fonikastorias.gr: Χειμώνας στο λιμναίο οικισμό 5.500 π.χ. (Γράφει η Μαρούλα Βέργου Γκαμπέση)

Από βραδύς ο ουρανός είχε ένα περίεργο λαμπερό χρώμα, κι ο Τάου   «σοφός» του χωριού , με αρκετά φεγγάρια στην πλάτη του, καθισμένος κι έχοντας ολόγυρά του, τον Ούμα και τον Λούμα, εξηγούσε τα «σημάδια» που άφηνε ολόγυρά του το φεγγάρι και με σιγουριά έδειχνε στα δυο μεγάλα παιδιά, τι θα συνέβαινε σύντομα.

΄Ηταν αυτός που ερμήνευε τα καιρικά φαινόμενα, κι έκαμνε κάθε φορά τις προβλέψεις του, ώστε οι χωριανοί του να εκτιμούν όλα όσα βγαίνανε αληθινά, όπως και τώρα καθώς παρατηρούσε το χειμωνιάτικο φεγγάρι κι έβγαζε τα συμπεράσματά του.

Η καλύβα του ήταν η μεγαλύτερη στον οικισμό και περνούσαν όλοι από κει, για να μάθουνε τι τους περιμένει. Ο Τάου σαν κυνηγός που ήταν στα νιάτα του, είχε με τον καιρό αποκτήσει πολλά δέρματα, από αλεπούδες κι αρκούδες, από κατσίκια και πρόβατα που έτρεφε στο μαντρί του. Σ΄ αυτή τη μεγάλη καλύβα είχε κρεμασμένα στα τοιχώματα, όλα τα γουνοφόρα είδη κι ο χώρος ήταν ζεστός γι αυτόν και όλους όσους μένανε μαζί, όπως και το δάπεδο που είχε κάμποσα δέρματα στρωμένα, πρόβατα κυρίως , ενώ η φωτιά έκαιγε μέσα σ΄ ένα πολύ πλατύ μεγάλων διαστάσεων πήλινο ρηχό πιάτο, τα ξύλα της οξιάς, κατάξερα από το προηγούμενο καλοκαίρι, κομμένα από το κοντινό δάσος. Στην πήλινη πυροστιά έβραζε το στάρι, στο χωματένιο τσουκάλι με μπόλικο γάλα και νερό. Η γυναίκα ανακάτεψε με την ξύλινη κουτάλα το φαϊ και πρόσθεσε λίπος γουρουνιού, ως ότου έπηξε το στάρι κι άρχισε να το μοιράζει σε μικρότερα πήλινα πιάτα για το γεύμα της βραδιάς.

Το φετινό στάρι αλεσμένο στις μυλόπετρες έβραζε πιο γρήγορα, συνοδευόμενο από τα τελευταία ψητά ψάρια, που θα τα επιθυμούσαν πολύ όσο ο καιρός δεν θα επέτρεπε το ψάρεμα.

Οι μέρες του χειμώνα είναι μικρές μα οι δουλειές που περιμένουν τους λιμναίους πρέπει να γίνουνε. ΄Αρμεγμα στο μαντρί, φύλαγμα τα ζώα, νέοι και μεγαλύτεροι βοηθώντας την κοινότητα, κουβαλώντας ξύλα έγκαιρα, για νάχουνε τις κρύες νύχτες και τις μέρες όπου το χιόνι αργεί να λιώσει… Πίσω από κάθε πόρτα υπάρχει το ξύλινο ρόπαλο και βαριές πέτρες που το βράδυ τις σφαλνούν καλύτερα. Τα ταξίδια θα ξαναγίνουνε όταν πια ήλιος θα φανεί και λιώσουνε οι παγωνιές, μα μέχρι τότε στο ζεστό καλύβι, θα υπάρχουν ολόγυρα από τη φωτιά, όλοι όσοι ζούν σ΄ αυτό, μεταδίδοντας οι μεγάλοι στους νεότερους την εμπειρία τους.

Χειμώνας στα 5.500 π.χ.

Η Κουέ άφησε την ζιάρη να σβήσει σιγά σιγά και ξάπλωσε στο πλάϊ του Νόα που ήδη κοιμούνταν, ενώ από την άλλη μεριά ανάσαιναν τα δύο γέρικα κορμιά κι ακούγονταν αρκετά τα ροχαλητά τους, ώστε τα μωρά τους να γκρινιάζουν, ενώ τα είχε ταϊσει καλά πριν κοιμηθούν. Τα χάϊδεψε, τα σκέπασε με τα γούνινα ραμμένα δέρματα που είχε συνδιάσει από μέρη αλεπούς, προβάτου και κατσίκας, έριξε ακόμα μια ματιά στη φωτιά που ίσα ίσα έδινε το λαμπύρισμά της μέσα στο σκοτάδι.

