Η φιλία ανάμεσα στον Τάκη Διαμαντή και τον Παναγιώτη Δόλλα γεννήθηκε στα πρώτα χρόνια που ξεκίνησαν το δημοτικό σχολείο. Τα παιδιά μεγάλωσαν στα χρόνια τα δύσκολα ανάμεσα στο 1940…1946… Από τους γονείς τους, τους μπαμπάδες τους είχαν δοθεί τα μηνύματα της φιλίας , καθώς εκείνοι είχαν ήδη γίνει φίλοι στα 1925. Ως φαίνεται αυτοί οι δεσμοί στην ζωή των ανθρώπων αφήνουνε αυτά τα σπουδαία μηνύματα σαν τη μαγιά, σαν μια παρακαταθήκη που μένει για τις επόμενες γενιές.
Μαζί βρεθήκανε και στον προσκοπισμό, συναντώντας ο ένας τον άλλο ως λυκόπουλα, παρακολουθώντας τις γιορταστικές και εκπαιδευτικές εκδηλώσεις, κάνοντας περήφανα με τ΄ άλλα παιδιά, το πέρασμά τους στις επετειακές παρελάσεις. Χρόνο με το χρόνο τα παιδιά μεγαλώνανε κι από έφηβοι γινήκανε παλληκάρια, και η επαγγελματική απασχόληση ήταν το μέγα θέμα για την προκοπή και το μέλλον τους.
Καθώς η δεκαετία του 60 άνοιγε κι άλλο τις πόρτες της για να εργασθούν τα νιάτα της πατρίδας μας… εκείνοι έστειλαν τα χαρτιά και τα δικαιολογητικά τους στην Καναδική πρεσβεία. Η μετανάστευση είχε από παλιά απασχολήσει τον ελληνικό κόσμο. Η μάνα Ελλάδα ξεπροβοδούσε πάντα τα παιδιά της, επειδή δεν είχε τρόπο να τα ταϊσει…
Από μικρό παιδί ο Παναγιώτης βρίσκονταν στην δουλειά του πατέρα του. Ο κυρ Φίλιππος τούδειχνε από μικρό παιδί ότι είχε σχέση με τα υδραυλικά, πράγμα που τον βοήθησε καθώς έφθανε στον Καναδά. ΄Εμαθε παράλληλα δουλεύοντας αγγλικά και γαλλικά ανταλλάζοντας γνώσεις με έναν ιταλό μετανάστη όπου εργαζόντουσαν στην ίδια εταιρεία. Αργότερα βρέθηκε στο γουναράδικο του Σκαπέρδα, ο οποίος μετακόμισε την επιχείρησή του από την Γαλλία – Παρίσι στον Καναδά – Μόντρεαλ βρίσκοντας σίγουρη δουλειά. Η ξενιτιά έχει τα θετικά της. Μπορεί να λείπεις από την πατρίδα, να την νοσταλγείς, αλλά εδώ κάνεις κομπόδεμα, κάνεις υπομονή, στέλνεις γράμματα, τσέκια και τα δέοντα σε γείτονες, συγγενείς και φίλους.
«Αντίο εκεί που πας στα ξένα
θυμήσου με και μένα που θα σε καρτερώ».
Τα τραγούδια εκείνων των καιρών μιλούσαν συχνά για τους ξενιτεμένους, τα ελληνικά νιάτα σκόρπιζαν στις βιομηχανίες Ευρώπης, Η.Π.Α. και Καναδά. Νέο κύμα μετανάστευσης κατέκλυζε την ταλαιπωρημένη πατρίδα. Ο Παναγιώτης- Πήτερ είχε φύγει καλοκαίρι με το «Βασίλισσα Φρειδερίκη», ενώ ο Τάκης κατά το φθινόπωρο του 1962, αποχαιρετώντας από το λιμάνι του Πειραιά την μητέρα του που έκλαιγε ασταμάτητα. Το Sarurnia – Κρόνος πέρασε από την Σικελία για να πάρει κι άλλα παιδιά από εκεί και η Μεσόγειος ήταν ακόμη ήρεμη έως ότου φτάσουν στα στενά του Γιβραλτάρ και γνωρίσουν τον θυμωμένο Ατλαντικό.
Τα παιδιά – τα παλληκάρια ανταμώσανε και πάλι, συγκατοίκησαν μαζί με άλλον έναν Καστοριανό τον Τζίμη Τζιμόπουλο, ξεκινώντας καθημερινά με τα λεωφορεία της γραμμής σπίτι δουλειά- δουλειά σπίτι, κάπου 40 χιλιόμετρα απόσταση κι άλλα τόσα επιστροφή.
Ο Καναδάς έδωσε εκτός από δουλειά και ψυχαγωγία. Υπήρχαν χώροι για αθλητικές δραστηριότητες, πισίνες για τους κολυμβητές, φαγητό δωρεάν για τους μετανάστες. Στο Μόντρεαλ έφθαναν κατά διαστήματα και ελληνικοί θίασοι κι ο τότε γνωστός και διάσημος Χάρυ Κλίν.
