6΄ 15΄΄ χρόνος ανάγνωσης
Οδός Μητροπόλεως, αναμφίβολα η πιο πολυσυζητημένη οδός της πόλης για τις μεταμορφώσεις της στο χρόνο. Μολονότι η σημερινή της εικόνα δεν αποπνέει την αίγλη του παρελθόντος, καθώς περιγράφει με γλαφυρότητα το λειτουργικό και αισθητικό έλλειμα, στην πραγματικότητα είναι πολλά περισσότερα από ένας δρόμος. Θεωρείται το σύμβολο των τάσεων που όρισαν την επιχειρηματικότητα και την ψυχαγωγία ως διαμορφωτές μιας κυριαρχικής κουλτούρας περί νεωτερικότητας στις απαρχές της δεκαετίας του ’80. Από εκεί ξεκίνησαν όλα, εκεί τα γνωρίσαμε όλα, σ’ένα περιβάλλον έντονης κοινωνικότητας που περιδινείται στον μοντερνισμό. Μόδα, καταναλωτισμός, fast food, nightlife, disco, μπουάτ, δυνατή μουσική, ξενύχτι. Τάσεις που είχαν διαμορφωτικό χαρακτήρα για την οδό μετατρέποντάς τη σε ραχοκοκαλιά του εμπορίου και της διασκέδασης. Είναι ο δρόμος που διαμόρφωσε την κοινωνική ζωή της πόλης και όρισε την ίδια μας τη σχέση με αυτή.
Σε μια αφθονία υπερβολής, καθώς η ευημερία του ’80 πυροδοτούσε τον καταναλωτισμό, η οδός Μητροπόλεως έθαλλε με επιχειρηματικές πρωτοβουλίες προσφέροντας πληθώρα καταναλωτικών επιλογών. Η οδός ταυτίζεται με μια αίσθηση προσωπικής ελευθερίας και καταναλωτικής πίστης καθώς φλερτάρει με το νεοφερμένο life style που κρεμιέται στα περίπτερα ως χάρτινο “εμπορικό αγαθό” και εξυμνεί τον κομφορμισμό. Εντός της εντυπωσιακής κοινωνικής μεταστροφής και του μεσοαστικού καταναλωτικού πλαισίου, συμμαχήσαμε με τους μοντέρνους καιρούς και όλα αλλάζουν συθέμελα. Η οδός γνωρίζει στιγμές κοσμοπλημμύρας καλλιεργώντας την αίσθηση μιας νέας κοινωνικής αλληλεπίδρασης, ενώ στις μεταβολές που σημειώθηκαν συγκαταλέγεται και η δημόσια εικόνα της που λειτουργεί και ως εκσυγχρονιστική αντίληψη του αστικού τοπίου στον αντίποδα της άχρωμης πολεοδόμησης.
Ανάμεσα στις επιλογές διασκέδασης, τα μικρά bar, αποκαλούμενα και ως pub, εδραιώνονται ως εκφραστές μιας νεόφερτης κουλτούρας στη διασκέδαση που αποτέλεσε τον υποστηρικτή μιας συλλογικής απομυθοποίησης από τη συντηρητική καφετέρια που μέχρι τότε διατηρούσε ηγεμονική θέση. Οι pub, μια εναλλακτικότητα μεγάλης απεύθυνσης με λονδρέζικη φινέτσα, λειτούργησαν ως ανάφλεξη μιας γενικότερης αλλαγής. Διεμβόλισαν το στερεότυπο της καθιστικής διασκέδασης “επιβάλλοντας” τις δικές τους πρακτικές στη μουσική, στις συνήθειες στο ποτό, στην ώρα εξόδου, στα ωράρια λειτουργίας. Ουσιαστικά, διαμόρφωσαν τη φυσιογνωμία της μοντέρνας νυχτερινής διασκέδασης αφήνοντας πίσω κάθε τι που θεωρήθηκε αναχρονιστικό. Οι θαμώνες διασκεδάζουν/ξενυχτάνε σχεδόν καθημερινά όρθιοι με το ποτό στο χέρι (εντός κι εκτός -στο πεζοδρόμιο- των pub), ακούγοντας δυνατά μουσική και σε ατμόσφαιρα που θυμίζει πάρτι. Οι νύχτες φαντάζουν πλέον καλύτερες από τις ημέρες.
Σεπτέμβριος 1984, το πρώην φωτογραφείο «Φωτο Μανούση» επί της οδού Μητροπόλεως μετατρέπεται σε Kafe Pub με την επωνυμία “ΠΑΠΑΓΑΛΟΣ” από τον Αντώνη και τον Μίλτο. Με τον δημιουργικό αυθορμητισμό της νιότης υλοποίησαν μία ιδέα που συνέθετε όλα εκείνα τα στοιχεία της πιο δημιουργικής εποχής στη διασκέδαση. Μολονότι η επωνυμία εννοιολογικά δεν ορίζει τις όποιες τυπικές ξενόφερτες επιρροές (ασυνήθιστο για τα δεδομένα της εποχής), η επιλογή της όμως συνδέεται με την αποτύπωση προσωπικών επιλογών του Αντώνη και του Μίλτου έπειτα από ένα ταξίδι στη Αμερική. Επιπλέον, χρησιμοποιείται και ως μέσο αφήγησης ενός μύθου που θέλει την ύπαρξη παπαγάλου (σε κλουβί) στην Pub.

