fonikastorias.gr: Η Ιφιγένεια Διδασκάλου μας παραδείχνει τις παλιές Χριστουγεννιάτικες μέρες στο δωδεκαήμερο (Γράφει & επιμελείται η Μαρούλα Βέργου Γκαμπέση)

Μέσα στα παλιά καναγκιουρίτικα δωδεκαήμερα, η Ιφιγένεια έψαξε και βρήκε δύο παραμύθια που είναι δεμένα με τους καλικάντζαρους. Η νεοελληνική λαϊκή μυθολογία τους περιγράφει νάναι πολύ άσχημοι και με μακριά νύχια. ΄Ερχονται από τα έγκατα της γης στον απάνω κόσμο και μένουν ως τη μέρα των Φώτων. Ο καθένας έχει κι από ένα κουσούρι. ΄Αλλοι είναι κουτσοί, άλλοι στραβοί, μονοπόδαροι ή στραβοπόδαροι, με πόδια τράγου ή στραβομούτσουνοι. Τους έχουνε δώσει και το όνομα παραωρίτες. Επί 12 μέρες έμπαιναν μέσα στα σπίτια, τα λέρωναν, φτάνοντας μέσα από τις καμινάδες και ανάγκαζαν τους ανθρώπους του σπιτιού να χορέψουνε μαζί τους. Εκείνοι έκαμναν την υπομονή τους ως τα Θεοφάνεια κι ως ότου η αγιαστούρα του παπά τους ράντιζε… και τότε οι παραωρίτες χώνονταν ξανά στη γη. Λένε πως όλο το χρόνο πριόνιζαν τον κορμό του δέντρου που βαστούσε τη γη στέρεη, αλλά μόλις έρχονταν το δωδεκαήμερο παρατούσαν τα πριόνια κι ανέβαιναν στα σπιτικά να παιδέψουνε τους νοικοκυραίους. ΄Οσο λείπανε ο κορμός «έτρεφε» κι όταν κατεβαίνανε τον βρίσκανε κατάγερο. ΄Ετσι ξαναρχίζανε και πάλι την ίδια δουλειά όλο το χρόνο… πλην του δωδεκαήμερου…

Η Ιφιγένεια με το παρακάτω μακεδονικό μύθευμα μας πηγαίνει σ΄ ένα νοικοκυριό, όπου νύφη και πεθερά ζούσανε μαζί, ενώ ο άνδρας έλειπε στα ξένα. Η άκαρδη πεθερά έβρισκε πάντοτε δουλειές που φορτώνονταν η νεαρή γυναίκα, βάζοντάς την να δουλεύει και να νυχτερεύει, κάτι που απέφευγαν όλοι οι άνθρωποι…΄Όμως η νύφη… βρήκε τρόπο να την εμποδίσει μια και καλή…

«τα νυχτέρια»

[Το παραμύθι αυτό μιλάει για μια νύφη, που την παίδευε πολύ η πεθερά της, που την έβαζε σώνει και καλά να συνεχίζει το νυχτέρι και στο δωδεκαήμερο, ξεχνώντας τους καλικάντζαρους, που ίσως θα έμπαιναν από το τζάκι του σπιτιού και θα τάκαναν όλα άνω κάτω μέσα στο σπίτι.

– Μάνα, έλεγε η κακομοίρα η νύφη, μάνα δεν κάμνεις καθόλου καλά που με βάνεις τέτοιες μέρες να νυχτερεύω. Τι θα λέει ου κόζμος; Δε συλλουγιέσαι ψίχα; ΄Υσταρνα αν σέβουν οι καλικάντζαροι απού του τζιάκι; Δεν σκιάζεσαι; Θα μας τα φτιάκουν όλα σανιός-μανιός, και άκου που σε λέγω. Δέναι καλά πράμτα αυτά. Ποιος μας βιάζει σάματι;

Η πεθερά όμως έπαιρνε από λόγια; Θαρρείτε; Και μάλιστα από λόγια της νύφης; Αμ δε! Τύρρανος σωστός , της αποκρίνονταν:

