Η Καστοριά βογκούσε και κλωτσούσε σαν απετάλωτη φοράδα. Και κανένας δεν μπορούσε να την κάνει ζάφτι. Τότε προθυμοποιήθηκε να την φέρει στα συγκαλά της ένας κουλουρτζής, ο Μπότης. Έκανε ο άνθρωπος ό,τι πέρναγε από το χέρι του. Μα τελικά, δεν κατέφερε να κάνει πάρα πολλά, μα μια τρύπα στο νερό που έλεγε και ο φιστικάς. Ο Μπότης έμενε στο Νταηλάκη σε ένα αυθαίρετο από την εποχή του εξήντα. Ήταν ένα σπιτάκι σαν κουβούκλιο με στρογγυλά παράθυρα σαν φινιστρίνια πλοίου, κτισμένο νύχτα από πέτρα και κόκκινα τούβλα κοντά στο βουνό. Από μακριά έδινε την όψη φυλακής. Ήταν παντρεμένος με μια δευτεροπαντρεμένη γυναίκα που είχε και ένα κορίτσι από τον πρώτο της γάμο την Μόλα Λεβέση. Διαβολεμένη γυναίκα.
Δούλευε νυχθημερόν. Πούλαγε ζεστά κουλούρια κάθε πρωί μπροστά στο άγαλμα του Δαβάκη, και τα διαφήμιζε με την περίεργη και λαδωμένη φωνή του. Έλεγε, πως για να διατηρεί μια τέτοια υπόκωφη βροντερή φωνή που έφτανε μέχρι στο Ντολτσό έκανε το εξής. Στην πίσω μεριά του παλατιού του όπως έλεγε, είχε δυο κλουβιά με καρδερίνες. Έτσι κάθε πρωί πριν βγει στον Δαβάκη να πουλήσει την πραμάτεια του, ρουφούσε και από ένα αυγό καρδερίνας. Μα σε όσους το έλεγε κανένας δεν τον πίστευε. Και στο τέλος κόντευε να πιστέψει και ο ίδιος πως έλεγε ψέματα.
«Κουλούργιε ..εε, φώναζε ολημερίς και η φωνή του ηχούσε σαν καμπάνα μέχρι τον Απόσκεπο και ξεπατωνόταν για το μεροκάματο. Μα εκείνο αντί να μεγαλώνει όλο και μίκραινε. Γιατί ο κόσμος, οι γουνεργάτες γενικά, δεν αγόραζαν ποια κουλούρια. Διότι μπήκαν στην καταναλωτική κοινωνία.» Ήθελαν πασαλειμμένες φέτες κάθε πρωί με μελιβούτυρο.
Μετά δάγκωναν και καμιά χαψιά από το φρέσκο και ζεστό κρουασάν, και να διαβάσει λίγο κάτι νέο από την πρωινή του εφημερίδα. Κατόπι να πιει λίγο από τον απαραίτητο χυμό που είναι πλούσιος σε βιταμίνες C. Ήθελαν να νοιώσουν άνθρωποι βρε αδερφέ. Και όχι να ασχοληθούν τώρα με το σουσαμοκούλουρο να του σταθεί στον λαιμό. Ο Μπότης έβλεπε με στεγνό μάτι την μοναδική του δουλειά που την κάνει αρκετά χρόνια και έσφιγγε η ψυχή του. Έβλεπε πως αραίωσαν οι αγοραστές στο κουλούρι. Δεν είχαν ποια χαΐρια τα κουλούρια και ένα πρωινό τα μάζεψε από την Καστοριά και κατέβηκε στην Θεσσαλονίκη. Ίσως εκεί να έχει καλύτερη τύχη. Άλλωστε εκεί θα ήταν κοντά στην θετή του κόρη, αφού η γυναίκα του κλέφτικε με ένα περιπλανώμενο τσιγγάνο που αγόραζε παλιά σίδερα και σάπιες λαμαρίνες. Μα δεν σταμάτησε εκεί, γιατί ήταν έξυπνος και δραστήριος άνθρωπος με τα λίγα κολλυβογράμματα που είχε μάθει στο ποδάρι.. Έλεγξε την πιάτσα και είδε τι έλειπε. Τότε προς μεγάλη του έκπληξη είδε πως μόνο τα κάστανα έχουν πέραση και έγινε καστανάς. Αγόρασε όλα τα σύνεργα για να ψήνει κάστανα.
