Όταν επιστρέφω στην Καστοριά μου… (Γράφει η Μαρούλα Βέργου Γκαμπέση)

Γνωριστήκαμε με τον Πάνο Τσολάκη εδώ και τριάντα χρόνια, στα 1992, όταν πρωτοδιαβάσαμε τα βιβλία του «Τα Καστοριανά καράβια» που μιλούσανε  με το επιστημονικό του κύρος, αλλά και την αγάπη που έτρεφε για την δική του πατρίδα. Μάζεψε λοιπόν τα σύνεργά του και κάθισε στο γραφείο του να βάλει σε σειρά όλα όσα από τα γραφόμενα δένονταν αρμονικά με τη λίμνη μας, με τους ανθρώπους της, επειδή τα πλεούμενα αυτά κουβαλούσανε στο σκαρί τους την καθημερινότητα των κατοίκων, τα προβοδήματα και τα ερχόματα των ξενιτεμένων, όπως και ένα σημαντικό κομμάτι της τοπικής μας ιστορίας. Αυτό γίνηκε με τα καράβια μας ανάμεσα από το 1904-1908 , καθώς από όχθη σε όχθη μεταφέρανε ή αφήνανε μηνύματα για εκείνους που αγωνισθήκανε στα χρόνια του Μακεδονικού αγώνα.

Το Καστοριανό καράβι είναι χειροποίητο και βγαλμένο από τα χέρια των επιδέξιων δημιουργών και καραβομαραγκών. Ο Πάνος τους αναζήτησε. Οι τρανύτεροι σε ηλικία ήταν ο Γιώργης Παπαμάρκος και ο Γιώργος Καλλίνικος και γράφει γι΄ αυτούς τα παρακάτω:

Γιώργης Παπαμάρκος (1892-1959)

Γεννήθηκε στην Καστοριά. ΄Ηταν ένας από τους καλύτερους καραβομαραγκούς και έφτιαχνε τα πιο καλοτάξιδα καράβια. Ο πατέρας του ήταν παπάς και τους δύο γιούς του τον Γρηγόρη και τον Γιώργη τους προόριζε να γίνουν δάσκαλοι. Ο Γιώργης όμως από μικρός του άρεζε να ασχολείται με τα καράβια. Ενώ τα άλλα παιδιά πήγαιναν στο σχολείο εκείνος προτιμούσε να κατηφορίζει στη γειτονιά του Ντολτσού, εκεί όπου είχε το τεζιάχι του ένας  τούρκος  καραβομαραγκός. Κοντά του έμαθε τα μυστικά της δουλειάς και άρχισε να φτιάχνει καράβια μόνος του από 18 χρονών. Στη διάρκεια του πρώτου παγκοσμίου πολέμου οι Γάλλοι εκτίμησαν τα μεγάλα προτερήματα των καστοριανών καραβιών και αγγάρευσαν τον Παπαμάρκο να κατασκευάσει στις λίμνες των Πρεσπών καράβια για τις ανάγκες του στρατού τους αν και είχαν φέρει μαζί τους στρατιωτικές λέμβους. Μετά το 1924 εγκαταστάθηκε κοντά  στο Σταυρό και στην αβγατή του σπιτιού του άρχισε να κατασκευάζει τα καράβια που του έδιναν  παραγγελία. Στη δουλειά του τον βοηθούσε μερικές φορές ο μαραγκός Θανάσης Γκιμουρτζίνας. Η συμφωνία με τον εργοδότη γινόταν  προφορικά. Διάλεγαν την απαιτούμενη ξυλεία από τις ξυλαποθήκες του Βέργου ή του Καραμπίνα και η δουλειά «έκλεινε» με μια μικρή προκαταβολή, το καπάρο. Στη συνέχεια ο κυρ- Γιώργης  ετοίμαζε τα σανίδια , έβαζε τα διάφορα σημάδια , τα  νισάνια όπως τα έλεγε και με ελάχιστα εργαλεία- χειροπρίονο, σκεπάρνι και ροκάνι- κατασκεύαζε το καράβι. Ο χρόνος παράδοσης ήταν συνήθως δύο εβδομάδες και το κάθε καράβι στοίχιζε προπολεμικά περίπου 2.000 δρχ αν ήταν από καραγκάτσι και 800-1000 δρχ αν ήταν από λευκάδι.

