Ραντεβού…μέχρι το επόμενο πανηγύρι. Νουβέλα (Γράφει ο Σπύρος Νίτσας)

Το εωθινό φως πλημμύριζε και έμοιαζε προβολέας λίγο πριν το πανηγύρι πάνω από την πόλη του Άργους Ορεστικού. Όλοι το γνωρίζουν όταν πιστεύεις σε μαγεία. Σκοπός είναι  πάντα, η τελειότητα, του πανηγυριού που αν δεν την συναντήσουμε,  τότε θα είμαστε δυστυχείς. Σήμερα αισθάνθηκα την ανάγκη μιας απεριόριστης ελευθερίας σκέψης, που μόνο μέσω ενός  μύθου θα μπορούσα να εκφραστώ.

Αστέρι δίχως όνομα σου λέει, έμοιαζε το Άργος Ορεστικό με το  πανηγύρι που ήταν στα σκαριά. Και ο ουρανός είχε ένα προκλητικό γαλάζιο χρώμα απόψε, που σου κέντριζε την χαρά. Ο βραδινός αέρας σε πλημμύριζε με μια θάλασσα συναισθημάτων. Το πανηγύρι στο Άργος μοιράζει σε όλο τον κόσμο από εφτά χαμόγελα. Η πόλη αυτή χρωστάει πάρα πολλά σε τούτη την εμποροπανήγυρη.  Γιατί όλο αυτό το γλέντι που θα ακολουθήσει θα είναι μια διψασμένη κραυγή για την αθανασία της πόλης. Στο Άργος Ορεστικό τα παλιά χρόνια ζούσαν φιλήσυχα οι άνθρωποι σαν συγγενείς κάτω από την ίδια στέγη του ουρανού. Η εμποροπανήγυρης  τα παλιά χρόνια  γίνονταν με δυναμική ευλάβεια  και  έφτανε μέχρι τα περίχωρα της πόλης.

Όλα τότε περιστρέφονταν γύρο από μια χρυσή αισθηματική ομίχλη. Ο λαμπερός φωτισμός τρύπαγε τον ουρανό και ζούσαν ατελείωτες φανταστικές στιγμές. Νόμιζες πως ακουμπούσες τον ουρανό  Γιατί όλες  οι γειτονιές τότε τσίκνιζαν.  Άκουγες πως όλα έβγαζαν έναν μεταλλικό ήχο, και ταλαντευόταν η ζωή  σου και όλα  κινούνταν αργά και περιστρέφονταν γύρω σου. Όλη τη νύχτα πέταγαν  πυκνές πράσινες σπίθες που ανέμιζαν στο πέρασμα τους και μύριζαν μπαρούτι. Όλα τα σπιτάκια είχαν κόκκινα κεραμίδια και ήταν  βαμμένα με ασβέστη και  με πεντακάθαρες αυλές και πράσινες γρίλιες. Οι γυναίκες στέκονταν στο κατώφλι φασκιωμένες με μαντίλες στο κεφάλι στα στενά μισοφωτισμένα σοκάκια. Καλόκαρδες κουράδες στρουμπουλές κοκκινομάγουλες είχαν σταματήσει τα υφαντά και τους αργαλειούς. Ήταν καταδεχτικές, έτοιμες να σου πουν ένα καλό λόγο. Και οι άντρες περήφανοι με καθαρά  πουκάμισα μπανιαρισμένοι μύριζαν μοσχοσάπουνο και φρεσκοξυρισμένοι. Το πανηγύρι όλο και ζωήρευε. Θα ακολουθούσαν τα τρανά γλέντια τα ξενύχτια.  Στο κέντρο της πλατείας ήταν ζωσμένο με ένα θέαμα μεγαλείο. Το έλεγαν γύρο του θανάτου. Μερικά τρελά αγόρια με μοτοσικλέτες γύριζαν ανάποδα σε ένα ξύλινο πηγάδι, χωρίς νερό. Παρά δίπλα οι ακροβάτες που πέταγαν σαν πουλιά  και κάνανε τούμπες σαν μαϊμούνια. Ένας φακίρης έτρωγε φωτιά και έβγαζε φλόγες από τα αυτιά. Ένας άλλος κατάπινε ύφασμα και έβγαζε ατελείωτα χρωματιστά μαντίλια από το στόμα. Ένας  άλλος γέρος ξεκούτης ξυπόλητος με άσπρη κελεμπία και τουρμπάνι με άσπρη γενειάδα νωθρό βλέμμα και σώμα σαν λείψανο, κοιμόταν πάνω σε κοφτερά μαχαίρια. Κάποιος φακίρης έκοβε με ένα πριόνι μια γοητευτική κοπέλα σε τέσσερα κομμάτια. Μετά την συναρμολογούσε πάλι και χόρευαν καστανιέτες, με κρόταλα στα δάχτυλα. Όλα είχαν μια αξεπέραστη γοητεία και κοίταζε ο κόσμος, με ανοιχτό στόμα.