Τότε προμηθεύτηκε μια τρίγωνη – πυροστιά καμινέτο με κάρβουνα. Μια μικρή φου – φου να παράγει αέρα και ένα σκαμνάκι να κάθετε. Τώρα τα σύνεργα ήταν στην εντέλεια έτοιμα για παραγωγή. Κάστανα υπήρχαν άφθονα στην αγορά. Ψήνεις πουλάς και γεμίζεις τις τσέπες παράδες. Μετά εφημερίδες είχε μπόλικες στους σκουπιδοτενεκέδες η Θεσσαλονίκη για πέταμα. Τύλιγε με τα φύλλα των εφημερίδων τα ψημένα κάστανα για τους πελάτες, μα έστριβε και τα τσιγάρα του, αφού κάπνιζε σαν αράπης. Ο Μπότης μέσα του έκρυβε ένα φλογερό πάθος για δουλειά και τα κατάφερε. Αγόρασε για την κόρη και τον γαμπρό του ένα τέλειο διαμέρισμα και τακτοποιήθηκαν μια χαρά. Εκείνος διάλεξε την σοφίτα για να μην τους ενοχλεί. Μετά από λίγο διάστημα έγινε και παππούς.
Ήταν ένας κοτσονάτος γέρος, μαυριδερός κοντός με τεράστια κοιλιά. Μελαψό δέρμα και με γενειάδα που ήταν όλη γκρίζα μεγάλο κεφάλι με λίγα πασπατεμένα μαλλιά. Μικρά ανασηκωμένα αυτιά με γωνίες σαν λύκος, μπορντό ανήσυχα μάτια με αγαθό βλέμμα γελάδας. Φωνή καμπάνα. Πλατύ μέτωπο με συγκαταβατικό χαρακτήρα, και γαμψή μύτη σταυραετού όταν τον έβλεπες προφίλ. Πεταμένα μήλα στα μάγουλα και θεληματικό πηγούνι. Απροσδιόριστη ηλικία. Σχήμα προσώπου ωοειδές με χαλασμένο χρώμα Καλκούτας.
Συνάντησα τον Μπότη τυχαία μετά χρόνια στην Τσιμισκή σε μια γωνιά. Μα είχε μαυρίσει και άλλο σχεδόν έγινε σαν Ινδός διανοούμενος. Μόλις είχε πάει με τα ζυμπράκολα πρωί – πρωί να προλάβει μην του πιάσουν την φωλίτσα του όπως έλεγε. Εκεί προσπαθούσε να στήσει το τσαντίρι του. Ενώ παιδευόταν με τα ασημικά του μου έριξε ένα ξέπνεο πεθαμένο βλέμμα, χωρίς σημασία. Τότε μόλις με αναγνώρισε τινάχτηκε πάνω σαν ελατήριο. Με αγκάλιασε και με φίλησε μύριζε σκόρδο . Ήθελε να μου πει χίλια δυο πράγματα και να μάθει όλη την ιστορία της ζωής του για την πατρίδα μας την Καστοριά. Σκούπισε ένα ανυπόστατο δάκρυ με ένα λερωμένο μαντήλι.
«Υποφέρω από την πίεση μου είπε. Για αυτό μυρίζω σκόρδο είπε για να την ελέγχω.»
Μα δεν ήταν ο παλιός χαρούμενος και ομιλητικός Μπότης με τα χωρατά του. Είχε αλλάξει ριζικά. Φύσηξε λίγο με την φου – φου το μαγκάλι και ταίριαξε τα κάρβουνα να πάρουν φωτιά. Μετά πέταξε μερικά κάστανα στην θράκα να ψηθούνε, και εκείνα άρχισαν να ροδίζουν και να χορεύουν στο ταμπούρλο σαν τρελά μόλις ζεσταινόταν.
«Δεν σε βλέπω και πολύ καλά του είπα σαν κάτι να σου λείπει.»
«Ναι, μου είπε σχεδόν έτοιμος να μπήξει τα κλάματα. Όλα τα έχω λειψά είπε με πόνο στην φωνή του, που δεν ήταν ίδια όπως παλιά. Τότε που πουλούσε κουλούρια στην πλατεία Δαβάκη στην Καστοριά.»