– Ξέρω ηγω γιτί με τα λες αυτά τα μουζάτσκια. Γε να με ρίξεις στάχτη στα μάτια και να μη δουλέψεις. Μη σκιάζεσαι δε θα γκουρμπαβιάσεις απού τη δουλειά, απού του νυχτέρι αυτό, ούτε είσαι κι απού κείνες τις τζαντζανεμένες τις τσιούπες, ούντε θα λαγκαχτούν τα χέρια σου. Κι όσο γε τουν κόζμο αν μας περγελάει, καρφί στου μάτι τους κι ταρχανάς που χήθ΄κεν. Και του χρυσό του μήλο του περγελούν. Τι με τα΄αυτό;

Μπρε, μπρε, κάτι μας είπες κι ισύ. Αμά κατάλαβα ηγώ, φαίνεται εκείνη η μάνα σου σ΄ουρμηνεύει να με τα λες. Να την ειπείς όμως, του καλό που σε θέλω να βάλει σούρβο και βουβακάκι και να πάψει τα σιουπσιουρίσμτα, να μας αφήκει ήσυχους και του κουμάντο να του κάμνει στου σπίτι της. Α, αυτά που σε λέγω ηγώ…»

΄Ετσι είσαι κυρά πεθερά; Είπε απού μέσα της η νύφη. Τώρα θα σε σιάξω ηγώ. Μια και δυο σηκώνεται και πααίνει στ΄αδέρφια της κι αρχίζει το παράπονο για τα σκληρά νυχτέρια , που η πεθερά της εννοούσε να τη βάζει να κάνει σ΄ όλη τη διάρκεια του δωδεκαήμερου. Και τ΄αδέρφια της για να την απαλλάξουν μια για πάντα από τούτη την τυράγνια, φόρεσαν τις σιαγκούνες τους, σκέπασαν τα πρόσωπά τους με κουκούλες, ανέβηκαν ψηλά στα κεραμίδια της στέγης του σπιτιού κι από το φαρδύ το τζάκι του χειμωνιάτικου οντά την ώρα που έκαναν το νυχτέρι άρχισαν να φωνάζουν με αλλαγμένη φωνή:

«Παραωρίτες είμεστεεεεε,

παράωρα μη κάθεστεεεεε,

κάστανα μη ψήστεεεε,

κουκιά μη τραγανίστεεεε».

Πιάστηκαν ύστερα από τη χοντρή αλυσίδα του τζακιού, που κρεμούσαν το γκιούμι, γλύστρησαν μέσα στον οντά κι άρχισαν δώσε και δώσε, μια την πεθερά μια τη νύφη. Με το σιδερένιο όμως γινί την πεθερά που έτρεμε από το φόβο της και διπλώνονταν στα δυο από τους πόνους και με το δερμάτι τη νύφη που μόνον κρότο έκανε χωρίς να πονάει.

Από τότε κόπηκαν τα νυχτέρια μια για πάντα και δεν επαναλήφθηκαν και η δοξασία αυτή του λαού διατηρείται ακόμα και στις μέρες μας, γιατί ποτέ δεν νυχτερεύουν το δωδεκαήμερο.]

————————–

Βογατσικό… νύχτα παραμονής Χριστουγέννων, και η Ιφιγένεια μας διηγείται το… πάθημα της ξενιτεμένης Μάτιως, που έκαμε τις τελευταίες δουλειές και χάρισε στα παιδιά που της τραγουδούσαν, μήλα, κάστανα, καρύδια, έπεσεν να κοιμηθεί… και τότε αντιλήφθηκε πως μπήκε στο σπίτι της… κάποιος παραωρίτης…

Το κείμενο είναι γραμμένο στο Βογατσιώτικο τοπικό ιδίωμα – που εχει – όπως κάθε ντοπιολαλιά την ξεχωριστή της αξία, κι ατυχώς οι παλιές ομιλίες ξεχνιούνται. Ευτυχώς όμως που παραμένουν στα λαογραφικά μελετήματα με την υπογραφή της Καστοριανής Ιφιγένειας Διδασκάλου που αγάπησε βαθιά και με σέβας τη γεννέθλια πόλη.

«τα νυχτέρια»

[Γούστο όμως έχει να πούμε και για το «Στ΄χειό τ΄ς Μάμτζιους» από το Βογατσικό, έτσι όπως το παράδειξε μια φορά ο κουμσής ο Θωμάς ο Βράκας, πούναι από το ίδιο το χωριό και μας έκανε να γελάσουμε με την καρδιά μας.