Εκείνο που εντυπωσίασε τους μετανάστες μας, Πήτερ και Τάκη, ήταν ότι ζούσαν σ΄ ένα κράτος όπου οι αρμόδιοι υπάλληλοι και τα ανώτερα στελέχη φέρονταν άψογα στους νεοφερμένους και κατά την έκφραση του Πήτερ δεν είχαν «χοντρώματα» που σημαίνει στα Καστοριανά υπεροψία, πως ήταν εξυπηρετικοί για τον καθένα, εργατικοί, ευγενικοί και αποτελεσματικοί.΄Οταν ο Πήτερ έχασε ένα κρατικό έγγραφο, κατόπιν αλληλογραφίας με τις κρατικές υπηρεσίες, παρέλαβε τελικά ένα σημαντικό χρηματικό ποσόν που του όφειλαν.
΄Όλα λοιπόν αυτά συναινούν στο ότι ήταν ικανοποιημένοι όσοι βρέθηκαν σ΄ αυτόν τον τόπο με τις μεγάλες λίμνες, τον καταράχτη Νιαγάρα, τα παγωμένα ποτάμια, δάση, και τις υπέροχες περιοχές πικ νικ όπου αντάμωναν οι σύλλογοι, «των ελλήνων οι κοινότητες». Μια μεγάλη χώρα σε έκταση, με βιομηχανίες αυτοκινήτων. Εκεί ο Τάκης στάθηκε να διαλέξει την Μάσταγκ και να τη φέρει ως την Καστοριά, να κάνει βόλτες και να εντυπωσιάζει φίλους και νεαρές κοπέλες.
΄Οσο έμειναν εκεί, τα Σαββατοκύριακα και στις εθνικές επετείους ήταν παρόντες, έβρισκαν χρόνο για την εκκλησία όπου αντάμωναν με τους γνωστούς τους.
Η επιστροφή στην Ελλάδα έγινε μετά το 1970 και είχαν ήδη ετοιμάσει το χρηματικό ποσόν που όφειλαν στις στρατιωτικές υπηρεσίες. Είχαν μεταναστεύσει πριν υπηρετήσουν την θητεία τους.
Ο Πήτερ και ο Τάκης ανταμώνουν συχνά όπου χρειαστεί, κι εκείνο που τους έχει συνδέσει πέρα από τη φιλία, είναι ότι κατά την παραμονή τους στην χώρα αυτή βίωσαν ένα κομμάτι ζωής, ωριμάσανε, αποκτήσανε γνώσεις και παιδεία κι αυτό ήταν ένα κέρδος από τις εμπειρίες που απέκτησαν στην ξενιτιά.
Τον προσεχή Σεπτέμβρη πρόκειται να διοργανωθεί έκθεση φωτογραφίας στην Καστοριά, με την συμμετοχή της Καναδικής πρεσβείας, όπου θα έχουμε την χαρά να μοιραστούμε τις μέρες και τα χρόνια που ζήσανε σ΄ αυτή τη χώρα, όπου αφήσανε τα χνάρια τους και τους προσέφερε προστασία και σιγουριά.
Μπορούμε να «φανταστούμε» πως τις μέρες εκείνες ο χώρος που θα φιλοξενήσει την έκθεση με τους μετανάστες από τον τόπο μας, θάναι στολισμένος με τις σημαίες των δύο χωρών, ότι θα ακούγεται ευχάριστη μουσική της περιόδου εκείνης, κι ότι θα υπάρχει μπουφές με τα γλυκίσματα ή αλμυρά από τα δύο κράτη.
΄Οσοι δε συμπολίτες – ισσες μας έχουν να προσφέρουν φωτογραφικό υλικό ας σπεύσουν να το προσφέρουν έγκαιρα και να πλουτίσουν τη συλλογή.
΄Όπως και να δει τα πράγματα κανείς, καθώς ο χρόνος περνά, παραμένουν όλα εκείνα τα περιστατικά που βιώσανε οι δυο φίλοι ο Τάκης και ο Παναγιώτης – Πήτερ.
Ξεχνιέται βρε Τάκη, η νταμιτζάνα με το τσίπουρο το μεταβγαλμένο, το μαξουλάρι και η κουβέρτα, που τάβαλε η μάνα σου μπουξιά – δέμα για να σε κοιμίζουν σαν νάσαι στο σπίτι σου;
Αδουκήσου – θυμήσου την ευγένεια και το καλημέρισμα από τους ντόπιους… σημάδι κι αυτό, που φανέρωνε την αγωγή τους και τους τρόπους προς τους απέναντι, σε όλους εμάς που φτάσαμε στα μέρη τους για να εξασφαλίσουμε το μέλλον μας.
Δίνουμε από τώρα ραντεβού τον Σεπτέμβρη για να μοιραστούμε στιγμές που βιώσατε σ΄αυτή τη χώρα κι εξακολουθείτε να εκτιμάτε όλα όσα σας προσέφερε έως ότου επιστρέψετε ξανά στη γλυκιά πατρίδα – όσο φτωχική κι αν ήταν…
Μαρούλα Βέργου Γκαμπέση
