Βόλτα με το καραβάκι (Γράφει η Μαρούλα Βέργου Γκαμπέση)

Στις 18/8/25, κι έτσι βρεθήκαμε, εκεί, οι απόδημοι Καστοριανοί της Νέας Υόρκης, κι όσοι γηγενείς από εμάς που τους ακολουθήσαμε, σε στιγμές που ο ήλιος βασίλευε, κι ερχόταν το δροσερό σούρουπο.

Καθώς η νύχτα έφτανε, ανάψανε και τα φώτα της πόλης, των οικισμών, και των παραλίμνιων χωριών μας, οπότε εκείνη έδειχνε το βραδινό της πρόσωπο, κι όλα τα φωτεινά σημαδάκια, της δίνανε μια εικόνα μυστηρίου, με μισοκρυμμένα τα κάλλη της.

Κάναμε με το καραβάκι το γύρο της χερσονήσου, διακρίνοντας το καμπαναριό της Μητρόπολης, τη γέφυρα, τον Ντουλτσό με τα’ αρχοντικά του, τα φωτισμένα μέρη από τις Γκαλιότρυπες, απ’ τη μια πλευρά αυτά, κι έπειτα, να προσπερνούμε από απόσταση, τον λιμναίο οικισμό, το Μαύροβο, κι όλα τα παραλίμνια γραφικά χωριά μας, έως ότου ανταμώσαμε με τη σπηλιά του δράκου κι ύστερα, με την Παναγιά τη Μαυριώτισσα, που μας έστειλε το σιωπηλό της νεύμα περνώντας από την Γκουλουμπίντσα όπου τα χρόνια του Β΄ Παγκοσμίου πολέμου, έφταναν οι καστοριανές οικογένειες να προφυλαχθούν από τους βομβαρδισμούς….

Από μακριά βλέπουμε τη συνοικία Απόζαρι με τα φωτάκια τους, τα φιλόξενα μαγαζιά του, κι όσο πλησιάζουμε προς το λιμανάκι μες στην καλοκαιρινή νύχτα, σηκώσαμε τη ματιά μας, ως τη Ψαλίδα, και το πέτρινο προφίλ του Μέγα Αλέξανδρου…

Ονειρευόμαστε κάποτε, να δούμε εκεί ψηλά τους στίχους του ποιητή που λένε…

«και την κοινήν ελληνική λαλιά, ως μέσα στην Βακτριανή την πήγαμεν ως τους Ινδούς….»

Μέσα σ’ αυτό το σύντομο ταξίδι, χαρήκαμε τα νερά της Ορεστιάδας λίμνης που είχε και το κυματάκι της.

Όσο καθόμασταν στο πλοιάριο γευθήκαμε τα κεραστικά του Δήμου Καστοριάς, και πιάσαμε κουβέντα με τον Γιάννη Αλκιβιάδη και τους δικούς του, που γεννήθηκε το 1950 στην Καστοριά, και εδώ και χρόνια κάτοικος της πολυπληθούς Νέας Υόρκης.

Εδώ είδε το φως της ζωής, σε καιρούς που παρέμεναν τα ερείπια τα οποία προϋπήρχαν από την χαμένα δεκαετία 40-50, σε μια πόλη φοβισμένη, ντυμένη στα πένθη, όπως κι όλη η πατρίδα, καθώς έχανε τα παιδιά της μες στις νίκες και τις συμφορές.

Είναι γνωστό «τοις πάσι», πως αυτό που σώζει τον ελληνικό κόσμο είναι η στοργή κι η αγάπη που σαν άνθος φυτρώνει στις ψυχές, μαζί με το δέσιμο, το μοίρασμα, που φθάνει από το ένα φτωχικό σπίτι σε άλλο φτωχικό σπίτι, κι έρχεται η παρηγοριά, κι η ανάγκη, να ξανακτίσει ο καθένας, το σπιτάκι του, κι ας θρηνούν ακόμη οι Αντιγόνες για τ’ αδέρφια που ζήλεψε ο πάνω, και ο κάτω κόσμος.

Ο Γιάννης έδειχνε από μικρός την ζωηράδα του μεσ’ στο πρώτο δημοτικό σχολείο, έμαθε τα πρώτα γράμματα, μαζί με τους συνομηλίκους του, που μερικούς τους θυμάται καλά!..