Δημιουργείται μία δυναμική γύρω από τις αντηχήσεις “Παπαγάλος” τη στιγμή που το κοινό έλκεται από την αίσθηση του νέου. Η φήμη του εδραιώθηκε στην ξεχωριστή ατμόσφαιρα και στον ιδιαίτερα εκφραστικό και εξωστρεφή χαρακτήρα των ιδιοκτητών, γεγονός που αύξησε περαιτέρω τη δημοτικότητα της Pub και σαν από συνήθεια έγινε αγαπημένο στέκι. Για τον Αντώνη και τον Μίλτο ήταν κάτι παραπάνω από μια απλή πρόκληση στο να δημιουργήσουν ένα χώρο όπου η τοπική κοινωνία θα τον αισθανόταν δικό της. Δημιούργησε το δικό του μικρόκοσμο από ετερόκλητους θαμώνες με σταθερές συνήθειες. Αυτούς που διατηρούσαν τη δική τους θέση, τους λάτρεις της μουσικής, τους πότες που πίνουν πάντα το ίδιο, αυτούς που έβγαιναν χωρίς ραντεβού και εισχωρούσαν σε παρέες. Μια εικόνα ανθρώπων που γινόταν όλο και πιο συνηθισμένη δίχως να δημιουργεί στερεότυπα.

Η αγάπη του Αντώνη και του Μίλτου για τον Παπαγάλο είχε πολλές εκφάνσεις. Η μουσική, μία από αυτές, είχε διαρκής λειτουργικότητα. Με γνώμονα ότι η αγάπη για τη μουσική προέρχεται και από το μέσο που την ακούμε, οικοδόμησαν τη μουσική ανθολογία της Pub στα προσωπικά τους βινύλια με αναφορές στη γοητευτική μουσική περίοδο των 70s & 80s. Επιπλέον, εντάσσουν την παρουσία Dj στη μουσική καθημερινότητα της Pub (παίζοντας και οι ίδιοι μουσική), ενώ πραγματοποιούν το πρώτο live σε μπαρ της Μητροπόλεως με τον ταλαντούχο και επιδραστικό για την εποχή κιθαρίστα Τέρη Παπαντίνα, ταράσσοντας συθέμελα τη συναυλιακή ραστώνη που επικρατούσε στην πόλη. Οι μουσικές του Παπαντίνα προκαλούν τον ενθουσιασμό του κοινού. Όσοι γνώριζαν από rock αλλά και η εκκολαπτόμενη ενθουσιασμένη νεολαία ήταν εκεί. Η rock μουσική αποτελεί το άλλοθι για να χαρακτηριστεί ο Παπαγάλος σε έναν από τους καλύτερους μουσικούς προορισμούς.

Η οδός Μητροπόλεως γίνεται το πιο δημοφιλές σημείο, αποτελεί το success story της πόλης. Οι επιθυμίες του κοινού στην οδό δεν συνδέονται μόνο με τα υλικά αγαθά αλλά και με το συναίσθημα. Όλο και περισσότεροι θέλουν να “καταναλώσουν” την ελευθεριάζουσα διασκέδαση της εποχής. Η συνήθεια του κοινού ως προς τη συχνότητα της βραδινής εξόδου αλλάζει, ενώ το ξενύχτι του Σαββάτου γίνεται σχεδόν καθημερινή επιλογή. Ο Παπαγάλος καθιερώνεται ως στέκι αλλά και ως πέρασμα. Αποκτά φανατικούς θαμώνες, ενώ ευνοείτε και από την παράλληλη κινητικότητα των υπολοίπων μπαρ στη Μητροπόλεως αφού πολλοί είναι αυτοί που καθιερώνουν εκεί το δεύτερο ποτό τους. Εάν υπάρχει μία εικόνα που περιγράφει με τον καλύτερο τρόπο την προτίμηση των θαμώνων είναι η εικόνα του συνωστισμού στο διάδρομο. Ένα μικρό χάος που προδιαγράφει κάθε φορά την εξέλιξη της βραδιάς. Αν και με υπομονή έπρεπε να γλιστρήσεις μέσα στο συνωστισμό ξεφυσώντας και μουρμουρίζοντας, ένιωθες οικεία.

Όμως, δεν αποτέλεσε μία περίπτωση διαχρονικής σταθεράς. Την άνοιξη του ’97 κλείνει η πρώτη πράξη της ιστορίας του. Έχοντας ως πρότυπο τις δραστικές οικονομικές και κοινωνικές μεταβολές του παρελθόντος και δίχως τον Αντώνη στη σύνθεσή του, η προσπάθεια επαναλειτουργίας του Παπαγάλου το ’99 δεν έφερε τα επιθυμητά αποτελέσματα. Οι μουσικές του θα σιγήσουν την άνοιξη του 2000 όταν η πληγωμένη Μητροπόλεως μάταια προσπαθεί να συμφιλιωθεί με το παρελθόν της. Ουσιαστικά, είχε παραδοθεί στην αισθητική αναβάθμιση της νότιας παραλίας και στις νέες δυναμικές επιχειρηματικές πρωτοβουλίες εκεί. Η πόλη άλλαζε, η έλξη προς το σύγχρονο λειτούργησε ως αντίβαρο.

Ο Παπαγάλος αναπαριστούσε αυτό που αντιπροσωπεύει η οδός Μητροπόλεως. Τον προορισμό που είναι συνυφασμένος με τη νυχτερινή διασκέδαση τις δεκαετίες’80 & ’90 και δικαίως διεκδικεί (δίχως μεγάλη δόση υπερβολής) την πατρότητα των Pub/Bar στην πόλη.
ΥΓ. Ευχαριστώ τον Αντώνη, τον Μίλτο, τον Σιδέρη και τον Νικηφόρο (Φόρης) που μοιράστηκαν μαζί μου τις αναμνήσεις τους
Φωτογραφίες: προσωπικό αρχείο Σιδέρη