Στη διάρκεια της κατοχής έφτιαχνε καστοριανά καράβια και στις μικρές λίμνες της Ολυμπιάδας (Χειμαδίτιδα) και του Λιμνοχωρίου , που βρίσκονται στα ανατολικά της Καστοριάς κοντά στο Λέχοβο.

Γιώργος Καλλίνικος (1904-1985)

Ο Γιώργος Καλλίνικος γνωστός με το παρατσούκλι «ο Γαλλικός» επειδή έλεγε μερικές γαλλικές λέξεις, δούλεψε στην αρχή ως καραβοκύρης συνεχίζοντας την παράδοση των Καλλινικάδων που ασχολούνταν με τα επαγγέλματα της λίμνης.

΄Εμαθε την τέχνη του καραβομαραγκού μεταπολεμικά, από το γείτονά του Γιώργη  Παπαμάρκο και τη συνέχισε μέχρι το 1980. ΄Εφτιαχνε γερά καράβια και όσα εξακολουθούν να χρησιμοποιούνται ξεχωρίζουν για το αρμονικό σχήμα τους. Κοντά του διδάχτηκε τα μυστικά της δουλειάς ο γιός του Γιάννης, ο οποίος  κατασκευάζει σήμερα τα καλύτερα παραδοσιακά  καράβια της λίμνης της Καστοριάς.

Ψάχνοντας για ξένους περιηγητές που επισκέφθηκαν την πόλη μας, επι Οθωμανικής περιόδου, εντόπισε την αγγλίδα Μαίρη Γουόλκερ- Mary a. Walker που πήρε τους δρόμους του νότου αφήνοντας πίσω της την ομιχλώδη πατρίδα της, για να γνωρίσει την Ελλάδα που επι χρόνια ονειρεύονταν να προσκυνήσει τα μνημεία της και τον πολιτισμό της… που ήταν ζωντανός μέσα στη σκλαβιά του. Στάθηκε στην Καστοριά την γλυκειά Κεσριέ που ήταν καταπράσινη το καλοκαίρι του 1860… Ο Πάνος βρήκε τις εντυπώσεις της και τις δημοσίευσε στο βιβλίο «τα Καστοριανά Καράβια»

—Η Αγγλίδα περιηγήτρια Mary A. Walker  που επισκέφθηκε την πόλη το καλοκαίρι του 1860, γράφει: «… Περάσαμε μέσα από έναν κήπο στην όχθη της λίμνης. Μας περίμενε μια μεγάλη βάρκα, αρκετή να χωρέσει όλη την παρέα. Ξεκινήσαμε καθώς ο ήλιος δύοντας έπεφτε στα απέναντι βουνά και χρύσωνε την ήρεμη επιφάνεια του νερού όπου γλυστρούσαμε, περνώντας μπροστά απ΄ τα κλιμακωτά σπίτια της Καστοριάς, κάτω από τη σκιά των βράχων της στενόμακρης χερσονήσου… Ο καλός Αναστάσιος κι ένας από τους γαμπρούς του ήταν έμπειροι ψαράδες. Είχαν φέρει μαζί τους ένα πεζόβολο που μάζευαν πάνω στον αριστερό βραχίονα και μετά, με μια επιδέξια κίνηση, τον έριχναν με τέτοιο τρόπο ώστε να απλωθεί κυκλικά ακουμπώντας στο νερό. Δεν ήταν τυχεροί αυτή τη φορά παρόλο που καθυστερήσαμε σε πολλά σημεία με ρουφήχτρες που βρίσκονταν στη σκιά των απότομων βράχων»