«…Ικεί πάρα κάτ΄απού τ΄ν πλατεία του Μπουγατσκού πούνι του σχουλειό, ήταν καναγκιρό σπίτια κι ένα π΄ αυτά ήταν τ΄ς Μάμτζιους, πριν απού καμμιά 200-300 χρόνια, όπως λεν.

Η έρμ΄η Μάτιου, αυτό ήταν τ΄ όνουμά τ΄ς, μικροπαντρεμέν΄κι πουλύ έμουρφ΄όκαχτ΄γκιουζέλ΄ντουνιά, όπους λέγ΄ου μύθους, δε χάρ΄κιν πουλλές μέρις τουν άντρα τ΄ς π΄ξενιτεύτ΄κιν σ΄ν Πόλ΄για να δ΄λέψ΄ κινα καζαντής΄κι να γυρίσ΄ ύστιρα στου χουργιό κουντά στ΄ Μάτιου. ΄Ετσ΄ έκαμναν ικείνα τα χρόνια, τη μια μέρα παντρεύ΄νταν κι τ΄ν άλλ΄ έχιτι γειά, έφιβγαν σ΄ν ξινιτειά κι γύρ΄ζαν αν γύρ΄ζαν, πάππ΄κι γυναίκες καρτιρούσαν μήνις κι χρόνια τουν άντρα τ΄ς κι μαράζουναν κι γι΄αυτό ένα γκιριμέ τραγ΄δούσαν λυπητιρά: «Ανάθιμάσι ξινητειά κι μυριαναθιμάσι π΄ παίρνεις τους άντρις μακριά κι μας δε μας λυπάσι…».

Ου Βασίλ΄ς , ου άντρας τ΄ς Μάτιους έστειλνιν τη μια στ΄ν άλλ΄τις γραφές κι τα χασ΄ λίκια κι τα καλούδια στ΄ Μάτιου κι κείν΄του έγραφι τουν πρώτου κιρό μι καημό κι μι λαχτάρα κι μι δάκρια κι ύστιρα (μάτια που δε γλέπουντι γλήγουρα αλησμονιούντι) αριά κι όσου απερνούσιν ου κιρός, στ΄ χάς΄κι στ΄φέξ΄ κάθι φιγγάρι΄ απ΄λεν.

Να τι είχιν πάθ΄ η Μάτιου. Του βράδ΄τα κόλιαντα, ξιχάστ΄κιν λίγου ξώρας όξου για ν΄ακούσ΄τα πιδιά π΄χ΄πούσαν τ΄ς πόρτις μι τις τζουμπανίκις κι τραγ΄δούσαν. Κι μάζουναν κάστανα, κάχτις, μύγδαλα, βρασμένου καλαμπούκ΄ κι κουλιαντίνις. Κι καθώς δεν ίγλιπεν σ΄ν πόρτα, κάποιους μπηκι μέσα στου νουβουρό κι δεν τουν είδεν. ΄Υστιρα σα μαζώχ΄κιν κι αυτή, έβαλι του σύρτ΄σ΄ν πόρτα, έφαγι κι πλάγιασιν. Καμιά φουρά ακούγ΄ρόπουτουν κι γλέπ΄ένα μαύρου πράμα να σιβαίν΄μέσα στου νουντά. Πιάσ΄κιν η φουνή τ΄ς κι έτριμιν απού του φόβου τ΄ς σαν τ΄βέργα. Θυμήθ΄κιν τ΄ς μπάμπις πούλιγαν για στ΄χειά κι για Καρακαντζαλέοι τέτγις μέρις κι αρχίν΄σιν να λέγ΄μι του νου τ΄ς «΄Αλας ζ΄ γιάζου δεν αδειάζου» κι του «Πάτιρ ημών». Του μαύρου του πράμα ζύγουσιν στου τζιάκ΄σύμ΄σιν τα δαυλιά κι κατσιαρώθ΄κιν σ΄ν κώχ΄άναψι κι΄ ν΄τσούτσα τ΄λάμπαικί φάν΄κιν ένα πράμα σαν άνθρωπους κι σαν στ΄χειό τυλ΄γμένου μι μαύρ΄γκαμπινίτσα, κι μι ΄ν κατσιούλα ως τα μάτια, κι μι κατ΄ τρανά μ΄στάκια κι μι μαύρα χειρώτκια στα χέρια. Αυτή σκιπασμέν μι του γιουργάν΄ κι μιν τσέργα ως τα μάτια ίγλιπιν απόνα αραλίκ. Να βγάλ΄φουνή φουβόταν να μη βγάλ΄πάλι αν τ΄γκρίκουσιν κι πέθνησκιν τόσου να, χουρίς να καταλάβ΄ τ΄ς γλύκις κι τις πίκρις τ΄ς ζουής. Νέϊσι είπιν μι του νου τ΄ς ας ιδούμι τι θα κάμ΄. Στ΄χειό είνι κι άμα λαλήσ΄ν τ΄αρνίθια θα φύγ΄.

