Πρόσφατα ήρθαν στην επιφάνεια ιστορικά ντοκουμέντα (φωτογραφίες) από την περίοδο του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου, και συγκεκριμένα της Κατοχής. Σε πρώτη φάση, υπήρξε εκτεταμένη ειδησιογραφική κάλυψη εντός και εκτός της χώρας, με έντονη παράλληλη πολιτική συζήτηση σχετικά με τη σημασία τους και πως πρέπει να ερμηνευτούν. Σε δεύτερο χρόνο, διάφορα γεγονότα έμμεσα ή άμεσα συνδέθηκαν με αυτή την ανακάλυψη, στα πλαίσια φυσικών ή λεκτικών διαμαχών, αναδεικνύοντας για μια ακόμα φορά τον τρόπο με τον οποίο αρκετοί αντιλαμβάνονται τον δημόσιο διάλογο.
Για παράδειγμα, κατά τη ταραχώδη απόπειρα επίσκεψης του υπουργού υγείας σε νοσοκομείο, πέραν της φυσικής σύγκρουσης μεταξύ συνδικαλιστών και σωμάτων ασφαλείας, υπήρξαν διάφορες αντεγκλήσεις που είχαν πολιτικό υπόβαθρο ή αναφέρονταν σε πολιτικές ιδέες. Ο υπουργός θεωρεί πως αναβιώνει κάποια πολεμική σύγκρουση με εμφυλιοπολεμικά χαρακτηριστικά και οι συνδικαλιστές πως αγωνίζονται ενάντια στο φυσικό απόγονο και υπερασπιστή ολοκληρωτικών καθεστώτων, με το να εμποδίζουν την δυνατότητα του επισκεφτεί τον χώρο του νοσοκομείου.
Αντίστοιχα, μετά την δημοσίευση άρθρου σχετικά με την ερμηνεία των ιστορικών ντοκουμέντων από γνωστό «προβοκάτορα» – με ακαδημαϊκή σταδιοδρομία εκτός της χώρας αλλά ενεργή παρουσία και συμμετοχή στο δημόσιο διάλογο εντός της χώρας – ακολούθησαν εκτεταμένες αντιδράσεις και σχολιασμοί στα κοινωνικά μέσα ή σε άλλες εφημερίδες. Οι ηπιότεροι από αυτούς προσπάθησαν να κρατήσουν κάποια στοιχεία σοβαρότητας ή σοβαροφάνειας, αλλά η συντριπτική πλειοψηφία τους αποτελείται από προσωπικές επιθέσεις που εστιάζουν στις προθέσεις και το ποιον του αρθρογράφου.
Κατα τους σχολιαστές, ο αρθρογράφος στοχευμένα προσπαθεί να μειώσει την βαρύτητα των ιστορικών γεγονότων που αποδεικνύουν το λεγόμενο ηθικό πλεονέκτημα όσων αγωνίζονται για συγκεκριμένες πολιτικές ιδέες, ενώ ο ίδιος ισχυρίζεται πως προσπαθεί να δώσει ένα ευρύτερο πρίσμα ερμηνείας γύρω από τα ντοκουμέντα. Μόνιμη επωδός των περισσοτέρων σχολίων είναι πως δεν μπορεί να υπάρξει διαφορετική ερμηνεία των ντοκουμέντων, χωρίς αυτή να έχει πολιτική στόχευση.
Πιθανά αυτό να εξηγεί γιατί στις πιο ακραίες εκφάνσεις αρκετοί σχολιαστές χρησιμοποιούν όρους όπως του υβριστή, εντεταλμένου προβοκάτορα ή μέχρι και πολιτική πόρνη του καθεστώτως, στο οποίο προσφέρει ιδεολογικές υπηρεσίες και στρατευμένη αρθρογραφία. Συμπτωματικά, αρκετοί από αυτούς ανήκουν στο ευρύτερο φάσμα ανθρώπων που αντλούν την όποια δημοφιλία τους ή ρόλο τους στο δημόσιο διάλογο μέσω της σχέσης που έχουν με κομματικές ή πολιτικές αφηγήσεις – αγνοώντας την ειρωνεία του επιχειρήματος τους ή μάλλον επιβεβαιώνοντας την.
