΄Υπνος δεν την έπιακεν την Θεοδότα , κι όλη τη νύχτα στριφογύριζε σαν σβούρα στο ντιβάνι του χειμωνιάτικου, κι από την ανυπομονησία ούτε που χόρτασε τον «γκαβουνούμη» μένοντας αρκετή ώρα άϋπνη , με το να σκέφτεται την επόμενη μέρα…
Η δεκαοχτάχρονη κοπέλα είχε τους λόγους της, κι η χαρά της δεν κρύβονταν, ειδικά τις τελευταίες μέρες πριν τον Κλήδωνα και το τέλος της σχολικής χρονιάς. Στον κήπο τους γίνηκαν οι απαραίτητες φροντίδες, τον εμπρέπεισαν κι ήταν έτοιμος να φιλοξενήσει τα ελεύθερα κορίτσια για να τιμήσουνε την πανάρχαια γιορτή που συνέπιπτε με τη γιορτή του ΄Αη Γιάννη του Βαπτιστή.
Από το προηγούμενο σούρουπο κιόλας ξαναβγήκε, μάζεψε τα τελευταία μαραμένα στις γλάστρες λουλούδια, τα πότισε, φουκάλισε ελαφρά την αυλή , κι ολόγυρα από το δενδράκι του Κλήδωνα που είχε στηθεί το κλαδί του σ΄ ένα τρανό τενεκέ με μπόλικο φρέσκο χώμα, ώστε να στέκει ορθό.
Μάνα και κόρη ανασκουμπώθηκαν, να κάνει η κάθε μια τα πρέποντα. Η κυρά Θωμαή τοίμασεν ζυμάρι για δυο πίτες από τη χαραή, ενώ από βραδύς είχεν τοιμάσει τη γέμιση, μια αλμυρή με αυγά και τυρί και άλλη μια γλυκειά με ρύζι αυγά και ζάχαρη, με τα βούτερά τους. Με τόσες τσιούπες απ΄ τη γειτονιά , με αξαδέρφες και φιλενάδες έπρεπεν να τα βγάλουν όσο γένονταν καλύτερα.
Η θειά τους η ΄Ολγα τους τοίμασεν ραησκόφη- καστοριανό ρεβανί ευρωπαϊκού τύπου… μπουκιά και συγχώριο… ΄Ηταν και το κερασάτο τους φτιαγμένο από καμμιά βδομάδα πριν, είχαν κι ένα – δύο φυλαγμένα σουτζούκια, είχαν μπιμπλιά και φυστίκια, έκαμαν κι έναν χαλβά σιμιγδαλένιο.
Καλοκαίρι του 1940… με τον ήλιο του και τη ζεστασιά του που απλώνονταν στη γη, και η γη χαίρονταν, και οι ανθρώποι ακόμη παραπάνω, ζώντας με τα καθημερινά αγαθά – στο μέτρο πάντα- και την καλή καρδιά, δίνοντας στο μικρό τους κόσμο την αξία που του έπρεπε…
Στη γειτονιά του βουνού βρίσκονταν το σπιτικό τους, σιμά στο σπιτικό του κυρ Αθανάσιου Ζωγράφου.΄Ενας κατήφορος μεσολαβούσε ανάμεσα στις εκκλησιές των Αγίων Αναργύρων και του Αγίου Στεφάνου όπου έμεναν οι φαμελιάτες της.
Πρωϊνό της γιορτής του Κλήδωνα… Νίφτηκε, χτένισε τα μαλλιά, έριξε μια ζακέτα στους ώμους και έπιασε το γκιούμι για να κατηφορίσει αμέσως ως τη μεριά της αυγατής του Βουρντούχα να φέρει το αμίλητο νερό. Την είδε η μάνα της, την σταύρωσε, η κόρη άνοιξε την πόρτα κι η μάνα ξαναμπήκε στο χαγιάτι να ρίξει μια ματιά στο σάτσι και ήδη η μυρωδιά της μισοψημένης πίτας μοσχοβολούσε ολόγυρα.
Η Θεοδότα πήρε τον κατήφορο περνώντας μπροστά από το αρχοντικό των Γκιμουρτζινάδων, φτάνοντας ως το στενό σοκάκι ανάμεσα στα αρχοντικά Μαντζούρα και Τσιατσιαπά και διαβαίνοντας τα δεκατρία λευκάδια, αραδιασμένα στη σειρά, έφθασε κοντά στην όχθη της λίμνης όπου βρίσκονταν αραγμένα τα καράβια των γειτόνων.
