Παραμονή Απουκράς κάποτε… (Γράφει η Μαρούλα Βέργου Γκαμπέση)

1931, κι ο μικρός Γιάγκος, τσαρσινός από πάππο προς πάππο, ήταν έτοιμος μαζί με τα γειτονόπουλα να στήσουν τη μπουμπούνα του μαχαλά τους, πίσω από τον αυλόγυρο της Μητρόπολης.

Εδώ και μέρες όλα τα απογεύματα που κι ο ήλιος ζέστανε κάπως την κρύα γη, όλα μαζί τα αγόρια – συνομήλικα σχεδόν – κινούσαν κατά το τσαρδάκι να μάσουν τα ξερόκλαδα του βουνού, φθάνοντας αρκετές φορές και στις όχθες της λίμνης να μαζέψουνε ξεροκάλαμα και όσα τσάκανα είχαν απομείνει στις τούμπες. Τα αγόρια της προπολεμικής περιόδου ανταγωνίζονταν όχι μόνον ποιά θα συλλέξουν τα περισσότερα πελεκούδια και ξύλα, αλλά κι αν καταφέρουνε η μια ομάδα να «κλέψει» τα τσάκανα της άλλης. Γι αυτό και ορίζανε σκοπούς που θα προσέχανε τα ξερόκλαδα που μαζέψανε με τον κόπο τους τόσα χειμωνιάτικα απογεύματα.

Ο Γιάγκος – σαν ήρθε η σειρά του – φόρεσε το αμερικάνικο παλτό, έβαλε και την κουκούλα του κι εφτά με εννιά το βράδυ έκατσε έξω από την μικρή αποθήκη. Κάθισε σ΄ ένα σκαμνάκι που πήρε από το σπίτι του και είχε κι ένα χοντρό ραβδί, μπας και περάσει κανά αγριόσκυλο ή… ή… φανεί κανένας ύποπτος από άλλη γειτονιά, που έβαλε στο μάτι τα ξύλα τους σιμά στην Μητρόπολη…Δεν είχε καλοφάει όμως για απόγευμα και τότε άρχεψαν τα άντερα να κλώθουνται και η πείνα να καταφτάνει και τότε… πήρε την απόφαση να πεταχτεί ως το σπίτι να πάρει μια φέτα ψωμί κι ότι άλλο βρεί, κάνα μήλο, κάνα αυγό… καμιά ελιά ψίχα τυρί…

΄Ελειψε πέντε λεπτά απ΄τη σκοπιά και τότε η παρακάτω ομάδα της ΄Αη Δήτρας που είχε βάλει τον Νούμη να παρακολουθεί την απάνω γειτονιά, μ΄ ένα σφύριγμα, πέντε έξη θάταν, σέφκαν μέσα στην κουτσίνα, τίγκα στα τσάκανα και μετέφεραν αγκαλιές αγκαλιές τα κλεμμένα ως το δικό τους κήπο εκεί κοντά στα βεργουλάδικα…

Πρόλαβαν και πήραν κάμποσα κι όταν είδαν το σκοπό να γυρίζει χορτάτος, μ΄ ένα σφύριγμα πάλι πήραν την κατηφόρα και χάθηκαν στο σκοτάδι. ΄Ηταν σίγουρο πια πως η δική τους μπουμπούνα θα ήταν όπωσδήποτε τρανύτερη από την γειτονιά του ΄Αη Θανάση του Μουζάκη, δίπλα στο πρώτο δημοτικό σχολείο κι απέναντι από το ναό της Μητρόπολης.

Παραμονή Απουκράς. Τα αγόρια στα εβραϊκά μαγαζιά βρήκαν τα παιδικά τους όπλα τα «σόφια» και τις τάπες, τα καψούλια που δημιουργούσαν με τον κρότο, τα μπαμ και τα μπουμ στους δρόμους και τα σοκάκια της πόλης.

Τα κορίτσια συνήθως είχαν φορέσει τ΄ ασπροκόκκινα βραχιολάκια και μάθαιναν τα σπιτικά καθήκοντα.

1931, και οι κάτοικοι περιμένανε μαζί με τα παιδιά το άναμμα της μικρής μπουμπούνας τη μικρή Απουκρά και της τρανής την τρανή Απουκρά. Υπήρχε δραστηριότητα και τα καράβια κινούσαν με τη βοήθεια των μεγαλύτερων πάντα, να φορτώσουνε από την περιοχή της ΄Αμμου και της Πέτρας ότι υλικό καύσιμο υπήρχε , από τσάκανα, ξερόκλαδα και από τα στεγνά καλάμια.

΄Όταν έφταναν πάλι μετά το μάζεμα στα σπιτικά τους, φρόντιζαν να τα φυλάξουν στο χαγιάτι για να μην τα αρπάξει κάποια άλλη ομάδα παιδιών.