Προφανώς, δεν είναι η πρώτη φορά που ο δημόσιος διάλογος αποκτά χαρακτηριστικά τραμπουκισμού. Μια ιστορική φράση που έχει γίνει βάναυσο κτήμα αρκετών είναι πως κάποιοι σε αυτή τη χώρα «δεν δικαιούνται να ομιλούν». Κάποιοι μπορούν να λένε όσα πιστεύουν, και κάποιοι όχι. Κάποιοι μπορούν να απαγορεύουν την είσοδο σε ανεπιθύμητα πολιτικά πρόσωπα σε δημόσιους χώρους που τους «ανήκουν», και κάποιοι όχι. Κάποιοι να νοηματοδοτούν κάθε πολιτικό γεγονός της σύγχρονης πραγματικότητας ή της πρόσφατης ιστορίας και κάποιοι οφείλουν να λουφάξουν και να μην αμφισβητήσουν τις ερμηνείες που είναι αυταπόδεικτες.
Κάθε κοινωνία έχει πράγματα που ανήκουν στη σφαίρα του απυρόβλητου, και ακόμα και η απόπειρα συζήτησης θεωρείται απορριπτέα ή «βλάσφημη». Ο Καστοριάδης τα όριζε ως «φαντασιακές σημασίες», δηλαδή θεμελιώδη νοήματα, ιδέες και αξίες που δημιουργεί και χρησιμοποιεί ταυτοτικά. Με άλλα λόγια, είναι οι ιδέες που κρατούν μια κοινωνία ή ένα υποσύνολο της ενωμένο και προσφέρουν μια ταυτότητα – ποιοι είμαστε και γιατί.
Εν προκειμένω, είναι ξεκάθαρο πως η ερμηνεία γεγονότων που άπτονται της συγκεκριμένης ιστορικής περιόδου, αποτελεί ένα θέσφατο για κάποιους πολιτικούς χώρους και τους υποστηρικτές αυτών των πολιτικών ιδεών. Συνεπώς, κάθε χρήση λεκτικής ή σωματικής βίας δεν είναι κατακριτέα αλλά αντιθέτως «ιερή υποχρέωση» στο βωμό διαφύλαξης των ηθικών αρχών που διέπουν τις ζωές όλων μας. Με άλλα λόγια οφείλουμε όλοι να σεβόμαστε αυτές τις ερμηνείες, και να αντιληφθούμε πως δεν γίνεται να υπάρξουν άλλες – εκτός αν αυτές υπηρετούν αλλότριους σκοπούς.
Εν κατακλείδι, το ζητούμενο είναι εάν και κατά πόσο μια κοινωνία παραμένει εγκλωβισμένη μέσα σε μονοσήμαντες ερμηνείες της πρόσφατης ή παλιότερης ιστορίας της – και πως αυτές λειτουργούν αποτρεπτικά ως προς την δυνατότητα της να δημιουργεί και να εξελίσσεται. Η δυνατότητα και το δικαίωμα του καθενός να σκεφτεί αλλιώς, να τραβήξει αυτό το νήμα που μας συνδέει λίγο παραπέρα, είναι ίσως η πιο σημαντική κατάκτηση των δυτικών κοινωνιών, και δεν πρόκειται να την αφήσουμε να χαθεί στο βωμό καμίας ιδεολογίας ή υπερβατικών θέσφατων – όσο και αν αρκετοί ασταμάτητα ονειρεύονται την επικράτηση τους.
Ο Αργύρης Σακαλής έχει σπουδάσει Οικονομικά
Και είναι ερευνητής στο Durham University