«Τότε είπε και μια κραυγή απελπισίας που έβγαινε από μέσα του. Στην Καστοριά ήμουν φτωχός μα ευτυχισμένος. Γιατί τίποτε δεν μου έλειπε, αφού τα είχα όλα γύρο μου. Τώρα μου λείπει η πατρίδα οι δικοί μου άνθρωπο, που με αγκάλιαζαν με τρυφερό πάθος και αγάπη. Μου έλεγαν ένα γλυκό λόγο και κατανοούσαν τον πόνο σου ενώ εδώ είναι όλοι ξένοι. Εδώ προσπαθεί ο ένας να βγάλει το μάτι σου του άλλου.. Εδώ ζω μια φριχτή ζωή με πολύ κόσμο γύρο μου μα εγώ έχω μοναξιά. Ξαφνικά του φάνηκε πως η ζωή του δεν ήταν τίποτε άλλο ,από μια ψευδαίσθηση, σαν ένα περαστικό όνειρο είπε με κάποια πικρία. Γιατί από την στιγμή που βρέθηκα εδώ σαν να σέρνω πάνω μου μια κατάρα».
«Έλα τώρα καημένε του είπα για να τον καλμάρω, πολύ τραγικά τα λες τα πράγματα. Εσύ εδώ έχεις την οικογένεια σου, την κόρη σου το εγγονάκι τον γαμπρό σου που σε λατρεύει. Τι άλλο ζητάς από την παλιοζωή στα έδωσε όλα. Με αυτά που του έλεγα ήθελα να δοκιμάσω την φιλία μας»
Κούνησε καταφατικά λίγο το φαλακρό του κεφάλι, πέρα δώθε. Μετά πήρε θέση πάνω στο σκαμνάκι σαν Πυθία να μου τα ξεφουρνίσει όλα όσα τράβηξε από τον γαμπρό και την θετή του κόρη.
«Με πέταξαν στον δρόμο είπε παραπονεμένα. Από πού. Από το ίδιο μου σπίτι, που τους το έγραψα χωρίς να προσέξω και λίγο και τον εαυτό μου. Τώρα μένω μόνος και έρημος σε μια αποθήκη δίπλα από τα κάστρα του Γεντή Κουλέ. Και κάθε βράδυ έρχονται να εισπράξουν ότι βγάζω ολημερίς και να μου λέει με απαίτηση ο γαμπρός. Πεθερέ είσαι υποχρεωμένος όσο ζεις να μας ταΐζεις για να μεγαλώσουμε τον εγγονό σου. Μα εγώ να την βράσω τέτοια ζωή να πάει στον ανάθεμα. Εγώ θα φύγω κάποια ημέρα από εδώ, και θα γυρίσω πάλι πίσω στο σπίτι μου και ας μην έχω ούτε ένα κομμάτι ψωμί».
«Δεν είναι και τόσο τραγικά τα πράγματα του είπα δυνατά να γίνω πιστευτός. Μήπως σε έχει κυριεύσει το παράπονο και τα λες όλα τόσο θλιβερά για να γυρίσεις πίσω».
«Τις προάλλες σκηνοθέτησα που λες τον θάνατο μου. Ήθελα να τους τρομάξω λίγο, μα με κατάλαβαν γρήγορα και γέλαγαν για το πάθημα μου. Τώρα τα δάκρυα του είχαν πλημμυρίσει παντού τα ροδοκόκκινα μάγουλα του και ήταν μα τον Θεό ατόφια και αληθινά. Με έφερε και εμένα σε μεγάλη αμηχανία με τα καμώματα του».
Φεύγοντας μου υποσχέθηκε πως σε λίγο θα βρεθούμε στην Καστοριά. Το είπε και το έκανε πράξη. Γύρισε πίσω μα το σπιτάκι του που ήταν ρημαγμένο. Μόνο οι τοίχοι φάνταζαν όρθιοι σαν φαντάσματα. Η σκεπή δεν υπήρχε την είχαν κλέψει η την είχε πάρει ο αέρας. Το κοτέτσι πίσω διαλυμένο. Οι κισσοί είχαν παραμεγαλώσει. Ένα βουνό τσουκνίδες με αγριοκαναβουριές το έπνιγαν στην πρασινάδα. Τότε μια γριά πετάχτηκε με ένα σκουπόξυλο στα χέρια από ένα διπλανό χαμόσπιτο και τον πέρασε για κλέφτη και τον αποπήρε.
