Μαμά…θα πάνε και στο Κίεβο τα χελιδόνια; (Γράφει η Μαρούλα Βέργου Γκαμπέση)

Νύχτα Μαρτιάτικη, με τα κρύα της, τα χιόνια, το δυνατό βοριά!

Η μητέρα σκεπάζει καλά τον Ορέστη, του δίνει το φιλί της και τον καληνυχτίζει…

Ο μικρός όμως δε νυστάζει ακόμη, θέλει κουβέντα. Την ρωτάει…

-μαμά, πότε θα έρθουνε τα χελιδόνια; Βαρέθηκα να περιμένω, θέλω να βγάλω το μάρτη να τον αφήσω σε ένα κλαδάκι, να τον πάρουνε… πότε θάρθουν;….

-καλό μου, δεν βλέπεις που ο Μάρτης, ο γδάρτης είναι εδώ, και κάνει ακόμα τα κουμάντα του; Κάνε λίγο υπομονή, όπου νάναι θάρθουνε τα χελιδονάκια, μπορεί και τώρα που μιλούμε γι αυτά να αποφασίζουν το μεγάλο τους ταξίδι, να πετάξουνε πάνω από τη Μεσόγειο, αφήνοντας τα αφρικάνικα μέρη, ακολουθώντας τα δικά τους αέρινα μονοπάτια, που θα τα φέρουνε ως εδώ…

-μαμά, τόσα παιδιά που θα αφήσουνε τους μάρτες τους, θα φτάσουνε για να στρώσουνε τις φωλίτσες τους;

– έννοια σου… θα τα καταφέρουνε, θα βρούνε όσα χρειάζονται και θα κουβαλήσουν με τα ράμφη τους λάσπη, για επιδιορθώσουν τις φωλιές τους.

-μαμά… θα πάνε και στο Κίεβο; Θα κάνουν εκεί φωλιές;

-με ξάφνιασες αγόρι μου…, έχεις δίκιο να το σκέφτεσαι, αλλά όπως είδες και συ στην τηλεόραση, γίνανε πολλές καταστροφές. Η μαυρίλα από τον καπνό σκέπασε τον ουρανό.΄Όταν φεύγουν οι άνθρωποι, φεύγουν και τα πουλιά και τα ζώα… βέβαια μένουν εκείνοι που αντιστέκονται… δεν το βάζουν κάτω…”

Ο Ορέστης τότε ζητάει να του δείξει η μαμά που ακριβώς βρίσκεται η χώρα που υποφέρει.

Η μαμά του βρίσκει το χάρτη μέσα από την οθόνη του λάπτοπ και δείχνει στο γιο της όλη την μαχόμενη περιοχή της Ουκρανίας, καθώς και τις μεγάλες πολιτείες της.

– Κοίτα πόσο μεγάλες περιοχές παράγουνε σιτάρι…  Φέτος όμως δεν θα γίνει αυτό…Να εδώ είναι όλες αυτές οι πόλεις που δέχτηκαν από τους εισβολείς φωτιά και σίδερο. Λίγο καιρό πριν ήταν ακόμη στα σπίτια τους. Τώρα μαζεύονται στα καταφύγια… για δες, εδώ είναι η Οδησσός, λίγο πιο πέρα και πιο βόρεια η Χερσώνα και το Κίεβο, το Χάρκοβο, και πιο ανατολικά η Μαριούπολη με πολλούς κατοίκους, από πάππο προς πάππο ελληνικής καταγωγής. Γίνανε πρόσφυγες και καταφεύγουνε στους συγγενεις τους που ζούν στην Ελλάδα.

-μαμά, ποια είναι η Αζοφική θάλασσα;

-να εδώ ψηλά, είναι μέρος της Μαύρης Θάλασσας- «Καρά Ντενίζ» την λένε αλλιώς. Βλέπεις πόσο μεγάλη είναι αυτή η κλειστή θάλασσα με τα ξακουστά της λιμάνια; Κι εδώ βρίσκεται και η χερσόνησος της Κριμαίας και η θάλασσα του Αζόφ… αχ τι μου θύμισες αγόρι μου…

-Τι μαμά;

-Να όταν ήμουν ακόμα μαθήτρια στο Λύκειο είχα διαβάσει πως ο ΄Ομηρος που ήταν «ο πρώτος πολεμικός ανταποκριτής» ανέφερε το εξής γι αυτή την περιοχή…