΄Ησυχο πρωϊνό, φύλλο δεν κουνιούνταν κι η κοπέλα έφτασε ως το γεφύρι, έσκυψε , πήρε νερό, γέμισε το γκιούμι και πήρε το δρόμο της επιστροφής.΄Εβαλε με το νου της βέβαια πως δεν έπρεπε να μιλήσει σε κανέναν ωσότου φτάσει στο σπίτι της. Πίσω από μια βατσινιά… την παρακολουθούσαν τ΄ αγόρια της γειτονιάς , με τα ξυπόλητα πόδια , τις κλέτσκιες τους, τα κοντά παντελονάκια και τη ζωηράδα τους. ΄Εβαλαν τις φωνές τότε, την τρόμαξαν, την ξάφνιασαν κι έβγαλεν αθέλητα κάπως μια φωνίτσα κι όπως ήταν επόμενο το «αμίλητο νερό» γίνηκε μιλημένο και ακατάλληλο για την περίσταση. ΄Εκανε και δεύτερη και τρίτη προσπάθεια, διατηρώντας εν μέρει την ψυχραιμία της, αλλά τα αμπίραβα της γειτονιάς διόλου δεν χαμπέριζαν, έσκαναν στα γέλια, την έβγαναν τη γλώσσα, γελούσαν και κορόϊδευαν…
Σαν άλλαζε δρόμο εκείνη, αυτά ήταν πάντοτε μπρος της να ματαιώσουν τα σχέδιά της, να της πάρουνε μια μιλιά, ένα αχ ας πούμε… ΄Όχι πως δεν το περίμενε , τόχε ξαναπάθει μικρότερη, μα σήμερα το παράκαναν τα παλιόπαιδα κι ένιωθε αποκαμωμένη από την αϋπνία και τα χουσμέτια της προετοιμασίας.
Κάθησε στην άκρη της λίμνης, γιόμισε ξανά το γκιούμι,έμεινε ν΄ αρμενίζει με τη σκέψη της στ΄ ανοιχτά, να κοιτάει προς τα καταπράσινα βουνά, τις πλαγιές, τ΄ αγριοπούλια και τους πρώτους ψαράδες που έριχναν τα δίχτυα… Καμπάνα ακούστηκεν, γιόρταζε ο ΄Αγιος, είχαν τοιμάσει λειτουργιά για τη χάρη Του.
΄Εριξε μια ματιά ξανά κατά τα δεκατρία λευκάδια, διέκρινε μέσα στις βατσινιές τις παιδικές φιγούρες που την καρτερούσαν, να την παιδέψουνε εκ νέου… Ζύγισε τις πεσμένες δυνάμεις της, βρήκε το κουράγιο, έφραξε τ΄ αυτιά της, κι έβαλε τις κουσιάτες περνώντας από τη μικρή εκκλησιά των Εισοδίων της Παναγιάς και μάνι μάνι πήρε το μονοπάτι και τον ανήφορο. Σαν κυνηγημένη ένιωθεν κι έψαχνε τρόπο να γλυτώσει από τα ουρσούσικα τα παιδόπλα που την είχαν βάλει στόχο. ΄Επρεπεν πάση θυσία να φέρει τ΄ αμίλητο νερό , ειδ΄ άλλως ούτε γιορτή , ούτε τραγούδι θα ακούγονταν στον κήπο.
Γλύτωσεν σκέφτονταν κι έφθασε λαχανιασμένη ως το αρχοντικό του Χριστόπουλου, ακούγοντας ωστόσο πίσω της τα τρεχαλητά και τις θριαμβευτικές ιαχές τους. Η μικρή συμμορία σίμωσε ξανά να της χαλάσει τα σχέδια. Μια κουφωτή πόρτα βρέθηκε μπρος της, στάθηκε , κρύφτηκε όσο γίνονταν με την ελπίδα πως θα ξέφευγε από τα αποζαρινά ζαγάρια…
Πες τυχαία, πες από σύμπτωση η πόρτα τότε άνοιξε και η ηλικιωμένη γυναίκα του σπιτιού σαν την είδε με το γκιούμι… «κατάλαβε» και με νόημα την πήρε πιο μέσα, γιατί τα παιδιά είχαν κιόλας φτάσει . ΄Εβαλε τότε δυνατή φωνή…
-Μανιέ έλα γλήγουρα!!! Και ο Μανιός σαν αστραπή έφτακεν και φαίνεται πως κι αυτός «κατάλαβεν», αυτό που κατάλαβεν κι η μάνα του. ΄Εβγαλε τότε μια μαχαιρουμένη φουνή, σιάστησαν τα παιδόπλα κι όπου φύγει φύγει…
Η αμίλητη Θεοδότα , είχε βρεί για λίγο, μια γωνίτσα προστασίας. Δίχως ν΄ανταλάξει μαζί της καμμιά κουβέντα, την πήγεν ως την εκκλησιά…κι από κει με βήμα πιο βιαστικό εκείνη ανέβηκε με ασφάλεια στο γνώριμο κομμάτι της γειτονιάς μπαίνοντας στο σοκάκι του σπιτιού της. Με το βλέμμα της τον ευχαρίστησε … και κείνος με την ματιά του την χαιρέτησε…
Τι να ειπεί κανείς τώρα;… μέρα του Κλήδωνα να γένουνται αυτά!…
Η μάνα της την περίμενε στον κήπο, ώσπου άφκεν το γκιούμι καταής, κι ώσπου να πιεί απ΄ τη στάμνα μπόλικο νερό να ξεδιψάσει…
-΄Αργησες , την είπε….