«Τι χτυπάς χριστιανέ μου αυτήν την πόρτα, αφού δεν ζει ποια κανένας. Άντε παλιοκλεφταράδες μας έχετε ρημάξει τόσον καιρό και δεν μιλάμε του είπε. Φύγε γρήγορα του είπε γιατί θα φωνάξω την αστυνομία. Μετά το καλοσκέφτηκε η γριά και έκανε ένα βήμα πίσω σαν να τον αναγνώρισε πως ήταν ο Μπότης εκείνος ο ξένος που αποκάλεσε κλέφτη».
Ήταν μια παλιά γειτόνισσα. Εκείνος σκέπασε το παλιόσπιτο με νάιλον να συμμαζέψει λίγο τα ζιμπράγκουλα του σε μια γωνιά. Τώρα τίποτε δεν ήταν ίδιο με τα παλιά. Μετά από λίγο καιρό τον ξανάδα πάλι στην πλατεία Δαβάκη να πουλάει κουλούρια. Μα απ ότι έβλεπα δεν αγόραζε κανένας αφού οι νέοι δεν τρώνε ποια κουλούρι μα πίνουν μόνο φραπέ με ένα κινητό τηλέφωνο στα χέρια. Τότε έσφιξε η καρδιά μου.
«Μην τα παίρνεις όλα τα πράγματα κατάκαρδα του είπα για να τον ενθαρρύνω. Έχει ο καιρός γυρίσματα».
Καθίσαμε στο παγκάκι και ανάψαμε τα τσιγάρα μας. Ο Μπότης είχε γεράσει. Η φωνή του τον εγκατέλειψε έγινε βραχνή και άχρωμη.
Η φλόγα του πάθους που έτρεφε μέσα του τόσα χρόνια που τον διατηρούσε είχε σβήσει. Και τότε του ήρθαν άλλα πράγματα να απασχολήσουν τις σκέψεις του. Οικογένεια δεν είχε ποια, αφού όλα του ήρθαν ανάποδα. Ακόμη και η ψυχή του μέσα το ήξερε, πως όλα έγιναν ρημαδιό. Φίλους δεν είχε ποια. Αφού οι περισσότερα είχαν αποδημήσει και οι άλλοι τον απέφευγαν σαν μεταδοτική ασθένεια. Όλα τα άντεχε ο Μπότης μα όχι την ταπείνωση. Εκείνη που την είχε γευτεί πριν καιρό.
Ναι. Ήταν ακόμη ένας παραπεταμένος και φτωχός. Σαν σκουπίδι και όλο αυτό του άφησε κάποια μελαγχολία. Τότε τον χαιρέτησα και του υποσχέθηκα αν μπορούσα να τον βοηθήσω σε κάτι μα με τρόμαζε. . Μα ήταν όπως κατάλαβα ένας απομονωμένος άρρωστος. Ο Μπότης ήθελε να πάρει το αίμα του πίσω από τον γαμπρό και την θετή του κόρη, μα δεν είχε την δύναμη. Μα και ούτε ποθούσε να τους πληγώσει. Είχε όμως πάνω του ένα διαβολικό ένστικτο να ανακαλύπτει τα ευαίσθητα σημεία του άλλου. Αφού κατάφερνε να λέει πάντα πράγματα που πληγώνουν βαθιά τον άλλον γιατί ήταν αληθινά. Τώρα δεν έκανε τίποτε απ’ όλα όσα είχε σκεφτεί. Παρά αναγκάστηκε να αποσυρθεί από το περιθώριο της ζωής σαν να φοβόταν τους ανθρώπους. Μπήκε στην παράγκα του και σκέφτηκε συνειδητά μόνος. Και τι δεν θα έδινα να ήμουν πάλι όπως παλιά είπε. Γιατί είναι φρικτό να νοιώθω έτσι μόνος. Μα δεν άκουγε ούτε την βραχνή φωνή του.»
Τότε είδε πως νύχτωσε απότομα μπροστά του, και δεν έβλεπε ούτε την μούρη του. Και πως άρχισαν να προσγειώνονται δίπλα του σαν αλεξιπτωτιστές διάφορες νυχτερίδες πάνω στην παράγκα του και τρόμαξε. Μπήκε κούτσα – κούτσα βιαστικά μέσα γιατί τον πήρε η νύχτα. Τότε φοβήθηκε, μην του κλέψουν την ψυχή.