Η προετοιμασία για το στήσιμο απαιτούσε οργανωτικότητα. ΄Ένα μακρύ κοντάρι γερό και χοντρό, έμπαινε στην ανοιχτωσιά της κάθε γειτονιάς, μπήγονταν γερά στη γη και σιγά σιγά ολόγυρα έμπαιναν τα ξύλα, τα άχυρα, τα τσάκανα κι ότι άλλο καίγονταν απ΄ ότι είχανε κουβαλήσει από λόφους και πλαγιές βουνών.

1931, και οι νοικοκυρές είχαν τις δικές τους φροντίδες. Είχανε πλέον ηλεκτρικό φως και βρύσες στα σπίτια τους.

Η κυρά Τσιουτσιούλα έσφαξε την όρθα της μιάμιση οκά θάταν, την ζεμάτισε, την ξεπουπούλιασε και την έβαλε στο βραστό νερό κομμάτια κομμάτια. ΄Οσο έβραζε η κόττα, τοίμασε την αρμιά της, κόβοντάς την σε λεπτά κομμάτια, τοίμασε χοντρό πιπέρι, άλας και φρέσικο βούτυρο. Σε λίγο βγήκε στην κουτσίνα της κι έφερεν καμμιά δεκαπενταρά αυγά, τα καθάρισε από τ΄ άχυρα, τα έπλυνε καλά και τάβαλε στην κατσαρόλα αραιά αραιά να βράσουνε, ρίχνοντας κι άλλα ξύλα, δυναμώνοντας τη φωτιά.

Το βράδυ θα βρίσκονταν όλοι μαζί, νύφες, γαμπροί, πεθερικά κι εγγόνια για να κάμουνε το χάσκαρη.

Ο κλώστης – αφού τοίμασε και την πίτα της απουκράς, μια λαχταριστή κρεατόπιτα – καθαρίστηκε και η Τσιουτσιούλα έδεσε μετά μια άσπρη κλωστή, έκαμε και την πρώτη θηλιά για τη βραδινή κι όλο γέλιο συνάντηση στο οικογενειακό τραπέζι.

΄Εμεινε πια ο χαλβάς, ο σπιτίσιος χαλβάς με τις εξής αναλογίες: ΄Ένα μέρος λίπος, δύο μέρη σιμιγδάλι ή καλαμπουκίσιο αλεύρι, τρία μέρη ζάχαρη και τέσσερα νερό. Το χαγιάτι μοσχοβόλησε από το τσιγάρισμα του καλαμποκάλευρου και σαν πήρε χρώμα η νοικοκυρά έριξε το σιρόπι που είχε χλιάνει και ο χαλβάς πήρε να πυχτώνει, έριξε κι ασπρισμένα μύγδαλα και λίγη κανέλα τον δοκίμασε και έδειξε ευχαριστημένη.

Σ΄ ένα άλλο σπιτικό κατά Απόζαρι μεριά, είχανε κόρη αρραβωνιασμένη. Τη μέρα της τρανής Απουκράς η ωραία κοπέλα έλαβε από τον αρραβωνιαστικό της τον Θεόφιλο ένα ιδιαίτερο δώρο. Σαν άκουσε το τσιουκαλίδι να βαράει η Θεοδότα άνοιξε την πόρτα και είδε ένα αγοράκι να της προσφέρει σε μια μικρή μαλάθα, μια ολόλευκη κοτούλα που στο λαιμό της κρέμονταν δεμένο σε κατακόκκινη κορδέλα ένα χρυσό νόμισμα. Βέβαια πίσω από αυτή την ευχάριστη έκπληξη κρύβονταν τα πεθερικά που είχαν παρόμοιες εμπειρίες και παράδες. Και η μεν κοτούλα πήρε το δρόμο για το κοτέτσι της ,ενώ εκείνη έβαλε μέσα στη μπιζουτιέρα της το ακριβό δώρο, νιώθοντας χαρά κυρίως για την ευγενική χειρονομία κι ακόμη περισσότερο για τα αμοιβαία αισθήματα που δείχνανε για την καλή ζωή που τους περίμενε.

Στο σπίτι της Αγνής και του Μάρκου, περιμένανε το βράδυ του χάσκαρη τους κουμπάρους με τα κουμπαρούδια τους, τα αξαδέρφια Κοσμά, Καλλιοπίτσα και Μαλαματή, κι από κοντά τον Μηνά με την Βικτώρια καθώς και τους παριζιάνους Ζανέτ και Λουκά, που ήρθαν για μπίζνες. Είχαν την ετοιμασία τους οι σπιτικοί αλλά και οι φιλοξενούμενοι δεν πήγαν με άδεια χέρια. Αρμιόπιτες, σαρμάδες, λουκάνικα, κρασί, δέσανε με τον χαλβά, το ραησκόφι, τη ρυζόπιτα και την σαμπάνια που φέραν οι Φραντσέζοι…