Αλέκος, Ναούμ, Λάζαρος, Γρηγόρης, Μάκης, μαζί μ’ ένα τσούρμο κορίτσια, πίνοντας όλα μαζί – το καυτό σε σκόνη – γάλα, και το αγελαδινό τυρί, που έστελναν οι παγκόσμιες ανθρωπιστικές οργανώσεις, μαζί και το ψαρόλαδο.

Εκεί βρήκαν τα παιδιά τον αυστηρό διευθυντή, την αυταρχική Άννα, δασκάλα, και την κυρία Αργυρώ, που τον βάφτισε «ντουβάρι» γιατί; Επειδή έγραφε με το αριστερό.

Αργότερα βρέθηκε στο γυμνάσιο, το νεοκλασικό και μοναδικό στην πολη μας, δίπλα στην Παναγιά την Κουμπελίδικη, την Σκουταριώτισσα, «ασπίδα» της Βυζαντινής περιόδου. Νέοι συμμαθητές ανάμεσα τους ο Παναγιώτης, ο Φίλιππος, ο ξάδερφος ο συνονόματος Γιάννης, που άθελα, του φόρτωνε τις αταξίες του, οι οποίες ήταν και συχνές…

Χρόνια μετανάστευσης … και τα καστοριανά σπίτια στέλνουν κι άλλα νεαρά παιδιά, και οικογενειάρχες. Έτσι ξεπροβόδησε η οικογένεια του Γιάννη τον πατέρα για την Νέα Υόρκη, και τα μικρά μικρομάγαζα του Μανχάταν. Στα 17 του χρόνια, έφτανε η είδηση από την Αμερική, πως τα χαρτιά τους ήταν έτοιμα, γι’ αυτόν και την αδελφή του Βάλερυ, και τη μάνα του.

Έφθασαν εκεί με αεροπλάνο, φορώντας ρούχο πάνω στο ρούχο, πουκάμισο κάτω απ’ το σακάκι και τέλος το παλτό τους, αλλά είχαν την ατυχία να χάσουν τα χαρτιά για τον εμβολιασμό και να ξαναμπούν στον κόπο, βγάζοντας ένα ένα τα στράνια τους. Ο Γιάννης έπαθε πολιτιστικό «σοκ» με το που πάτησε το πόδι του στον νέο κόσμο. Καθημερινά σκεφτόταν τι άφησε, κι ακολουθούσαν τα δάκρυα… έκλαιγε επί ένα εξάμηνο, αλλά τίποτα δεν άλλαζε, η ανάγκη τους βαστούσε εκεί. Μπήκε στη δουλειά, αμειβόμενος με 20 δολάρια την εβδομάδα. Του’ φθαναν αυτά, για τα εισιτήρια κι ένα σάντουιτς, για να τον βαστάει στο πόδι. Σε κάποια φάση διδάσκεται από τον Ζήση τον τρόπο ραψίματος των γουνοφόρων ζώων.

Πέρασε καιρό, άλλαξε αφεντικό – μπόση. Ο Ηλίας του’ δινε 200 δολάρια. Δούλεψε εκεί ένα εξάμηνο, μα ένοιωθε στους ώμους δυνατούς πόνους, και τη σπονδυλική στήλη. Είπε στον πατέρα του, τι του συνέβαινε, και βρέθηκε στο γουναράδικο του Βασίλη, να μαθαίνει την τέχνη των δερμάτων. Η δουλειά είναι πιο άνετη όταν ακούς μουσική, τραγούδια –  σε ρα – σε ρα – και its now or never, κλπ.

Η ζωή συνεχιζόταν με το συνηθισμένο ρυθμό. Τραίνο για τη δουλειά – τραίνο για το σπίτι … ένας ύπνος να τον ξεκουράζει …και πάλι πρωί πρωί, στο τραίνο. Ο Γιάννης ήταν πια εικοσάχρονος, όταν έμαθε πως ο συμπατριώτης Μιχάλης θα επέστρεφε στην Καστοριά οικογενειακώς.