Μα πέρα από τις πρώτες σκηνές ήταν και το  μεγάλο πλάτωμα με τα κλαρίνα. Όλους τους οργανοπαίχτες τους είχαν ασημώσει με φράγκα. Δεκάδες τραπέζια γεμάτο ψητά με ποτά και μπερδεμένα με κόσμο. Συζητούσαν έντονα με αναμμένα τσιγάρα στο στόμα χειρονομώντας, για το τάδε και το δείνα. Δύο νεαρές κοπέλες  χόρευαν ξυπόλυτες με καυτά σορτς και βαμμένα έντονα κατακόκκινα χείλη και προκαλούσαν με τα «πρόστυχα» γέλια τους. Έδειχναν μεθυσμένες και φτάνανε μέχρι την εμμονή της τρέλας. Δίπλα άντρες γυναίκες στοιβαγμένοι και  προσγειωμένοι στα χωρατά, χόρευαν με την σειρά χέρι-χέρι. «Μωρή κοντούλα λεμονιά.» Τα προξενιά δίνανε και παίρνανε. Αρραβωνιάζονταν τσακ μπάμ επί τόπου. «Μου δίνεις την κόρη σου στον γιο μου.» «Χαλάλι σου.» Έδιναν τα χέρια, και άλλαζαν την χρυσή λίρα για καπάρωμα της νύφης. Δεν κόβεται εύκολα ένα παλιό έθιμο. Όλοι διατηρούσαν σήμερα τη συμφωνία και ήταν απαράβατος νόμος να παρουσιάζονται με αγγελικά πρόσωπα.

Το πορφυρένιο φεγγάρι άρχιζε να αιωρείται κρεμασμένο από μια χρυσή κλωστή και να υφαίνει τρελά όνειρα. Η νύχτα τους είχε αγκαλιάσει στον κόρφο  μόλις άρχισε το τρελό γλέντι. Και όλοι οι καπνοί ανέβαιναν σαν κολασμένα φαντάσματα κατά τον ουρανό. Τότε έπαιρνε φωτιά το πανηγύρι. Σου φαίνονταν πως όλος ο κόσμος ήταν απλωμένος μπροστά σου καταδεχτικός και σε δεχόταν σαν φίλος αδερφός. Να σε αξιώσει ο Θεός να ζήσεις αυτήν την μαγεία που αναδύει αυτό το πανηγύρι και  φτάνει μέχρι την αιωνιότητα. Όλοι παρακαλούσαν να μην τελειώσει ποτέ αυτό το πανηγύρι. Γιατί ήθελαν να ξεγνοιάσουν από τα βάσανα. Να ζεσταθούν λίγο από την αύρα της χαράς του ποτού να ζαλιστούν να ξεχαστούν. Να πιαστούν χέρι-χέρι  και να χορέψουν με τα κλαρίνα. Στους γύρο όχτους ήταν γεμάτο άλογα προς πώληση, πρόβατα αρνιά να βελάζουν. Άπυρα ζυγούρια έτοιμα να θυσιαστούν για εσένα και να μπαίνουν μόνα τους στην σούβλα. Και όσο για  τυριά, μυζήθρες φρέσκο μπασκί, κεφαλοτύρια και   τουλουμοτύρια, ήταν το κάτι άλλο, μύριζε  παντού τυροκομείο.

Λίγο ποιο πάνω, με τον βούρδουλα τυλιγμένο στα χέρια τους ήταν γεμάτο ηλιοκαμένοι τσιγγάνοι που όλο βρίζανε την μοίρα τους.

Ήταν  όλοι με μανταλωμένο στόμα  με  τα χρυσά δόντια  τους. Και  μόλις άνοιγαν το στόμα τα έβλεπες. Πουλούσαν γέρικα άλογα χωρίς δόντια στολισμένα σαν λατέρνες για πουλάρια. Μα τον σημαντικότερο ρόλο τον έπαιζαν οι τσιγγάνες με ένα γαρύφαλλο στο αυτί και το ντέφι  στα χέρι. Χόρευαν καρσιλαμά χαμογελαστές και σου έριχναν  την μοίρα. Έκαιγαν οι μεγάλες φωτιές  κάπνιζαν, και  ντουμάνιαζαν το μέρος από της στοιβαγμένες καλαμιές. Λίγο παράμερα στα ψηλά ήταν γεμάτο Γραμμουστιάνους ντυμένοι όλοι με υφαντά ρούχα.

