με μουσικές γνώσεις σε κιθάρα, μπουζούκι, λαούτο, τζουρά και ούτι, βρισκόταν ήδη στο επαγγελματικό μεροκάματο, ενώ στα δεκαοκτώ ηχογραφούσε στην Columbia τα πρώτα του λαϊκά τραγούδια υπό την καθοδήγηση σπουδαίων δημιουργών όπως ο Θεόδωρος Δερβενιώτης και ο Κώστας Βίρβος.
Το 1977, η συμμετοχή του στο μνημειώδες έργο Ελεύθεροι Πολιορκημένοι του Διονυσίου Σολωμού, σε μουσική Γιάννη Μαρκόπουλου και δίπλα στον Νίκο Ξυλούρη και την Ειρήνη Παπά, τοποθετεί τον Λάκη Χαλκιά οριστικά στο πάνθεον της ελληνικής μουσικής δημιουργίας
Παίζοντας κιθάρα, μπουζούκι, λαούτο και τζουρά, ο Χαλκιάς έμαθε το δαιδαλώδη λαβύρινθο δίπλα στα ιερά τέρατα της εποχής, από τη Σωτηρία Μπέλλου, και τον Στέλιο Καζαντζίδη, μέχρι τον Βασίλη Τσιτσάνη, τον Γρηγόρη Μπιθικώτση, τον Γιώργο Ζαμπέτα και τον Μανώλη Αγγελόπουλο.
Τα καλοκαίρια, η οικογενειακή κομπανία αλώνιζε την αχανή ελληνική επαρχία. Πανηγύρια, γάμοι, λαϊκές τελετουργίες. Εκεί, πλάι στον Γιώργο Παπασιδέρη, τον Δημήτρη Ζάχο, τον Χρόνη Αηδονίδη, τον Αλέκο Κιτσάκη και τη Δόμνα Σαμίου, ο Λάκης Χαλκιάς αφομοίωσε το δωρικό ήθος του δημοτικού τραγουδιού.
Παράλληλα, η μαθητεία του στον Σύλλογο προς Διάδοσιν της Ελληνικής Μουσικής του Σίμωνος Καρά του προσέφερε την επιστημονική, βυζαντινή και αρχετυπική γνώση του ελληνικού μέλους.
Η πολιτική στράτευση, η δίωξη, η Αμερική και η ξενιτιά
Η πολιτική συνείδηση του Λάκη Χαλκιά διαμορφώθηκε νωρίς και αδιαπραγμάτευτα. Στα εφηβικά και νεανικά του χρόνια εντάχθηκε ενεργά στη Νεολαία Λαμπράκη, συμμετέχοντας στους πολιτικούς και κοινωνικούς αγώνες της ταραγμένης δεκαετίας του ’60. Αυτή η δράση τον κατέστησε στόχο των διωκτικών αρχών της εποχής.
Το 1967, με την επιβολή της στρατιωτικής δικτατορίας, οι διώξεις εντάθηκαν και ο Λάκης Χαλκιάς υποχρεώθηκε να πάρει τον δρόμο της αυτοεξορίας για τις Ηνωμένες Πολιτείες και τον Καναδά, προκειμένου να γλιτώσει τη σύλληψη.

Αυτή η τετραετής αναγκαστική ξενιτιά υπήρξε το μεγάλο του κοινωνικό και καλλιτεχνικό σχολείο. Εκεί, δουλεύοντας σε ελληνικά κέντρα της διασποράς, συνεργαζόμενος με τον Άντονι Κουίν στο Σακραμέντο για την τηλεοπτική μεταφορά του Ζορμπά, αλλά κυρίως βιώνοντας τον καθημερινό μόχθο και τον νόστο των Ελλήνων της αλλοδαπής, ο Λάκης Χαλκιάς σμίλεψε ακόμη περισσότερο την ταξική του συνείδηση.
«Από τα δέκα μου χρόνια που έφυγα από τα Γιάννενα και ήρθα στην Αθήνα, ήμουν ήδη ένας εσωτερικός μετανάστης. Η φυγή μου στο εξωτερικό το 1967 ήταν απαραίτητη γιατί άρχισαν να με ψάχνουν λόγω των πολιτικών μου πεποιθήσεων. Έζησα την ξενιτιά στο πετσί μου. Είδα τον Έλληνα να παλεύει με τη νοσταλγία, τη σκληρή δουλειά και το παράπονο» είχε εξομολογηθεί ο μετανάστης που έκανε την προσφυγιά καύσιμο που τροφοδότησε σπουδαίες ερμηνείες.
Η επιστροφή, ο Γιάννης Μαρκόπουλος και η Φάμπρικα
Όταν ο Λάκης Χαλκιάς επιστρέφει στην Ελλάδα το 1971, η χώρα βράζει κάτω από το καθεστώς της χούντας. Η συνάντησή του με τον συνθέτη Γιάννη Μαρκόπουλο στο ιστορικό Κύτταρο αλλάζει οριστικά τον ρου του μεταπολιτευτικού και έντεχνου τραγουδιού.
Ο οραματιστής παραγωγός της Columbia, Τάκης Λαμπρόπουλος, διαβλέπει στη φωνή του Λάκη Χαλκιά κάτι πολύ βαθύτερο από έναν απλό λαϊκό τραγουδιστή. Αναγνωρίζει πρώτος και πριν από όλους το μέταλλο μέσα στο οποίο υπήρχε ο παλμός της συλλογικής μνήμης ενός ολόκληρου λαού.