Και τότε την παράδειξε τι έπαθε με τα αποζαρινά παιδιά, αλλά δεν πρόφτασε να την ειπεί τίποτα για το συμβάν στην πόρτα. Εξ άλλου βάρεσεν το τσιουκαλίδι και φάνηκαν οι πρώτες γειτονοπούλες, Θεοδώρα και Καλλιρόη, οι τέσσερις αδελφές Ζωγράφου κι η Ιφιγένεια επικεφαλής, οι αδελφές Αριάδνη και Φιλαρέτη, απ΄ το σόϊ της μάνας της και οι δευτεροξαδέρφες Ισμήνη και Γαλάτεια, απ΄ το σόϊ του πατέρα της. Στην όμορφη νεανική συντροφιά προστέθηκαν οι συμμαθήτριες της Θεοδότας, Μπουνίκα, Γκίτα, Λίνα, τα γυμνασιοκόριτσα, το ξεχωριστό μπουκέτο στο αντάμωμα των κορασίων και υποψηφίων δεσποινίδων… από τα πρώτα σχεδόν κορίτσια που φοίτησαν στο γυμνάσιο Καστοριάς που λειτουργούσε ήδη από το 1914. Μαζί με τις μικρότερες αδελφές της Θεοδότας, Λευκοθέα και Αφροδίτη γίνηκαν δεκαπέντε και ο κήπος γέμισεν απ΄ αγκαλιές, χαμόγελα, γέλια, ζωηράδα κι αμαρφάδα τη μέρα του Κλήδωνα. Κι ως ότου έλθει η ώρα για το τραπέζωμα , είπαν κι είπαν κι είπαν άσουτα πράματα…
Μεσημέριασε… και κάτω από τη σκιερή συκιά, στρώθηκε το γιορτινό τραπέζι… κι ολόγυρά του κάθονταν τα επίσημα νεανικά πρόσωπα, δίχως τους αυστηρούς κανόνες των μεγάλων, αλλά κάθονταν και μοιράζονταν τα νέα τους ή και τα μυστικά τους, που με την αθωώτητα εύκολα ξεφεύγουνε απ΄ τα χείλη, να φθάσουν σε συνομίληκες καρδιές, που καταλαβαίνουνε η μια την άλλη…
Τα προξενιά δίνανε και παίρνανε, οι προξενήτρες και οι προξενητάδες που θολώνανε τα νερά, είχαν σοβαρό μερίδιο στην τύχη και τις αποφάσεις των νέων, αφού και για τον «γκαβό τον στούρκο» έβρισκαν ταίρι…
Και πες πες πες κι ενώ τα τζιτζίκια μέσα από τα φύλλα της συκιάς συνέχιζαν το τραγούδι , σηκώθηκαν τα κοριτσόπουλα μετά το ωραίο γεύμα με τα καλά του Αβραάμ και του Ισαάκ, να τραγουδήσουνε και να πιάσουνε το χορό…
«Στολίζουμε τον Κλήδωνα
και τώρα και του χρόνου
κατμαρί και καριοφύλλι
στην κορφή απ΄ το γιουφύρι
κι όπου πέσει κι όπου λάχει
τα καλά του Δράσκα νάχει…»
Χόρεψάνε γύρω απ΄ το δεντράκι , το στολισμένο με τα φρούτα της εποχής, από καϊσια, κεράσια, ρύκια έως και κανά δυο φράουλες, τραγουδώντας, τη Νέτα του Φασούλα, την Πηνελόπη Καρανά, την Ανθηνά, την Εβραιοπούλα, τ΄ άσπρο τριαντάφυλλο, τη Σαμιώτισα και την Ροδοδάχτυλο αυγή, φερμένα από τα αιγαιοπελαγίτικα ακρογιάλια…
Κι ήρθε η ώρα των χρησμών που είχαν τοιμάσει οι καλεσμένες σε χαρτάκια γραμμένες να διαβαστούν μετά το φαγοπότι και τον χορό. Βγάλανε όλες τα βραχιολάκια τους, τα σκουλαρίκια, τα περιδέραια, τα δαχτυλίδια, ρίχνοντάς τα σε ένα βαθύ σκεύος γεμάτο με το αμίλητο το βουβό νερό.
