Είναι χαρακτηριστικό μας γνώρισμα να παραπονιόμαστε για την οικονομική μας κατάσταση, και πόσο άσχημη είναι αυτή. Άσχετα αν είμαστε τελικά καλοί κριτές σε σχέση με πολίτες άλλων χωρών, η διαπίστωση ότι η χώρα δεν βρίσκεται εκεί που θα μπορούσε σε σχέση με τις υπόλοιπες αναπτυγμένες οικονομίες ίσως έχει γίνει κοινότοπη, αλλά παραμένει χρήσιμη – ακόμα και όταν χρησιμοποιείται σαν δούρειος ίππος από νεόκοπους παραγωγούς διαδικτυακού περιεχομένου με ασαφείς επιδιώξεις.
Πρόσφατα, στον δημόσιο διάλογο του διαδικτύου άρχισε να επανέρχεται η φράση «ας αφήσουμε τα δεδομένα να μιλήσουν». Αν και φαινομενικά αγνή, η ιδέα μιας πραγματικότητας που μας είναι κρυμμένη πάντα συγκινεί όσους αναζητάνε απλές απαντήσεις για οικονομικά, πολιτικά ή μέχρι και ηθικά ζητήματα της καθημερινότητας.
Εκ παλαιόθεν, η ανάλυση της οικονομίας έχει αποτελέσει «πεδίον δόξης λαμπρόν» στην προσπάθεια μας να κατανοήσουμε τον κόσμο και να τον αλλάξουμε – στη κατεύθυνση που ο καθένας μας θεωρεί «σωστή». Μολαταύτα, το αγγλοσαξονικό γνωμικό λέει πως «υπάρχουν τριών ειδών ψέματα: τα ψέματα, τα αναθεματισμένα ψέματα και οι στατιστικές». Συνεπώς, είναι κρίσιμο σε αυτές τις απόπειρες καταγραφής και ανάλυσης να είμαστε ξεκάθαροι με τις απαραίτητες παραδοχές που τέτοιες προσπάθειες εξ ορισμού εμπεριέχουν.
Κάθε σοβαρός ερευνητής γνωρίζει πως ακόμα και οι «απλές» παρουσιάσεις δεδομένων εμπεριέχουν ισχυρές δόσεις ερμηνείας. Αυτό δεν συμβαίνει αναγκαστικά λόγω βεβιασμένης οπτικής ή συμφέροντος, αλλά γιατί πάμπολα ζητήματα που μπορούν να θεωρηθούν αθώα – από την επιλογή του βασικού ερωτήματος, την χρονολογική περίοδο που εξετάζει, τις κατηγοριοποιήσεις ομάδων ή χωρών για συγκρίσεις – είναι εξ ορισμού ζητήματα επιλεκτικά, δηλαδή έγκειται στον ερευνητή να εξηγήσει με ποια κριτήρια επιλέχθηκαν και να είναι ειλικρινής ως προς το πως αυτό επηρεάζει τα όποια ευρήματα του. Προφανώς, οι προϋπάρχουσες πεποιθήσεις του κάθε ερευνητή δεν ακυρώνουν τους ισχυρισμούς που αυτός κάνει – απλώς είναι σημαντικό αυτοί να γίνονται καλόπιστα και με επιστημονική και πνευματική εντιμότητα.