Ο Ντουλτσός εκείνο το βράδυ φωτίστηκε από τις τεράστιες φλόγες της μπουμπούνας κι όλοι οι γείτονες βγήκαν στην πλατεία να συνεορτάσουν. Τ΄ άργανα και οι βιολιτζήδες ήταν εκεί. Μαζί με τα βγελιά τα κλαρίνα και τους ζουρνάδες, έβγαιναν στην πλατεία οι γειτόνισσες να κεράσουνε κρασί και μεζέδες. Ανάμεσα στο πλήθος κινούνταν και οι χαλβατζήδες με τον «κόραβο» χαλβά στολισμένο με καρύδια και τον άλλο τον «ψείρκαβο» πασαλειμένο με σουσάμι. ΄Ένα δίωρο σχεδόν κρατούσε η μπουμπούνα στον Ντουλτσό και καθώς οι φλόγες έπεφταν κι έμενε η ζιάρη, πολλοί τότε πηδούσανε απ΄ τη μια μεριά της ζιάρης στην άλλη για να απαλλαγούν τάχα από τα ενοχλητικά έντομα.

Μα πίσω απ΄ όλα αυτά και τη νηστεία που ακολουθούσε μέχρι την Ανάσταση, συνυπήρχε η αρμονία ανάμεσα στον αρχαίο και τον σημερινό κόσμο. Η προχριστιανική εποχή άφησε την ιερή φωτιά στους μετέπειτα. Η φωτιά ήταν για τον παλαιό κόσμο η πιο σημαντική κατάκτηση του ανθρώπου κι ένα σημαντικό στάδιο του πολιτισμού που άλλαξε τον τρόπο της διατροφής του, νίκησε το σκοτάδι κι έλιωσε το σίδερο, για να κάνει εργαλεία… και όπλα… ΄Όμως … «ουδέν καλόν αμιγές κακού»…

  • ΄Εχαψάτε τ΄ αυγό σας; ρωτούσε η γιαγιά τα εγγονάκια της με τρυφερότητα. ΄Αϊντε και του χρόνου να γιουρτάζουμε. Καλή Απουκρά και Σαρρακουστή να περάσουμε, με υγεία και καθαρή καρδιά, αγάπη και συγνώμην… άμα πίκρανάμε κανέναν…

Απουκρά του 1931

Ο τρανύτερος του σπιτιού έδεσε με την λευκή κλωστή το αυγό και ξεκίνησε το έθιμο μετά το φαγοπότι. ΄Επιασε μετά τον κλώστη από την άλλη άκρη και με μια ελαφριά κίνηση του χεριού έστειλε το φρεσκοξεφλουδισμένο και βρασμένο αυγό, προς τον Τσιόλη που ήταν απέναντί του. Ο Τσιόλης άνοιξε το στόμα του να το αρπάξει μα εκείνο γλύστρισε, ο Τσιόλης προσπάθησε ξανά να το χάψει κι αυτό το έρμο τ΄ αυγό πάλε γλύστρησε. ΄Ολοι γελούσαν εκτός απ΄ τον Τσιόλη, που έβαλε τα δυνατά του … αλλά αυτό το βιράνικο έκαμνε σαν να καταλάβαινε και ξέφευγεν. Σταματάω είπεν, απογοητευμένος και έδωσε το ελεύθερο στο νοικοκύρη. ΄Υστερα ήρθε η στιγμή της Νέτας , άνοιξε το στόμα της, αμ΄ αυτό του στόμα ήταν τσιούτσκανο και τ΄ αυγό τρανούστκο. Η φιλάρεσκη κυρά αντράπκεν και έβαλε το μαντηλάκι στα χείλη σταματώντας την προσπάθεια.

Ο Ντούλης παρακολουθούσεν τον κλώστη να πααίνει και νάρχεται με τ΄ αυγό αφάγουτο. Σαν ήρθεν η σειρά του, με το ένα, με το δυο, με το τρία, τόχαψεν στο πι και φι. Ακολούθησαν τα χειροκροτήματα και τα μπράβο, όμως το μιχέγκι της ομήγυρης είπεν προς το νικητή:

  • Καλά απού του ζάλισάμε ημείς , αλλιώς ούτε ισύ θα ήσουν κερδισμένος…

΄Αϊντε και του χρόνου, Καλή Σαρακοστή, κι ως του μέγα Σάββατο και του Χριστός Ανέστη κλειστό του στόμα στα μουσιαστικά φαγιά.

(Η φωτο από το φωτογραφικό λεύκωμα <Καστοριά «ΑΝΘΡΩΠΟΙ-ΛΙΜΝΗ-ΤΟΠΙΟ»> του αείμνηστου συμπολίτη μας Τάκη Ζιώγα)

Προηγούμενο Άρθρο

Το προφίλ ενός μύθου (Γράφει ο Σπύρος Νίτσας)

Επόμενο Άρθρο

Από 1 Ιουλίου τα τιμολόγια υποχρεωτικά στο my data

Τελευταία από ΑΠΟΨΕΙΣ