-είμαι  περίεργος να το ακούσω… για πες μου μαμά…

-Να είχα διαβάσει πως στα χρόνια του Τρωϊκού πολέμου όταν ο Αχιλλέας τρυπήθηκε στην φτέρνα του από το φαρμακερό βέλος του Πάρη, κι έπαψε να ανασαίνει, μαθαίνοντάς το η μάνα του η Θέτιδα, έφτασε ως εκεί κι αφού τον έκλαψε γοερά, τον αποχαιρέτησε μαζί με τους Δαναούς που θρηνούσαν τον θάνατό του… Και τότε , σαν Θεά που ήταν η μάνα του, τύλιξε την ψυχή του γιού της σε ένα κατάλευκο υφασμάτινο σπάργανο, τόβαλε στον κόρφο της και πέταξε μέχρι τη χερσόνησο της Κριμαίας, όπου την άφησε εκεί για πάντα… Σκέψου καλέ μου Ορέστη, πόσα χρόνια πριν μας μιλά από την «Ιλιάδα» του ο ΄Ομηρος. Σ΄αυτά τα μέρη της Μαύρης Θάλασσας, ζήσανε και ζούνε επι αιώνες ΄Ελληνες… Η Μαριούπολη και η Οδησσός κυρίως είχαν πολλούς κατοίκους με ελληνική καταγωγή…

– Γιατί μαμά γίνονται οι πόλεμοι;

– για τον εγωϊσμό γίνονται, την ψωροϋπερηφάνεια και την αλαζονεία, από τους ισχυρούς, γιατί θέλουνε όλο και πιο πολλά μέρη για τα εδάφη τους. Τη μια θέλουν ουράνιο, την άλλη πετρέλαιο ή φυσικό αέριο, ή κάτι άλλο που θεωρείται σπάνιο, μοναδικό, πολύτιμο, κι έτσι στήνουν τα πολεμικά τους σενάρια, ασκώντας βία, για να πάρουν αυτό που επιδιώκουν.

-και πότε μαμά θα γίνει ειρήνη; Θα γυρίσουν οι πρόσφυγες ξανά εκεί στον τόπο τους;

Η μάνα αναστέναξε λέγοντας…

-Είμαι και γω παιδί μου απόγονος Μικρασιατών – σου τάχω πει κι άλλες φορές…

΄Εχουν περάσει εκατό χρόνια από το 1922 που οι δικοί μας αφήνανε τα μέρη μας, για να φτάσουνε στην Ελλάδα. Αυτό το χρόνο ετοιμάζουμε πολλές εκδηλώσεις με τον σύλλογό μας, κι εγώ από τη μεριά μου θα διαβάσω σε μια από αυτές κάποιες σελίδες από το βιβλίο της Διδώς Σωτηρίου «Ματωμένα χώματα». Η ζωή των ανθρώπων που χάνουνε τις πατρίδες τους συνεχίζεται σε άλλους τόπους όπως καταλαβαίνουμε όλοι. Αλλά… και πάλι προκόβουνε όπως το δείχνει ο χρόνος…

Αν δεν νύσταξες, τι λες, θές να σου διαβάσω κάτι;

Ο Ορέστης… άλλο δεν άκουγε, μισόκλεισε τα ματάκια του, σε λίγο τον πήρε ο ύπνος… την ώρα που η μαμά του έψαχνε το κείμενο που της είχε ανατεθεί…

Το επόμενο πρωϊνό, την ώρα που ο εφτάχρονος Ορέστης έφευγε από το σπίτι, έριξε μια ματιά, στη χελιδονοφωλιά… που απείχε λίγο από το περβάζι του διαμερίσματός τους σιγοτραγουδώντας ένα στιχάκι που τούμαθε η γιαγιά του…

«Το γύρισμά σου καρτερώ γλυκό μου χελιδόνι»…

Προηγούμενο Άρθρο

2 Απριλίου: Παγκόσμια Ημέρα Αυτισμού. Μήνυμα της Αντιπεριφερειάρχη Καστοριάς Δ. Κοζατσάνη

Επόμενο Άρθρο

Πρόσκληση του Συλλόγου “ΣΜΙΞΗ” σε εκλογές

Τελευταία από ΑΠΟΨΕΙΣ