Σημαντικό ρόλο έπαιξαν επίσης τα καράβια και οι λεμβούχοι τους στα δύσκολα χρόνια του Μακεδονικού Αγώνα. Ο Καστοριανός ιστορικός Κωνσταντίνος Πηχιών αναφέρει ότι γίνονταν επικίνδυνες μεταφορές ενόπλων τμημάτων με καράβια στη λίμνη, όπως των Βάρδα, Καούδη, Καραβίτη και Φιλώτα. Λεμβούχοι των τολμηρών αυτών αποστολών ήταν ο Παύλος Κεφαλάς, ο Σωτήρης Μασιακός, ο Γιώργος Παύλου, ο Θεοχάρης Μπαλλής και ο Νικόλαος Νανάς. Επικίνδυνες ήταν επίσης και οι νυχτερινές μεταφορές με καράβι του Μητροπολίτη Γερμανού Καραβαγγέλη σε ορισμένα παρόχθια μέρη προς συνάντηση οπλαρχηγών.-

Ο συγγραφέας και ως ερευνητής αναφέρθηκε στο ρόλο που οι καραβοκύρηδες και καράβια παίξανε στην περίοδο 1904-1908…

Την περασμένη χρονιά (2021) εκδόθηκε με τη χορηγία του εμπορικού συλλόγου Καστοριάς το βιβλίο του Πάνου Τσολάκη με τίτλο «η Κάτω αγορά της Καστοριάς» Το φωτογραφικό υλικό που διανθίζει τα κείμενα μας ξαφνιάζει, για τις αλλαγές που γίνανε ως τα τωρινά χρόνια.

Παρακάτω οι αναγνώστες της «Φωνής» μπορούν να μοιρασθούν όσα περιγράφει ο Πάνος Τσολάκης για την οδό ΄Αρτη όπως και την οδό 11ης Νοεμβρίου.

«Στα μαγαζιά από τα χάνια της οδού Ι. ΄Αρτη στεγάζονταν το πρατήριο ζωοτροφών (πίτουρα) των αδελφών Πανταζή , το ποδηλατάδικο του Στ. Ταλίδη και η ταβέρνα της Ελ. Βόρη όπου σύχναζαν χαρακτηριστικοί θαμώνες της αγοράς. Μεταπολεμικά στο μαγαζί της Ελ. Βόρη στεγάστηκε ο  φούρνος του Γ. Γκάρτζια (Στογιάννη), ο οποίος καταγόταν από την Κλεισούρα. Ο παλαιότερος γνωστός φούρνος της Κάτω Αγοράς ήταν των αδελφών Δημητριάδη, οι οποίοι κατάγονταν από το Μαύροβο. Ο φούρνος που βρισκόταν μεταξύ των οδών Ερμού και Αλ. Κομνηνού είχε εισόδους και από τους δύο δρόμους και λειτουργούσε περίπου από 1900-1955. Κατά τα τελευταία χρόνια τον είχαν αναλάβει οι αδελφοί Σπύρου από την Πολυκάρπη. Ο φούρνος των αδελφών Δημητριάδη έφτιαχνε συνήθως τα στρογγυλά παραδοσιακά ψωμιά (πισινίκια) , ενώ του Γκάρτζια τις μεγάλες άσπρες φραντζόλες φόρμας. Οι παλιοί φούρνοι διέθεταν  περιμετρικά ράφια για τα ταψιά και τα ψωμιά και είχαν στο κέντρο έναν μεγάλο πάγκο (τεζιάχι) που έπιανε σχεδόν όλο το χώρο.