Μαύρο σακάκι άσπρο σαλβάρι  μαύρο σκουφί και τραγόμαλλες κάπες ριγμένες στον  ώμο. Ζούσαν  στον δικό τους κόσμο. Γίδια άλογα και  τσοπανόσκυλα όλα  μαζί. Άλλοι να βρίζουν, και να ακούς το κράξιμο ενός μωρού που γεννήθηκε πρόωρα στο πρόχειρο κονάκι. Άρμεγαν τα γιδοπρόβατα και έπηζαν το γάλα. Οι γυναίκες ότι γάλα περίσσευε το χτυπούσαν στο καδί να βγει το φρέσκο  βούτυρο. Εκεί  έμενε μόνο η (μπινίτσα το ξινόγαλο). Τραγουδούσαν τότε όλοι μαζί.  Έπιναν ρακί μέχρι τελικής πτώσης και δεν ήξερες αν ήταν τραγούδι για κλάμα. Όλοι όρθιοι γύρο και με τις ξύλινες γκλίτσες πείραζαν συνέχεια το κάρβουνο να ψηθούν γρήγορα τα σουβλισμένα πρόβατα. Πίνανε  το ρακί από μια βιτσέλα όλοι και την άλλαζαν από στόμα σε στόμα.

«Για μας, και χαϊρλίτικο το πανηγύρι, φώναζαν με βραχνές φωνές και του χρόνου  πάντα στις χαρές μας.  Με υγεία και  καλή αντάμωση.» Εδώ  εύχονταν ο ένα τον άλλον και φιλιόταν σταυρωτά, ροδαλοί μεθυσμένοι μα προπάντων ευτυχισμένοι. Έκοβαν μετά με τους σουγιάδες από ένα κομμάτι ψημένη  προβατίνα από την σούβλα και απολάμβαναν την γεύση.  Όλοι τους ζαλισμένοι έμοιαζαν θεριά  που γαργαλιούνται και να ξύνονταν με την γκλίτσα στην πλάτη. Όλοι αισθανόταν βαθιά την ομορφιά, και τον πόθο που φλόγιζε  μέσα από  στα μάτια τους. Ένας άλλος πολύ έξυπνος είχε πιάσει έναν θηριώδη λύκο ζωντανό. Τον κρατούσε φυλακισμένο στο κλουβί. Ο λύκος ούρλιαζε μέσα από την αιχμαλωσία να σπάσει τα δεσμά του να ελευθερωθεί. Για να δεις τον λύκο ζωντανό πλήρωνες μια δραχμή. Και αν ήθελες να δοκιμάσεις  πόσο γενναίο είναι το σκυλί σου ζύγωνες στον λύκο. Μα τα ποιο πολλά  σκυλιά, μόλις τον έβλεπαν κατουριόταν πάνω τους από φόβο και εξαφανίζονταν με την ουρά στα σκέλια τους. Και γελούσαν όλοι για το πάθημα τους. Έτσι  όλοι αυτοί οι  περιθωριακοί  και γνήσιοι μα  ντόμπροι άνθρωποι δεν μετρούσαν  το γλέντι σε μέρες. Ξέρανε από μόνοι τους πως μόλις τελείωνε το κρασί και τα ψητά, τότε  καταλάβαιναν πως το πανηγύρι είχε τελειώσει. Τότε φιλιόντουσαν σταυρωτά και οι γυναίκες κλαίγανε για τον αποχωρισμό. «Αϊ και του χρόνου συμπέθερε και καλή αντάμωση φώναζαν συγκινημένοι με δάκρυα στα μάγουλα.»  Έτσι φόρτωναν τα κονάκια στα άλογα και φεύγανε  με βαριά καρδιά.  Γιατί όλη αυτή η πόλη που  ήταν φωλιασμένη βολικά πέρα και μετά την γέφυρα που έμοιαζε την γέφυρα Γουαδαλκυβίρ κοντά στις αγκαθωτές όχθες του Αλιάκμονα πάντα γέλαγε σαν μούσα. Ξέρεις  όλο αυτό το πανηγύρι είχε και κάτι το απλοϊκό μέσα του σαν φλερτ.  Το ποιο πιθανό ήταν πως  κάποια εσωτερική δύναμη σε παρέσερνε στο γλέντι σαν μια μαγική μηχανή. Ήταν αυτό που μας θέρμανε  τόσες μέρες τις καρδιές μας σαν θυμιατήρι και σκόρπιζε  με το εωθινό φως μόνο αγάπη.

Προηγούμενο Άρθρο

Καστοριά: Δωρεάν μαθήματα για απόκτηση πτυχίου Ραδιοερασιτέχνη – Άδεια λειτουργίας ασυρμάτου

Επόμενο Άρθρο

Ελληνες μαθητές κατέκτησαν την κορυφή σε διεθνή διαγωνισμό του ΜΙΤ: Κατασκεύασαν αυτοκίνητο χωρίς οδηγό

Τελευταία από ΑΠΟΨΕΙΣ

51η Διεθνής Έκθεση Γούνας Καστοριάς: (Μια διοργάνωση που επιμένει, εξελίσσεται και κρατά ζωντανή μια παράδοση) Γράφει: Ο Λεωνίδας Θ. Πουλιόπουλος.[1]

 Η 51η Διεθνής Έκθεση Γούνας Καστοριάς αποτελεί ένα ζωντανό παράδειγμα αντοχής, προσαρμοστικότητας και επιχειρηματικής επιμονής. Σε