Αυτές τις μέρες συμπληρώνεται μια δεκαετία από το δημοψήφισμα του 2015. Αν και τυπικά αφορούσε το πρόγραμμα δημοσιονομικής προσαρμογής, για πολλούς απέκτησε χαρακτηριστικά υπαρξιακής επιλογής γύρω από την παραμονή μας στο ευρώ και το ευρωπαϊκό πλαίσιο γενικότερα. Χαρακτηριστική αποστροφή του τότε προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής άλλωστε ήταν ότι «δεν πρέπει να αυτοκτονήσετε επειδή φοβάστε ότι θα πεθάνετε.»
Ανά διαστήματα οι κοινωνίες – αλλά και τα άτομα που την απαρτίζουν – βρίσκονται αντιμέτωπες με υπαρξιακά ζητήματα που φτάνουν στον πυρήνα της κοσμοαντίληψης τους. Για τα άτομα, μια άσχημη ιατρική διάγνωση ή ο απότομος θάνατος ενός οικείου προσώπου μπορεί να πυροδοτήσει υπαρξιακές κρίσεις, ενώ για τις κοινωνίες ταυτοτικά ζητήματα τείνουν να επανέρχονται στο προσκήνιο σε καιρούς οικονομικών ή κοινωνικών κρίσεων. Ο τρόπος που απαντάμε σε υπαρξιακά διλήμματα, κατευθύνει τις ζωές μας και δείχνει πως αντιλαμβανόμαστε το ρόλο μας στον κόσμο.
Ειπώνεται συχνά πως από τη σύσταση του Ελληνικού κράτους, οι σύγχρονοι Έλληνες τείνουν διαιρούνται γύρω από εναλλασσόμενες διαχωριστικές γραμμές – μνημόνια, εμφύλιοι, εθνικοί διχασμοί, μεγάλες ιδέες, φιλορωσικά κόμματα, οπλαρχηγοί και πολιτικάντιδες. Ένας πιθανός λόγος που έχει συμβάλλει σε αυτές τις διαιρέσεις που χαρακτηρίζουν την ιστορία της νεότερης Ελλάδας, είναι οι αντιφάσεις μεταξύ της αρχαιοελληνικής και της χριστιανιακής παράδοσης για σειρά ζητημάτων που πραγματεύονται τη σχέση μας με τη ζωή και το θάνατο.
Μια από τις θεμελιώδεις διαφορές αυτών των δυο παραδόσεων, είναι το πως αντιλαμβάνονται το δικαίωμα στη μη-ύπαρξη. Για την αρχαιοελληνική, η ψυχή δεν είναι κάτι αιώνιο και πέραν αυτού του κόσμου, συνεπώς η αυτοκτονία μπορούσε να αποκαταστήσει την τιμή ενός ατιμασμένου. Αυτό έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την ορθόδοξη οπτική στην οποία η ψυχή είναι αιώνια και η ύπαρξη μας είναι δώρο Θεού – συνεπώς η αυτοκτονία ή ευθανασία αποτελεί προσβολή ενάντια στο Δημιουργό μας. Αυτό το χάσμα αντιλήψεων καθοδηγεί τις ενίοτε αλλοπρόσαλλες μας αντιδράσεις όπου απαγορεύουμε σε προσωπικό επίπεδο αυτά που αποζητάμε στο συλλογικό μας φαντασιακό – ενάντια στις ίδιες μας τις υποτιθέμενες διδαχές.
Ισως φαίνεται υπερβολικό, αλλά οι μέρες του δημοψηφίσματος αποτέλεσαν μια συλλογική απόπειρα αυτοκτονίας – ή τουλάχιστον αυτοτραυματισμού. Ενάντια σε όσα κηρύττουμε γύρω από την ευθανασία ατόμων, αποφασίσαμε να θυσιαστούμε σαν ήρωες ενάντια στη «ξένη επικυριαρχία» και φτάσαμε να απεργαζόμαστε σχέδια για παροχή έκτακτης βοήθειας και να συζητάμε για τα αποθέματα της χώρας σε καύσιμα ή φάρμακα. Δεν είναι τυχαίο πως το μνημόνιο συχνά περιγράφονταν με ιατρικούς όρους, ως «το φάρμακο που είναι χειρότερο από την ασθένεια», περίπου σαν μια μορφή χημειοθεραπείας για κακοήθεις όγκους που όλοι γνωρίζουμε πως υπάρχουν διάσπαρτοι στο κοινωνικό μας σώμα. Αντίστοιχα, αναφορές σε επαναστατικά συνθήματα όπως «ελευθερία ή θάνατος» ανάδειξαν το μέγεθος του υπαρξιακού διλήμματος για μια ισχυρή μερίδα της κοινής γνώμης, που εκλογίκευσε έτσι το απονενοημένο διάβημα απόρριψης της βοήθειας – πριν αυτό αντιστραφεί με το τραγελαφικό πισωγύρισμα της περίφημης «kolotoumbas».
Είναι μάλλον άβολο αλλά συνάμα κρίσιμο να αναρωτηθούμε τι τροφοδοτεί την τάση μας να χρησιμοποιούμε όρους θυσίας και ηρωισμού όταν παίρνουμε συλλογικές αποφάσεις, ενώ ταυτόχρονα αρνούμαστε ακόμα και να επεξεργαστούμε την ιδέα της ευθανασίας για ανθρώπους που βρίσκονται αντιμέτωποι με βαριές κλινικές εικόνες και δεν επιθυμούν να συνεχίσουν τον – κατά αυτούς – μάταιο αγώνα. Νιώθουμε άβολα ακόμα και να συζητήσουμε το δικαίωμα στη μη-ύπαρξη όταν έχει να κάνει με άτομα, αλλά το συλλογικό μας γίγνεσθαι έχει αποκρυσταλλωθεί σε διάφορες εκφράσεις υπερβατικής καταστροφής. Φράσεις όπως «αξίζει να υπάρχεις για ένα όνειρο και ας είναι η φωτιά του να σε κάψει» ή «να καεί το μπ*****λο η βουλή» αποτυπώνουν αυτό τον εξωραϊσμό αυτοκαταστροφικών ιδεών στο συλλογικό νου, που συχνά αναπαράγουμε σε διάφορες εκφάνσεις δημοσίου βίου.
Εν κατακλείδι, υπάρχουν πλείστα παραδείγματα λαών και χωρών μέσα στην ιστορία που βαθμιαία έχασαν κομμάτια της κοινής τους αφήγησης και οδηγήθηκαν σταδιακά σε μια μορφή ευθανασίας. Το αφοριστικό αφήγημα πως «μόνο αν καεί η χώρα και ξαναφτιαχτεί από την αρχή μπορεί να αλλάξει κάτι», δείχνει πως κατά βάθος υπάρχουν μύχιοι πόθοι μιας αυτοκαταστροφής που θα μας λυτρώσει από το βάρος της ύπαρξης. Ίσως βέβαια οι ιστορικοί στίχοι που κάποτε καλούσαν σε επαναστατικό αγώνα να εξηγούν τον ηρωικό καταναγκασμό μας, όπως αυτός εγκωμιάστηκε δυο και πλέον αιώνες πριν, από τον Ρήγα Φεραίο: «Καλύτερα μιας ώρας ελεύθερη ζωή, παρά σαράντα χρόνια σκλαβιά και φυλακή».
Ο Αργύρης Σακαλής έχει σπουδάσει Οικονομικά
Και είναι ερευνητής στο Durham University