Επιτέλους η Κούε ύστερα από μια μέρα γεμάτη δουλειά, βύζαγμα, άρμεγμα, τάϊσμα των μωρών, φαγητό, έπεφτε για ύπνο, ένα γαλήνεμα την τύλιξε, ως ότου φτάσει η επόμενη μέρα, που την βρήκε χιονισμένη.

Καθώς σηκώθηκε νωρίτερα μισανοίγοντας την πόρτα, είδε τη γη, τα δέντρα, τις σκεπές των γειτονικών καλυβιών κατάλευκα… Το χιόνι έντυνε ακόμα μια φορά την πλάση σπιθαμή προς σπιθαμή, με το απέραντο ολόλευκο στρωσίδι, που έπεφτε από ψηλά και έκαμνε ένα ατέλειωτο υφαντό από χιλιάδες νιφάδες, καθώς απαλά κι αθόρυβα έφθαναν και δίναν το ίδιο κι απαράλαχτο άσπρο χρώμα παντού.

Λίγες μέρες μετά την χιονόπτωση ο δυνατός αγέρας που φύσηξε, πάγωσε καλαμιές, κλαδιά δέντρων, σκεπές που έσταζαν στο φως του ήλιου κι έκαμναν κρύσταλλα που είχαν μικρή διάρκεια ζωής μέχρι να ξαναγίνουν.

Κι άλλες μέρες περάσανε , έπαψαν οι βόρειοι άνεμοι και η λίμνη λίγο το λίγο άρχισε να παγώνει, πρώτα από τις όχθες και ύστερα να πιάνει το πρώτο πάγωμα στα πιο βαθιά νερά.

Αυτό βάστηξε κάμποσο – τρία φεγγάρια είχαν περάσει έτσι. Οι μουδιασμένες μαυρόπαπιες κινούνταν αργά πια, πάνω στα παγωμένα νερά. Ο Νόα σαν κατάλαβε πως μπορούσε άφοβα να πατήσει πάνω, έβαλε τα δερμάτινα υποδήματά του και σύντομα, μετά από κυνηγητό με τα χέρια του έπιασε δύο. ΄Ηταν ότι έπρεπε για το φαγητό τους σε ώρες που το μονόξυλό τους μαζί μ΄ άλλα πολλά έμενε ακίνητο, αιχμάλωτο, ανήμπορο να προσφέρει ψάρι.

Αρκετή απόσταση από τον άνδρα τρείς λιμναίοι μαζί, ο Τουέ, ο Μόαα, κι ο Κουάνα, βάδιζαν στην παγωμένη επιφάνεια με τα προβάτινα υποδήματα, χωρίς νάχουνε ακόμη πιάσει κάποια απ΄ τα αγριοπούλια. Και ήλθε σιγά σιγά κι άλλο χιόνι, έτσι που εύκολα δεν έβλεπες τον διπλανό σου κι έφτασαν αρκετά μακριά στα μέσα σχεδόν της λίμνης,, όπου η χιονόπτωση λιγόστευε και είδαν τότε πολλές αλεπούδες που κινούνταν παράλληλα μ΄ εκείνους. Αποφάσισαν να τις κυνηγήσουν με τόξο, βέλη και καμάκια… μα μέσα στη λαχτάρα να τις αποκτήσουν , εκείνες ξεφύγανε, τρυπώνοντας στην άλλη όχθη της λίμνης, εκεί που υπήρχε μια μεγάλη σπηλιά. Ξαναπήραν απογοητευμένοι αναγκαστικά το δρόμο του γυρισμού, εκμεταλλευόμενοι ακόμη το φως της μέρας, πιάνοντας εύκολα κάμποσες μαυρόπαπιες και πατώντας με προσοχή στον πάγο, μακριά από ρωγμές κι επέστρεψαν….

Χειμώνας στα 5.500 π.χ.

Το μισόθαμπο φως του φεγγαριού που φωτίζει τον χειμωνιάτικο ουρανό, μοιάζει νάναι τυλιγμένο, κουκουλωμένο σαν συναντά τα σκούρα σύννεφα. Που και που όμως κατορθώνει να ξεφεύγει σαν ν΄ απελευθερώνεται μαζί με τα μικρά φωτεινά αστεράκια που δίνουν κάτι ελάχιστο από φως αλλά ορατό στ΄ ανθρώπινα μάτια… και τότε τα κατάλευκο τοπίο , η ασημόχρωμη λίμνη, τα χιονισμένα βουνά ολόγυρα, χαλαρώνουν κάπως το φόβο, την αγωνία των ταλαιπωρημένων αλλά και μαθημένων κατοίκων του λιμναίου οικισμού, σ΄ αυτά τα χειμωνιάτικα βράδια, ιδίως αν είσαι ο σκοπός, ο φύλακας που μαζί με άλλους κρατάνε άμυνα μέσα στη νύχτα με ορθάνοιχτα τα μάτια, νιώθοντας τ΄ αγρίμια από τα ουρλιαχτά και την παρουσία τους τόσο κοντά στις καλύβες τους.