Περίμεναν «ότι τους λάχει» , όπως έλεγε και το τραγούδι κι όταν ήλθε η ώρα άκουγαν από την Καλλιρόη τους χρησμούς έναν έναν και ποιο μάντεμα περιείχαν με λόγια αστεία και στίχους ευχάριστους καθημερινή κουβέντα- όταν ακούγεται κάτι υπερβολικό- να συμφωνούν οι πάντες πως «αυτά τα λεν στον Κλήδωνα». Η Θεοδότα άκουγε τον δικό της χρησμό, αυτό το στιχάκι της έτυχε που το συνδύασε με τα πρωϊνά γεγονότα…
«Το καραβάκι το μικρό
θα βγω να τ΄ αρματώσω
για νά βγω στον περίπατο
μήπως και σ΄ ανταμώσω…»
(βαρκάρης, σκέφτηκε, ψαράς, γουναράς κι απόφοιτος γυμνασίου)
Ο Κλήδωνας της χάριζε ένα σημαντικό μήνυμα εκείνο το αξέχαστο καλοκαίρι του 1940…
Τα επόμενα καλοκαίρια του 41,42,43,44,45 ως το τέλος του εμφυλίου η γιορτή «έσβησε» ξεχάστηκε ολότελα…Τα τύμπανα του φασισμού κι ο αδελφοκτόνος σπαραγμός, αλλάξανε τη μοίρα του κόσμου μας,… βαρύ πένθος έπεσε απ΄ άκρη σ΄ άκρη της πατρίδας μας…
Μα οι άνθρωποι έχουν πάντα κουράγιο, την παρηγοριά και την ελπίδα πλάϊ τους… ξαναχτίσανε απ΄ την αρχή ότι γκρεμίστηκε, βρήκανε τρόπους να επιβιώσουν, μετανάστευσαν φεύγοντας σε μέρη μακρινά.
Οι συμμαθήτριες της Θεοδότας μέσω των προξενιών, βρήκαν την τύχη τους, νοικοκυρεύτηκαν όπως και κείνη, όπως τόσα και τόσα κορίτσια του μεσοπολέμου.
Στα 74 της χρόνια, στα 1996, ξανασυνάντησε ύστερα από μισό και πλέον αιώνα, την Γκίτα, την Λίνα, την Μπουνίκα Μπέρργ, που επιβίωσαν στα τραγικά χρόνια μέσα στα στρατόπεδα του θανάτου, μα σαν νέα πλάσματα αντέξανε και επιστρέψανε ζωντανές. Μετά 56 χρόνια επιστρέψανε στη γενέθλια πόλη για ένα σύντομο προσκύνημα, όταν αποφασίστηκε από τον Δήμο Καστοριάς, να υπάρχει ένα μνημείο στη θύμηση των συμπολιτών Καστοριανών της εβραϊκής κοινότητας.
Ο 20ος αιώνας έφερε πολλές ανατροπές και μέσα στη θύελλα του μίσους ο Κλήδωνας μη μπορώντας ν΄ αντέξει άλλο και να ανταποκριθεί στο παλιό κόσμο που έφευγε… γίνηκε μια ακόμη ανάμνηση, ενώ η ζωή προχωρούσε αλλιώς. Απέμεινε μονάχα ένα λεπτό άρωμα από την θύμησή του, σε όλα εκείνα τα κορίτσια της προπολεμικής περιόδου που περάσανε μέσα από τον αυστηρό τρόπο ζωής και προλάβανε να τον γιορτάσουνε… έστω και μια φορά… κουβαλώντας το αμίλητο , το βουβό νερό, κάνοντας όνειρα για το μελλοντικό τους ταίρι την 24η Ιουνίου, του Κλήδωνα και του ΄Αη Γιάννη του Βαπτιστή.
Μαρούλα Βέργου Γκαμπέση