Γιάννης Μαρκόπουλος, Λάκης Χαλκιάς
Η συνεργασία με τον Μαρκόπουλο γεννά δισκογραφικά μνημεία. Ο Στρατής Θαλασσινός σε ποίηση Γιώργου Σεφέρη, η Θητεία σε στίχους Μάνου Ελευθερίου, ο Θεσσαλικός Κύκλος του Κώστα Βίρβου και, πάνω απ’ όλα, οι ιστορικοί Μετανάστες σε στίχους Γιώργου Σκούρτη του 1974 ανατριχιάζουν.
Στη θρυλική Φάμπρικα, ο Λάκης Χαλκιάς γίνεται φωνή και πόνος, μετατρέπεται ο ίδιος στον ανώνυμο εργάτη της βιομηχανικής ζώνης όπου ε μια φωνή στεντόρεια, λαμπερή, με απόλυτη άρθρωση και αξεπέραστα «τσακίσματα» που κουβαλούν την ηπειρώτικη τεχνική, δίνει σάρκα και οστά στο «νούμερο οχτώ».

Η ερμηνεία του δεν διαθέτει ίχνος εύκολου μελοδραματισμού. Είναι κοφτή. Δωρική. Είναι υπερήφανη.
«Όταν μπήκα στο στούντιο να τραγουδήσω τους Μετανάστες, δεν χρειάστηκε να υποκριθώ. Μέσα σε αυτά τα τραγούδια γύρισαν στο μυαλό μου όλα αυτά που είχα γνωρίσει με τη δική μου ξενιτιά στην Αμερική. Ύμνησα τους αγώνες, τους πόθους, τη νοσταλγία και την ατέλειωτη προσμονή των ανθρώπων του μόχθου για την ώρα της επιστροφής» είχε πει ο ίδιος.
Το 1977, η συμμετοχή του στο μνημειώδες έργο Ελεύθεροι Πολιορκημένοι του Διονυσίου Σολωμού, σε μουσική Γιάννη Μαρκόπουλου και δίπλα στον Νίκο Ξυλούρη και την Ειρήνη Παπά, τοποθετεί τον Λάκη Χαλκιά οριστικά στο πάνθεον της ελληνικής μουσικής δημιουργίας.
Στρατευμένος στην Αριστερά: Με τον Μίκη, τον Ρίτσο και τους αγώνες του λαού
Ο Λάκης Χαλκιάς υπήρξε ένας βαθιά και συνειδητά στρατευμένος καλλιτέχνης στην Αριστερά με τη φωνή του να ακούγεται σε εκδηλώσεις, σκηνές και θέατρα -αλλά και σε απεργίες, πορείες, επετείους του Πολυτεχνείου και λαϊκές κινητοποιήσεις.
Η πολιτική του συμπόρευση με το Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας (ΚΚΕ) ήταν σταθερή και διαρκής —μάλιστα, το 2007 συμμετείχε ως υποψήφιος βουλευτής με το ψηφοδέλτιο του ΚΚΕ στη Β’ Αθηνών.
Ιστορική έμεινε η μεγάλη περιοδεία του το καλοκαίρι του 1981 στην Ήπειρο και τη Θεσσαλία, όπου μαζί με τον Μίκη Θεοδωράκη συνοδεύαν τον ηγέτη του ΚΚΕ, Χαρίλαο Φλωράκη, δίνοντας μεγάλες πολιτικές συναυλίες.

«Συνεργάστηκα με το Μίκη Θεοδωράκη καλλιτεχνικά, το καλοκαίρι του ΄81 στην αξέχαστη μεγάλη περιοδεία του ΚΚΕ, στην Ήπειρο και Θεσσαλία. Συνοδεύσαμε το Χαρίλαο Φλωράκη, και η περιοδεία αυτή μετατράπηκε σε μια ατελείωτη λαϊκή γιορτή και ένα ξέφρενο πανηγύρι» είχε πει.
«Εκεί άκουγα ατέλειωτες ιστορίες που μας έλεγε ο Μίκης μετά από κάθε εκδήλωση. Τον Οκτώβριο του 1981, με κάλεσε, στη μάχη που έδινε ως υποψήφιος βουλευτής του ΚΚΕ στην Β΄ περιφέρεια Αθηνών και ειδικά στη Νίκαια που απέναντί ήταν ως υποψήφια με το ΠΑΣΟΚ η Μελίνα Μερκούρη. Τον Ιούνιο του 1982, η Πανελλήνια Πολιτιστική κίνηση (Π.Α.Π.Ο.Κ.) οργάνωσε μια περιοδεία συναυλιών του Μίκη Θεοδωράκη, στην Βόρεια Ελλάδα που συμμετείχα κι εγώ μαζί με τον Αντώνη Καλογιάννη και την Μαρία Δημητριάδη. Στο περιθώριο της περιοδείας άρχιζε ο Μίκης τις διάφορες ιστορίες οι οποίες είναι ατελείωτες και καθόμασταν και τον ακούγαμε για ώρες σαν μαγεμένοι».