Πέραν των ερμηνειών, η πρόχειρη συσχέτιση δεδομένων που περιγράφουν υποκειμενικές απαντήσεις γνώμης σε ερωτηματολόγια, με αιτιώδεις συμπεράσματα για τις ευθύνες που προκύπτουν απαρέγκλιτα για κάθε επιτυχία ή αποτυχία οικονομικής πολιτικής, καλό θα ήταν να γίνονται με φειδώ αν ο σκοπός είναι η εκλαϊκευση και σφαιρική ενημέρωση γύρω από δεδομένα της εγχώριας οικονομίας ή ευρύτερες οικονομικές έννοιες. Αν όμως από την άλλη, ο στόχος είναι η παρουσίαση ενός εύπεπτου μείγματος κοινοτοπιών με απλουστευτικές εξηγήσεις της οικονομικής πραγματικότητας – που ενισχύουν ένα αντισυστημικό προφίλ και μια παρελκόμενη αξίωση ισχύος – τότε πιθανά αυτός να ακολουθεί ένα προσωρινά επιτυχημένο μονοπάτι χωρίς επιστροφή, με μια διαρκώς κλιμακούμενη αντισυστημική ρητορική και αυξανόμενες δημόσιες παρεμβάσεις σε «κάθε μέσο που δέχεται να τις φιλοξενήσει».
Προφανώς, δεν είναι απαγορευτικό να υπάρχουν αλλότριες επιδιώξεις στον καθένα μας, άσχετα με το εάν και πως αυτές θα εκφραστούν μελλοντικά, σε υπαρκτούς ή μελλοντικούς οργανισμούς εκπροσώπησης, ταξικών και μη, συμφερόντων. Ούτε είναι κακό να επιδιώκει κανείς μια αύξηση των βιοτικών του πόρων – ανταλλάσσοντας τις πρωτύτερες διαβεβαιώσεις οικονομικής ανεξαρτησίας και τις ρητορικές του πομφόλυγες περί της εκπαιδευτικής αξίας που προσφέρει η εκλαϊκευση οικονομικών θεωριών – με την «αντικειμενική αξιολόγηση και απλή ανάδειξη» νεοφυών χρηματοοικονομικών εταιριών από χώρες του ύστερου υπαρκτού σοσιαλισμού.
Απλά, είναι σημαντικό οι αξιώσεις ισχύος να αποκρυσταλλώνονται το γρηγορότερο δυνατό στη νέα τους μορφή, δηλαδή η μεταμόρφωση του υποκειμένου από εκπαιδευτή σε διαμορφωτή της κοινής γνώμης – με στόχους, συμφέροντα και στρατηγικές – να γίνεται ξεκάθαρα και όχι εν κρυπτώ πίσω από μια ψευδεπίγραφη διατράνωση επιστημονικότητας. Δυστυχώς, είναι σύνηθες τέτοιες αξιώσεις πλήρους και εμπεριστατωμένης αντικειμενικότητας να καλύπτονται πίσω από έναν μανδύα ταπεινότητας, και να δηλώνουν σεμνά πως «τα συμπεράσματα, όπως πάντα, πρέπει να είναι δικά σου».
Στην εποχή που ο αλγοριθμικός χυλός κατευθύνει τα κατώτερα ένστικτα εξοργισμένων ή απλώς απογοητευμένων πολιτών, και ο ελάχιστος κοινός παρονομαστής της πολιτικής ζωής βαίνει διαρκώς μειούμενος, ας προσπαθήσουμε να δούμε ξεκάθαρα πως η γιγάντωση μαθητευόμενων μάγων – μέσω τακτικών ασκήσεων δημοφιλίας σε διαδικτυακές πλατφόρμες – δεν πρόκειται να προσφέρει κάτι νέο στο κοινωνικό μας γίγνεσθαι. Στο απευκταίο σενάριο άλλωστε, αυτό μπορεί μόνο να οδηγήσει στην απόπειρα επιβολής απλουστευτικών προσεγγίσεων και εύκολων λύσεων σε σύνθετα προβλήματα – ωσάν να μην υπήρξαν νωρίτερα άλλοι που προσπάθησαν να τα λύσουν όλα με ένα νόμο και ένα άρθρο, με τη γνωστή θριαμβευτική πορεία προς την άβυσσο της πολιτικής ζωής.
Ο Αργύρης Σακαλής έχει σπουδάσει Οικονομικά
Και είναι ερευνητής στο Durham University