Μέσα στη φαινομενική ηρεμία, οι πεινασμένοι λύκοι και τα τσακάλια τριγυρίζουνε γύρω απ΄ τα μαντριά… μα με τόσα ποιμενικά σκυλιά κι ανθρώπους δεν τολμούν να αναμετρηθούν μαζί τους. Εξόν από τα θηρία όμως κάποιοι μπορούν να ξεκρίνουν και τις ανθρώπινες σκιές που κινούνται προς το κατοικημένο χωριό που σχεδόν κοιμάται, πλην όσων ξαγρυπνούν για να το προσέχουνε, να το υπερασπίζονται στις επικίνδυνες επιθέσεις που μπορεί να τύχουν…

Είναι και οι νοικοκυραίοι που γνωρίζουνε «το πέρασμα των ζητιάνων» των κουρελιάρηδων του χειμώνα- που φθάνουν ως το χώρο τους, ζητώντας τροφή, συνήθως περισσεύματα και ξηρούς καρπούς. Είναι οι θεονήστικοι ζήτουλες που σε βαρείς χειμώνες από ανάγκη ψάχνουν για φαϊ κι επειδή φοβούνται τα κακά πνεύματα, για να τα ξεγελάσουνε τάχα «μεταμφιέζονται», βάζουν πάνω τους τομάρια ζώων, μουσούδες, κρατούν ξερόκλαδα για να μην διακρίνονται και μέσα στο κρύο και σε ώρες που το σκοτάδι σκεπάζει τα πάντα, ζητούν από τους κατοίκους του χωριού ελεημοσύνη.

Ο Κάο σηκώθηκε, ξεσκεπάστηκε από το αρκουδίσιο τομάρι, σαν άκουσε μια πνιχτή κραυγή τόσο κοντά στην καλύβα του. Σχεδόν το περίμενε, καταλάβαινε, γιατί και τους προηγούμενους χειμώνες είχε παρόμοιες επισκέψεις. ΄Ανοιξε προσεκτικά την καλαμένια πόρτα και είδε μπροστά του την σκιά του ζητιάνου, με τα κλαδιά μπροστά για να τον κρύβουνε και την κοκκαλιάρικη παλάμη του απλωμένη…Τούκανε νόημα να περιμένει και μπήκε μέσα φέροντας μια πήλινη γαβάθα με μύγδαλα, καρύδια, φουντούκια κι ένα μεγάλο κομμάτι ψωμί, φτιαγμένο απ΄το δίκοκκο στάρι της καλοκαιρινής σοδειάς.

Ούτε που είδε το πρόσωπό του, άκουσε μόνο τη βραχνή φωνή πού ΄μοιαζε να τον ευχαριστεί για το αποψινό δώρο ζωής, που έπαιρνε μέσα στο πηχτό σκοτάδι.

Αυτά γίνονταν συνήθως τις πολύ μακριές νύχτες του χειμώνα, τότε που οι άνθρωποι τρόμαζαν μην συναντήσουν μέσα στην παγωνιά και το ξεροβόρι, τα κακά πνεύματα και τους κάνουνε κακό. ΄Όμως η ανάγκη τους έσπρωχνε να βγούν και …ευτυχώς… κάποιοι τους λυπούνταν και τους φέρονταν πονόψυχα… Εκείνη τη βραδιά σταθήκανε τυχεροί όσοι απ΄ αυτούς χτυπήσανε τις πόρτες, επειδή «οι λιμναίοι» είχαν περισσεύματα τροφής.

Στα καλαμένια δισάκια τους χώρεσαν το βρασμένο στάρι και λίγα κομμάτια κρέας, μαζί με το ψημένο ψωμί.. για να σταθούν όρθιοι, ζωντανοί, επιστρέφοντας στις κοντινές σπηλιές, να φάνε και να κοιμηθούν χορτάτοι…

Είχανε ζήσει μια μέρα ακόμη και μια νύχτα επίσης, ξεφεύγοντας από τ΄ άγρια θηρία και τα κακά πνεύματα.

fonikastorias.gr

 

Προηγούμενο Άρθρο

Πελαγίδης Ε. Ευστάθιος: Ένας ελλογιμώτατος συμπολίτης μας που μας κάνει υπερήφανους για το συγγραφικό του έργο (Γράφει: Ο Λεωνίδας Θ. Πουλιόπουλος*)

Επόμενο Άρθρο

Παν/στήμιο Δυτ. Μακεδονίας: Διαδικτυακή διημερίδα για τον Εορτασμό της Παγκόσμιας Ημέρας της Ελληνικής Γλώσσας

Τελευταία από ΑΠΟΨΕΙΣ