Το magnum opus του Λάκη Χαλκιά
Όμως, το προσωπικό έργο ζωής του, στο οποίο συμπυκνώθηκε όλη η μουσικολογική και πνευματική του ύπαρξη, ήταν η γιγαντιαία παράσταση και έρευνα με τίτλο 2.500 Χρόνια Ελληνική Μουσική (Από τον Όμηρο μέχρι σήμερα).
Η τιτάνια αυτή εργασία παρουσιάστηκε στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών το 1995, στο Αρχαίο Θέατρο Ηρώδου του Αττικού το 2002 και στο Tonhalle της Ζυρίχης το 2003.
O ρόλος του ως βασικός ερμηνευτής, αλλά κυρίως ως εμπνευστής, ενορχηστρωτής και ερευνητής που επιχείρησε —και πέτυχε— να αποδείξει την αδιάσπαστη οργανική συνέχεια του ελληνικού μέλους, από τους αρχαίους παιάνες και τη βυζαντινή υμνολογία, μέχρι το δημοτικό τραγούδι, το ρεμπέτικο και το σύγχρονο έντεχνο, τον δικαίωσε.
«Η παραδοσιακή μας μουσική δεν είναι για να καταναλώνεται επιπόλαια, είναι η ταυτότητά μας. Όταν το τραγούδι εκφράζει τα πραγματικά προβλήματα, τα πάθη, τις χαρές, τις λύπες και τους αγώνες ενός λαού, τότε αποκτά διαχρονική αξία»
Πιστός στις ρίζες, το πεπρωμένο, τις αξίες και τη χροιά του, ο Λάκης Χαλκιάς δεν εξαργύρωσε τις πολιτικές του πεποιθήσεις, δεν ελίχθηκε στις μεταβολές των κομματικών συσχετισμών και δεν υπέκυψε στους κανόνες της εμπορικής μουσικής βιομηχανίας.
Είχε κερδίσει με το σπαθί των χορδών του, το δικαίωμα και την υποχρέωση να είναι αφοπλιστικά ειλικρινής στις δημόσιες τοποθετήσεις του.
«Οι άνθρωποι σήμερα συχνά διασκεδάζουν με μουσικά σκουπίδια. Έτσι, κάτω από αυτές τις συνθήκες της οχλοβοής, της μέθης και της σεξουαλικής επίδειξης, θεωρούν ότι διασκεδάζουν και μερικοί τολμούν να το λένε και ψυχαγωγία!» είχε πει.

«Η παραδοσιακή μας μουσική δεν είναι για να καταναλώνεται επιπόλαια, είναι η ταυτότητά μας. Όταν το τραγούδι εκφράζει τα πραγματικά προβλήματα, τα πάθη, τις χαρές, τις λύπες και τους αγώνες ενός λαού, τότε αποκτά διαχρονική αξία. Σε όλα αυτά τα χρόνια, θεωρώ ότι η πορεία μου ήταν ένα συνεχές σχολείο. Ακόμα θεωρώ ότι δεν έχω δώσει τις τελικές εξετάσεις μου, γιατί αυτές έρχονται στο τέλος σαν παρακαταθήκη της καριέρας του καθενός μας».
Λάκης Χαλκιάς, στο πάντα
Ακόμη και στα ύστερα χρόνια της ζωής του, ο Λάκης Χαλκιάς στεκόταν υπερήφανα στο πάλκο, με τη φωνή του ανέπαφη, ακλόνητη και γεμάτη από εκείνο το σπάνιο, αρχέγονο μέταλλο.
Με το χρόνο να μην αγγίζει την τεχνική και τη δύναμη της ερμηνείας του, ο Λάκης Χαλκιάς ίσως ήταν και ο μεγαλύτερος λαϊκός τραγουδιστής της γενιάς του καθώς έδωσε, και νομοτελειακά θα δίνει εσαεί, φωνή γεμάτη μνήμες και ιστορίες στο μετασχηματιστή συλλογικό ηχείο ενός ολόκληρου λαού.

Ναι, ο Λάκης Χαλκιάς αφήνει πίσω του μια πλούσια δισκογραφία και πλούσια καλλιτεχνική παρουσία και επιδραστικότητα με περισσότερες από 2.500 συναυλίες που έδωσε σε πάνω από 45 χώρες ανά τον κόσμο.
Ένας καλλιτέχνης υπόδειγμα καλλιτεχνικής, πολιτικής και ανθρώπινης στάσης χαιρετάει τον κόσμο των θνητών ωςαυθεντικός Ηπειρώτης πρωτομάστορας που έχτισε το δικό του πολιτισμικό γεφύρι -ανοιχτό σε όλους.
Η φωνή του θα αντηχεί στις φάμπρικες, στις απεργιακές πορείες, στα πανηγύρια της Ηπείρου και στις μνήμες της ελληνικής ξενιτιάς για πάντα.
Πηγή: in.gr