Στην Κάτω Αγορά στεγάστηκαν μετά τα 1925 και διάφορες κλινικές. Λίγο πριν από τη δυτική είσοδο της πόλης ήταν η κλινική του γιατρού Λ. Τσαμίση, στη γωνία των οδών 11η ης Νοεμβρίου και Μ. Αλεξάνδρου, πάνω από το πρακτορείο των ΚΤΕΛ , ήταν του γιατρού Βουϊτση, στην οικοδομή των Σκαπέρδα-Μαυροβίτη ήταν του γιατρού Τσεμάνη και στην οδό Ορεστείων η κλινική των Β. Σεκουλίδη- Δ. Δραγώτη με την επωνυμία Παναγία Ελεούσα. Μετά την έναρξη της λειτουργίας του ξενοδοχείου Τουρίστ , ο Σ. Τσεμάνης άνοιξε κλινική με τον γιατρό Αλ. Γιαντζόγλου στην οδό Ι. ΄Αρτη.

Η οδός 11ης Νοεμβρίου περιλάμβανε ποικιλία μαγαζιών και εκτός από αυτά που αναφέραμε παραπάνω στο δρόμο αυτό υπήρχαν κατά καιρούς μαγαζιά υφασμάτων,  υποδηματοποιϊα, βιβλιοπωλεία, χρυσοχοεία, πρακτορεία μεταναστεύσεων, παπλωματάδικα, σαμαράδικα, εργαστήρια επεξεργασίας δερμάτων κ.α. Τα μαγαζιά υφασμάτων ήταν των αδελφών Καρακάση και Κοπάτση και των Κ.Παπαμιχαήλ (Αθηναία), Ν. Χαιρόπουλου, Λ. Μέγαρη, Δ. Βακουφάρη, Β. Γεωργιάδη, καθώς και του Ι. Πανταζή το οποίο λειτουργεί μέχρι σήμερα ο γιος του Ευάγγελος. Στη γωνία των οδών 11ης Νοε και Ερμού διατηρούνται δύο παρόμοια παλιά μαγαζιά με θολωτή κάλυψη, στα οποία παλαιότερα στεγάζονταν το μαγαζί  υφασμάτων του Β. Βασιλείου και μάλλινων πλεκτών του Π. Βογιατζή. Στον ίδιο δρόμο ήταν επίσης τα υποδηματοποιϊα του Λ. Βορεάδη (που συνέχισε μετά ο Γ. Λυκογιάννης ), καθώς και των Στ. Ανδρίκου, Ν. Μακρίδη, Ι. Σωτηρίου, Χρ. Λαχανά και Αν. Λοβάτση.

Εκτός από τα μαγαζιά της οδού Ι. ΄Αρτη , που αναφέραμε παραπάνω , υπήρχαν επίσης τα μαγαζιά υφασμάτων και ετοίμων ενδυμάτων των Α. Αϊβανούλη και Ι. Γεωργίνη, το ραφείο του Κ. Τζώτζη, το μαγαζί υαλικών και ηλεκτρικών ειδών των Π. Δουμουξή- Π. Κεφαλόπουλου (Λαϊκή Αγορά), τα μαγαζιά νεωτερισμών και ψιλικών των Π. Αναστασιάδη (Μακεδονική Αγορά), Β. Παπαδόπουλου (Αμερικανική Αγορά) και Π. Μπόση, το μαγαζί αποικιακών του Ν. Δάλλα, το κουρείο του Β. Παπαδιαμαντόπουλου, το φωτογραφείο του Ι. Τσικαλάγια, καθώς και το μαγαζί νημάτων και χρωμάτων του Α. Αρβανιτάκη, ο οποίος ασχολούνταν επίσης με χρηματιστηριακές συναλλαγές. Σε μαγαζί από το χάνι του Σιόλδα ήταν το ποδηλατάδικο του Π. Παπαπαντελή.

Ζήσαμε σαν μικρά παιδιά στα μέρη αυτά, κάνοντας τα «θελήματα» που αναλογούσαν στην ηλικία μας. Νίκος, Αννούλα, Κωστάκης, Μαρούλα, Τζένη, Τάσος, Τάκης, ΄Αννα, Νίκη, Κέρη, Νονόκας, Μπαρμπαλιάς, Γιωργάκης, Κατίνα… κι αν ξεχάσαμε κάποια μην κρατήσουνε παράπονο… φταίει που μεγαλώσαμε… και δεν μπορούμε να αδουκηθούμε τα πάντα.