Αγόρασε την επιχείρηση κι έτσι «άνοιξε» η πόρτα της τύχης του, με την προσεγμένη δουλειά, που τον απογείωσε. Εργαζόταν πυρετωδώς, κι οι πρωτοβουλίες του βγήκαν σε καλό, σ’ ένα χώρο, στους τριάντα δρόμους στην Νέα Υόρκη. Ήλθε τότε σε επαφή με εμπόρους της Ιαπωνίας, οι οποίοι χαρίζανε και μαργαριτάρια στην Ρία. Η συνεργασία αυτή κράτησε χρόνια δεκατέσσερα. Υπήρχε κι ο Εγγλέζος, που εμπιστεύονταν τον Γιάννη, για τα άριστα προϊόντα που αγόραζε. Όλο εκείνο το χρονικό διάστημα, ταξίδευε από το Χονγκ Κονγκ, έως τις ευρωπαϊκές χώρες κάνοντας – ας πούμε- το γύρω του κόσμου σε 80 ημέρες σαν τον Φιλέα Φονγκ, ήρωα του Ιούλιου Βέρν… κι η δουλειά να φέρνει δουλειά, και εκείνος να βρίσκεται επί 20 ώρες όρθιος, έχοντας ήδη αποκτήσει την οικογένεια του με τη Ρία Παπάζογλου, και τα τρία παιδιά τους που τώρα έχουν και οκτώ εγγονάκια, μεγάλα πια. Κάπως έτσι συνεχίστηκε η επαγγελματική του πορεία, όταν άρχισε να διαισθάνεται πως ήρθε η ώρα να δραστηριοποιηθεί αλλού. Αποφάσισε τότε να δράσει αλλιώς, συνδέθηκε με αλυσίδα εστιατορίων, κάποια από αυτά στην Μασαχουσέτη, στην Βοστώνη, το Λονγκ Άιλαντ, με κύρια γεύματα τα ψάρια της θάλασσας και των ωκεανών και συνεχίζει έτσι, έχοντας χρόνο να επιστρέφει τα καλοκαίρια στην Καστοριά, και να ψαρεύει γριβάδια, που τα χαρίζει σε φίλους και γνωστούς. Στο σπίτι πάντα υπάρχει το ελληνικό καστοριανό φαγητό, φασόλια Καστοριάς, «με βούλα», πιπεριές γεμιστές, παπουτσάκια, και γκαρούφα, και σ’ όλα αυτά φροντίζουν η Ρία, και η Βάλερυ. Και μέσα στην ελληνοαμερικανική οικογενειακή θαλπωρή.

Στις φωτογραφίες που μας έδειξε, υπήρχαν τα σπαρταριστά ψάρια που πιάνει στην λίμνη μας.

Η αγνή αγάπη του για την πόλη που γεννήθηκε, που τον φέρνει πίσω, του προσφέρει όλη εκείνη τη χαρά που στερήθηκε κάποτε, κλαίγοντας όταν την άφησε, έως ότου αγγίξει κι εκείνος το αμερικάνικο όνειρο.

Η Καστοριά – Ιθάκη, τον περιμένει κάθε φορά κι όπως το λέει ο ποιητής (Κωνσταντίνος Καβάφης) για τον καθένα που παίρνει τις αποφάσεις του αφιερώνονται οι στίχοι αυτό ….. στους τωρινούς και μελλοντικούς ταξιδιώτες της ζωής….

«κι αν φτωχική την βρης

Η Ιθάκη δεν σε γέλασε

Η Ιθάκη σ’ έδωσε το ωραίο ταξίδι

Χωρίς αυτήν δεν θα βγαίνεις στο δρόμο,

Άλλα δεν έχει να σου δώσει πια.

Έτσι σοφός που έγινες, με τόση πείρα,

Ήδη θα το κατάλαβες η Ιθάκη τι σημαίνει».

Καλό καιρό, με ούριο άνεμο, να’ χεις Γιάννη, με την αγάπη ολονών μας, με ευχές για υγεία, αγάπη, ειρήνη παντού, μαζί με τις μικρές και τις μεγάλες χαρές της ζωής.

Αύγουστος 2025,

Μαρούλα Βέργου Γκαμπέση

Προηγούμενο Άρθρο

Α.Σ.Καστοριάς: Προχωράμε μαζί με Ορέστη Στεφανή!

Επόμενο Άρθρο

Συνελήφθη 39χρονος για καλλιέργεια 14 δενδρυλλίων κάνναβης και κατοχή ναρκωτικών

Τελευταία από ΑΠΟΨΕΙΣ

51η Διεθνής Έκθεση Γούνας Καστοριάς: (Μια διοργάνωση που επιμένει, εξελίσσεται και κρατά ζωντανή μια παράδοση) Γράφει: Ο Λεωνίδας Θ. Πουλιόπουλος.[1]

 Η 51η Διεθνής Έκθεση Γούνας Καστοριάς αποτελεί ένα ζωντανό παράδειγμα αντοχής, προσαρμοστικότητας και επιχειρηματικής επιμονής. Σε