Η κυρά Τσιουτσούλα γιόρταζε την Απουκρά και χαίρονταν όταν μέσα στο σπιτικό της έρχονταν τα σόγια της. ΄Ηταν κοτσανάτη για τα χρόνια της και μία από τις νοικοκυρές του Ντολτσού που έβγαζαν τα δικά τους κεράσματα μόλις άναφτεν η μπουμπούνα.
Το βράδυ της φετινής Αποκριάς μαζί με τους δικούς της, σαν ήλθε η ώρα βγήκαν απ΄ την αυλή τους και έφτασαν ως την ιστορική πλατεία.
Η μπουμπούνα ήταν στημένη όπως κάθε φορά στο κέντρο και απέναντι από την αναθηματική στήλη την αφιερωμένη στους αδελφούς Εμμανουήλ, συνεργατών του Ρήγα Φεραίου. Εκεί στήθηκε μια εξέδρα με μεγάφωνα, με φώτα και ηλεκτρονικά μηχανήματα, καθώς το προσκαλεσμένο γκρουπ «48 ώρες» ήταν έτοιμο να διασκεδάσει το κοινό.
Σαν φούντωσε η φωτιά από τα τσάκανα, τα ξερόκλαδα και τα ξύλα, έλαμψε ο χώρος και στη συνέχεια προσφέρθηκαν στο άψε-σβήσε τα κεραστικά….
΄Ετσι στα βουβά, χωρίς άργανα και βγελιά (όπως νόμιζαν πολλοί) κι ο χάσκαρης αν έγινε ή δεν έγινε, η κυρά Τσιουτσούλα ήταν μακριά και δεν είδε το τι και το πώς κι ούτε χορό ομαδικό είδε. Κι αυτός χωρίς βγελιά πώς να γένει;
Η πλατεία ήταν γεμάτη από τους πολυπληθείς επισκέπτες του τριήμερου μαζί με την ντόπια γενιά της πόλης.
Μόλις «μπίτισεν» η σύντομη Αποκριά , άρχισε αμέσως το καλλιτεχνικό πρόγραμμα, που έκανε την κυρά Τσιουτσούλα έξαλλη καθώς άκουγε αταίριαστους ήχους πέρα ως πέρα, σε σχέση με την παραδοσιακή μουσική που έπαιζε κάθε Αποκριά.
Παρά τα γηρατειά της και με τη βοήθεια της μιας εγγονής, διέσχισε το πλήθος, φτάνοντας ως την εξέδρα σχεδόν, όπου δίπλα ήταν ο ανεψιός της, υπεύθυνος για τα πολιτιστικά δρώμενα. Πήγεν κοντά του και του τα έψαλε…
- Αμπρέ άχρηστοι, είπεν με οργή, που βρίσκουμέστε; Αμ δεν αντράπκατε να κάμετε αυτό του πάρτυ ιδώ; Γιαζίκ να σας γένει…κι ηγώ η έρμη θαρρούσα ότι οι αρμόδιοι θα ήφερναν νταούλια και κλαρίνα γιε να χουρέψει ου κόσμος και να χαρούν τρανοί και τσιούτσκανοι… Λάθεψα φέτος, γιε ταύτο φεύγω, πααίνω στου μπάσι μου, να φουνάξω τη Νέτα και να κάμουμε τα πρέποντα…
Φεύγοντας από την πλατεία μουρμούρισε… δεν νουγάτε τίπουτε για τα έθιμα, έχασα πάσαν ιδέαν, σιγίστηκα, θα με βρεί και κανα εγκεφαλικό απου του ζόρι που έχω…
-Γιαγιά … ερχόμαστε και μεις (είπε η εγγονή που τη συνόδευε), θα κάνουμε σπίτι σου τον χάσκαρη. Τα ροκάδικα θα τα βρούμε στις άλλες εκδηλώσεις. Εδώ που τα λέμε δεν ταίριαζαν να γίνουν εδώ, σε μέρες που έχουμε τόσους επισκέπτες που περιμένουν να δούν κάτι το ντόπιο, κάτι της Καστοριανής παράδοσης, η επιλογή ήταν άσχετη, ξέφυγε ολωσδιόλου από την δική μας Αποκριά.
-΄Αντε μπέτσκες μου είπε η γιαγιά Τσιουτσούλα έλατε να κάμουμε τουν χάσκαρη, να φιληθούμε, να σχουρεθούμε και να σχουρέσουμε.
΄Εξω στην πλατεία η μπουμπούνα έκαιγε τα τελευταία υπολείμματα από τα ρουσκάδια υπο τους ήχους του συγκροτήματος που επισκίασε την τοπική παράδοση και ό,τι συνδέει την Αποκριά με τους συμβολισμούς που συνυπάρχουν μεταξύ αρχαιότητας και ορθοδοξίας, όπου σε βάθος χρόνου τηρήθηκαν τα έθιμα τα δεμένα με πίστη και αρμονία και σύμφωνα με τις άγραφες συνήθειες που μας άφησε ο χθεσινός κόσμος.
Υ.Γ. Με τις γιορτές και τα τριήμερα ξεχνιόμαστε από τις δυσκολίες της ζωής, επιστρέφοντας μετά πάλι στον καναπέ, παρακαλουθώντας τα επικίνδυνα παιχνίδια που βαστούν οι ισχυροί του πλανήτη μιλώντας σε όλες τις γλώσσες… που κόκκαλα δεν έχουν και κόκκαλα τσακίζουν…
Μαρούλα Βέργου Γκαμπέση