Ο Πάνος πάντως, σαν έφθανε εδώ στην πόλη, συνήθιζε να κάνει τον αγαπημένο του περίπατο.

«΄Όταν επιστρέφω στην Καστοριά μου αρέσει να πηγαίνω στην περιοχή των Ψαράδικων και να αγναντεύω την ωραία λίμνη, το Απόζαρι, το Βουνό και τις απέναντι βουνοκορφές στο Βίτσι. Στη συνέχεια κάνω περιπάτους στους δρόμους της Κάτω αγοράς περνώντας από τις παλιές οδούς 11ης Νοεμβρίου, Ερμού, Ι. ΄Αρτη και Αλ. Κομνηνού, που έχουν μία ατμόσφαιρα άλλων εποχών χωρίς να διαθέτουν ούτε αξιοθέατα, ούτε μνημεία, αλλά ούτε και κάτι που αντικειμενικά θα έκανε ένα διαβάτη να κοντοσταθεί. Μόλις ανηφορίσω προς την πλατεία  Δαβάκη προσπαθώ να φανταστώ το διατείχισμα που απέκοπτε ολόκληρη τη χερσόνησο, καθώς και τις οχυρώσεις της κεντρικής πύλης με τους πύργους της, η οποία αποτελούσε  το μοναδικό πέρασμα εισόδου προς την πόλη. Μετά την κεντρική πύλη κυριαρχούσαν τα τουρκικά κονάκια των τοπαρχών, τα οποία προφανώς θα κτίστηκαν στις θέσεις των κατοικιών των Βυζαντινών αρχόντων.΄Εξω από το διατείχισμα γίνονταν από τη βυζαντινή εποχή τα διάφορα παζάρια, τα οποία από τα μέσα του 19ου αι. άρχισαν να δίνουν τη θέση τους σε πιο μόνιμα μαγαζιά, σχηματίζοντας σταδιακά την ονομαζόμενη Κάτω Αγορά.

Η Κάτω Αγορά της Καστοριάς είναι απο τις λίγες περιοχές της πόλης  που διατήρησε σχεδόν ακέραιο τον παλιό πολεοδομικό της ιστό και παρά την ανοικοδόμηση αρκετών κτισμάτων της με σύγχρονες οικοδομές, εξακολουθεί να διατηρεί την παραδοσιακή της μορφή. Ορισμένες επεμβάσεις που έγιναν στην περιοχή μετά το 1970, όπως το κτίριο της πρώην Εμπορικής Τράπεζας στην οδό Αλ. Κομνηνού με την ψηλή μεσοτοιχία του, καθώς και άλλες σύγχρονες οικοδομές, τραυμάτισαν την εικόνα της, ενώ η πρώην Κτηματική Τράπεζα στον ίδιο δρόμο, όπως και ορισμένες ακόμη πετυχημένες νέες κατασκευές, δείχνουν έναν τρόπο με τον οποίο θα έπρεπε να ανοικοδομηθούν ορισμένα παλιά κτίσματα για να καλύψουν σύγχρονες ανάγκες. Το να μπορεί μία πόλη να διατηρεί τη φυσιογνωμία της στο χρόνο  όσο και να τολμάει να αλλάζει «σημειακά» όταν χρειάζεται απαιτεί εξειδικευμένες γνώσεις, εμπειρία και κυρίως αγάπη, πολλή αγάπη για τον τόπο…

΄Ενας χρόνος πέρασε από τότε που ο Πάνος δεν βρίσκεται πια ανάμεσά μας….

Η Βάνη , η αγαπημένη του σύζυγος – σύντροφος και τα δυο τους αγόρια, το ξέρουν, το βιώνουν περισσότερο από κάθε άλλον.

