fonikastorias.gr: Αφιερωμένο για τη γιορτή της Γυναίκας σε όλες τις δυνατές γυναίκες: Ρίτσα… η «βερβερίτσα» (Γράφει η Μαρούλα Βέργου Γκαμπέση)

Πα να πεί ένα σκιουράκι που ανεβοκατεβαίνει στα ψηλά δέντρα και πετά από το ένα κλαδί στο άλλο, στο πι και φι…

1956-58

Σε χρόνια παιδικά, σε χρόνια όπου υπήρχε πίκρα, πένθος και ανέχεια στην πονεμένη πατρίδα μας, βρεθήκαμε με τη Ρίτσα στις τάξεις του τρίτου δημοτικού σχολείου, καθισμένα – αγόρια και κορίτσια – στα σκούρα σαρακοφαγωμένα θρανία, μαθαίνοντας ανάγνωση του τύπου «έλα Νίνα», «΄Ελλη πάρε ένα μήλο» κτλ. Ακολουθούσε σε μεγαλύτερες τάξεις η γεωγραφία, τα μαθηματικά, η ιστορία, η γραμματική, τα θρησκευτικά, μαθαίνοντας για τις μέρες των παχέων και των ισχνών αγελάδων, τις ακρίδες που πέφτανε σμήνη – σμήνη στα σπαρτά της Αιγυπτιακής γης και της χώρας των Φαραώ, μαζί με τον κόσμο που λιμοκτονούσε.

Τέλος της δεκαετίας του 50.

Στα διαλείμματα πίναμε το (από σκόνη) γάλα, μέσα στα αλουμινένια κύπελλα που φέρναμε καθημερινά από το σπίτι, συνδυαζόμενο με ένα μεγάλο κομμάτι κίτρινο αγελαδινό τυρί, σε εποχές 1956-58, όπως ταϊζονταν όλα τα παιδιά εκείνα των χωρών της πληγωμένης και κατεστραμμένης Ευρώπης, έπειτα από τα δεινά του β΄παγκοσμίου πολέμου.

Κάπως έτσι περνούσαν οι μέρες καθώς φεύγαμε από το σπίτι για το σχολείο κουβαλώντας ένα κούτσουρο για να «ταϊσουμε» την σόμπα της παγωμένης σχολικής τάξης, μένοντας με τα παλτουδάκια μας, όσο κρατούσε ο χρόνος απ΄ το πρωϊ ως το μεσημέρι που χτυπούσε το τελευταίο κουδούνι.

Σε κάθε τάξη συμβαίνει να ξεχωρίζουνε κάποια παιδιά που εντυπωσιάζουν τους εκπαιδευτικούς, άλλοτε για τη ζωηράδα κι άλλοτε για την επιμέλειά τους. Ο Αδιάφορος Τάκης, η Φρειδερίκη αστέρι σε όλα, η Τούλα φιλική πάντα μ΄ όλους μας, η κόρη του Φούρναρη, ο Ντούλης άφταστος στη χειροτεχνία, που κατέπληξε μικρούς και μεγάλους φτιάχνοντας με κόντρα πλακέ τον πύργο του ΄Αϊφελ. Μαζί του ανταλλάξαμε πολλά κλασσικά εικονογραφημένα, και με τις καταπληκτικές ιστορίες του Κλάρκ Κέντ- «σούπερμαν».

Ανάμεσά μας και η Ρίτσα, το σκιουράκι της τάξης, ευκίνητο, έξυπνο, ζωηρό, στριφογύριζε πάντα ολόγυρά μας με μακριά αλογοουρά, αδύνατα ποδαράκια, μάτια ολάνοιχτα, σίγουρα καστανά, που σπίθες έβγαζαν από τότε…

Κι από τότε περάσανε 6 δεκαετίες και δεν ξαναβρεθήκαμε, έως ότου κι όπως λέμε κάτω από τις κατάλληλες συγκυρίες, νάσου χτυπάει το τηλέφωνο και μιλούμε με τη Ρίτσα ύστερα από χρόνια και ζαμάνια…την συμμαθήτρια των παιδικών χρόνων…

΄Όλα αυτά τα απρόοπτα καλέσματα, μέσω Ο.Τ.Ε. φέρνουνε χαρά, συγκίνηση, ένα τρεμούλιασμα, καθώς περιμέναμε πως και πως την ώρα να βρεθούμε, να ξεδιπλώσουμε πολλά, νοσταλγικά λευκώματα που χάραξαν την ζωή των άγνωστων εξήντα χρόνων, για τη μια και για την άλλη.

Το τι έχει να πει κανείς μοιάζει με ένα άυλο βιβλίο, γεμάτο άϋλες εικόνες, απ΄ όπου πρέπει να ξεχωρίσεις τα βασικότερα γεγονότα που καθορίζουνε τις ζωές μας.