Τα πιδιά όξου μι τις τζουμπανίκις χ΄πούσαν σ΄ν πόρτα τ΄ς Μάτιους, ντάκα ντάκα κι ξυλαρυγγίζ΄νταν τα καψιρά ν φουνάζ΄ν κι να τραγ΄δούν . Μα η Μάτιου δεν απουκρένουνταν κι του στ΄χειό δεν ίδρουνεν τ΄αυτί τ΄απού του σιαματά που γίνουνταν όξου, μο σκώξ΄κιν πήριν κάστανα κι κάχτις απου του κιλάρ΄κι τ΄λαγέγενα μι του κρασί απού ΄ν πουλίτσα κι άρχιψι να τρώγ΄κι να πίν΄κι… όξου φτώχεια. ΄Ακ΄σιν η Μάτιου πουλλά για στ΄χειά, μα όχ΄κι για στ΄χειά να τρών΄κι να πίνουν σαν τ΄ς ανθρώπ΄κι ύστιρα… ιννιά έχ΄ου μήνας.

Κι του στ΄χειό , σαν ίγκιν…. τσακίρ κέφ΄έβγαλι τ΄γκαμπινίτσα κι τα χειρώτκια, πέταξι κι τα ψεύτ΄κα τα μ΄στάκια κι πάει κουντά στ΄Μάτιου.

-Μη σκιάζισι Μάτιου σ΄λέγ΄. Ιγώ θα νάρχουμι πάσα βράδ΄για να σι… προστατεύου, κι να σι φ΄λάγου απ΄τ΄ς κακοί τ΄ς ανθρώπ΄κι απ΄τα στ΄χειά. Μόν΄μη λές σι καγκαέναν τίπουτα.

΄Ετσ΄αγάλια – γάλια η έρμ΄η Μάτιου συνήθ΄σιν ν΄παρέγια μι του στ΄χειό…»

Ρωτούσα προχτές για τα ζουζουλικά μια καναγκιουρίσια μπαμπούσκω κι΄αυτή μ΄αποκρίθηκε. «Που ν΄απομείκουν, γυιέ μου, σήμερις ζουζουλικά που ζουζουλικά γίνκαμε όλοι μας; Ποιος κοιμάται βουργώτερα απ΄ τα μεσάνυχτα; Σβουν σάματι τα ληχτρικά τα φώτα; Γε να βγούν ψίχα απ΄τους κιουσέδες τους οι ίσκιοι; ΄Υσταρνα κι άλλο ένα, απόμκαν κατώγεια, μουτουπάκια και χαλάζματα; Ιδώ γιόμισεν ου τόπος με πολυκατοικίες. Που να σταλιάξουν κι αυτά τα έρμα τα ζουζουλικά;…]

Προηγούμενο Άρθρο

Καστοριανό Καρναβάλι «Τα Ραγκουτσάρια» [Μία πρόταση ανασυγκρότησης] – (Γράφει: Ο Λεωνίδας Θ. Πουλιόπουλος*)

Επόμενο Άρθρο

Δωρεάν έλεγχοι rapid test σε διερχόμενους οδηγούς στην Καστοριά τη Δευτέρα & την Τετάρτη

Τελευταία από ΑΠΟΨΕΙΣ

51η Διεθνής Έκθεση Γούνας Καστοριάς: (Μια διοργάνωση που επιμένει, εξελίσσεται και κρατά ζωντανή μια παράδοση) Γράφει: Ο Λεωνίδας Θ. Πουλιόπουλος.[1]

 Η 51η Διεθνής Έκθεση Γούνας Καστοριάς αποτελεί ένα ζωντανό παράδειγμα αντοχής, προσαρμοστικότητας και επιχειρηματικής επιμονής. Σε