Αποχαιρετούμε τον άνθρωπο, τον συγγραφέα, τον ερευνητή, τον νοσταλγό του παρελθόντος, που μελέτησε «λίαν καλώς» το προφίλ της πόλης μας, αφήνοντας εδώ στον κάτω κόσμο, το πλούσιο υλικό που υπάρχει στα βιβλία του.

΄Ετσι κι αλλιώς τα γραπτά μένουν, μαζί με τις ωραίες εικόνες που ο καθένας παίρνει από κείμενα που τον συγκινούν καθώς τα διαβάζει, κι έχουν πολύτιμη αξία για τον τόπο μας και τους δημότες του.

Ο Πάνος Τσολάκης ήταν αρχιτέκτονας. Διετέλεσε καθηγητής στο τμήμα Αρχιτεκτόνων του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, όπου δίδασκε ιστορία της Αρχιτεκτονικής. Τα τελευταία χρόνια ασχολούνταν ιδιαίτερα με ερευνητικά θέματα, που αφορούσαν τον τόπο καταγωγής του την Καστοριά. ΄Εχει διδάξει σε μεταπτυχιακά τμήματα, συμμετείχε σε ελληνικά και ξένα Επιστημονικά Συνέδρια με ανακοινώσεις και δημοσίευσε τα εξής βιβλία: Η Αρχιτεκτονική των Πρεσπών (με Γ. Καραδέδο), Μέλισσα 1989, Τα καράβια της Καστοριάς (University Studio Press,1992), Η Εβραϊκή συνοικία της Καστοριάς (ΙΜΧΑ,1994), Τοπογραφία της Καστοριάς στη Βυζαντινή εποχή (1996), Αρχιτεκτονικές και πολεοδομικές έρευνες στην Καστοριά (University Studio Press, 2001), Οθωμανικά διοικητήρια στον ελλαδικό χώρο, 1850-1912 (University Studio Press, 2008), Η αρχιτεκτονική της παλιάς Καστοριάς (Επίκεντρο, 2009), Ο προσφυγικός συνοικισμός της Καστοριάς (Grafo, 2010), Καστοριά, τόπος και ιστορία (Grafo , 2015), Δυτικομακεδόνες γουναράδες στη Λειψία( 2017), Καστοριά, Βυζάντιο, Τουρκοκρατίας, Κατοχή, (2019) κ.α.

Μ. Βέργου Γκαμπέση

Ταπεινό αφιέρωμα στον Πάνο Τσολάκη (μέσα από την εφημερίδα «ΦΩΝΗ» της Καστοριάς και το ραδιόφωνο της εκκλησίας 97,9 FM)

(φωτογραφία: Το εξώφυλλο του νέου βιβλίου του αείμνηστου Πάνου Τσολάκη “η Κάτω Αγορά της Καστοριάς σμιλεύοντας το ιστορικό παρελθόν της πόλης”)

Προηγούμενο Άρθρο

«Γράμμος» Μαυροχωρίου: 1952-2022, 70 χρόνια (Η ιστορική ονομασία της ποδοσφαιρικής ομάδας του «Γράμμου» Μαυροχωρίου) του Γιάννη Ν. Πετκανά, Φιλολόγου

Επόμενο Άρθρο

Με έργα της τάξεως των 67.516.825 ευρώ το τεχνικό πρόγραμμα του Δήμου Καστοριάς για το 2023

Τελευταία από ΑΠΟΨΕΙΣ

51η Διεθνής Έκθεση Γούνας Καστοριάς: (Μια διοργάνωση που επιμένει, εξελίσσεται και κρατά ζωντανή μια παράδοση) Γράφει: Ο Λεωνίδας Θ. Πουλιόπουλος.[1]

 Η 51η Διεθνής Έκθεση Γούνας Καστοριάς αποτελεί ένα ζωντανό παράδειγμα αντοχής, προσαρμοστικότητας και επιχειρηματικής επιμονής. Σε