΄Ετσι η Ρίτσα, μένοντας ορφανή, χάνοντας τη μαμά της, έζησε με θλίψη την περίοδο αυτή, έχοντας την μεγαλύτερη αδελφή της να την φροντίζει στοργικά. Θάταν δε θάταν 16 χρονών, όταν βρήκε την τύχη της, βρίσκοντας τον πρίγκηπά της κι αποκτώντας τα δύο τους αγόρια, εργαζόμενη παράλληλα, μαθαίνοντας να ράβει τα αποκόμματα της γούνας, σε μια περίοδο που σαν μελισσολόϊ έμοιαζε η πόλη, «προκαλώντας» με τα καλά μεροκάματα τα παιδιά των γειτονικών χωριών κι όχι μόνο. Η «μελισσούλα» δούλευε με το ρυθμό της, έως ότου ήλθε η ώρα και αποφάσισαν να μετακινηθούν με τα υπάρχοντά τους και να εγκατασταθούν στην ήδη πυκνοκατοικημένη Αθήνα. Εκεί έστησαν το κατάστημά τους, σε ένα τόπο όπου η μεγαλοαστική τάξη των άνετων κυριών, και η μεσαία – ολίγον κατ΄ ολίγον – αναζητούσε τα όμορφα καλοραμμένα γουναρικά παλτά, τις ζακέτες, τις ετόλ.

΄Ετσι σιγά – σιγά και σταθερά η Ρίτσα κι ο άνδρας της απέκτησαν μια αξιόλογη πελατεία, που προώθησε της δουλειά τους και τα εξαιρετικά κομψοτεχνήματά τους στους κύκλους της Αθηναϊκής κοινωνίας και ιδιαίτερα στον καλλιτεχνικό κόσμο του θεάτρου, του κινηματογράφου του τραγουδιού.

Σεπτέμβρης … 2020

΄Ένα κυριακάτικο μεσημέρι βρεθήκαμε στο σπίτι της, στην εξοχή της Καστοριανής γης, μεταξύ φίλων και είδα μια φιλόξενη κυρία, που κινούνταν σαν ελαφίνα, τρέχοντας να δει – αν ψήθηκε το φαγητό, φτάνοντας ως τον λουλουδιασμένο κήπο, όπου καθόμασταν κουβεντιάζοντας τα παλιά, τα τυχαία, τα σοβαρά, μια μέρα με ήλιο, απολαμβάνοντας τον Σεπτέμβρη που χάριζε απλόχερα ότι είχε και δεν είχε ως απόθεμα από τον ζωοδότη ήλιο, από παρέα, μπάνιο, καλό νοικοκυρεμένο φαγητό, απολαμβάνοντάς τα όπως τα μικρά παιδιά που δέχονται αναπάντεχα δώρα και δεν το κρύβουν.

Μια φωτογραφία με την Αλίκη Βουγιουκλάκη στόλιζε το καθημερινό του σπιτιού της, και η Ρίτσα εξακολουθεί να βρίσκεται στον αγώνα, παρά τα δύσκολα, βρίσκοντας πάντα τρόπους να μένει μία έμπορος δυναμική, ένα πλάσμα γεμάτο ενέργεια, που με το προσωπικό αγώνα, την επιμονή να τινάξει από πάνω του τη σκόνη της μίζερης παιδικής ζωής, έδωσε τη μάχη, κλώτσησε τους δράκους και τα ερπετά που πάντοτε υπάρχουν στη ζωή του καθενός μας.

Ρίτσα σ΄ ευχαριστούμε, που μας φίλεψες, μας δέχτηκες στο σπίτι σου, παραμένοντας φιλική, ζωντανή, δραστήρια.

Βρεθήκαμε σε ώρες που ξαναθυμηθήκαμε τα παλιά, το πώς ξεκινήσαμε μέσω του σχολείου «το ταξίδι για την Ιθάκη» και τάπαμε σαν παλιές φιλενάδες – πάλι καλά που δεν βρεθήκαμε σε κανένα τηλεοπτικό κανάλι, αναζητώντας η μια την άλλη, να γίνει το σώσαι… ανοίγοντας κουτιά με στολισμένες κορδέλες, με ειδικά κλειδιά και χύνοντας ένα σωρό δάκρυα… ευτυχώς που ξεφύγαμε από τις στημένες παγίδες…

Η ζωή θέλει αγώνα, επιμονή, προσπάθεια και η Ρίτσα είχε την πίστη πως μπορούσε να κατορθώσει τα αδύνατα και να γίνουν δυνατά, νάχει φτερά να πετάξει, να δει αλλιώς της ζωή της.

Με όλη την αγάπη που υπήρχε παιδιόθεν…

Προηγούμενο Άρθρο

Συνελήφθησαν τρία άτομα σε περιοχές της Φλώρινας και της Κοζάνης για κατοχή ναρκωτικών ουσιών, σε δύο διαφορετικές περιπτώσεις

Επόμενο Άρθρο

Η Αλεξανδρούπολη πιό έξυπνη πόλη στην Ελλάδα το 2020 – Το κλειδί της επιτυχίας

Τελευταία από ΑΠΟΨΕΙΣ