“Ματιές στο Παρελθόν”: «Γε τ΄απερασμένα» – Το Πάσχα στην παλιά Καστοριά (της Ιφιγένειας Διδασκάλου)

Επιμέλεια στήλης: Ελένη Ψωμαδάκη

Μία από τους εκλεκτούς συνεργάτες της « Φωνής της Καστοριάς» ήταν και η Καστοριανή λαογράφος Ιφιγένεια Διδασκάλου.

Το Πάσχα του 1967 δημοσιεύεται στην εφημερίδα, ( ημερομηνία 23-4-67 αριθ. φύλλου: 1063 ), ένα χρονογράφημα της με τον τίτλο: «Γε τ΄απερασμένα», με το οποίο αναπολεί το Πάσχα στην παλιά Καστοριά.

«Γε τ΄απερασμένα».

Πάει, ήρθαν φουρτούνες μου τα Βάγια και ούντε κατάλαβα καν τίποτες. Μπρε ντιπ γε στιπ δε γαρ΄ κα.

Ιγώ, γυέ μου, αναθυμιούμαι τέτοιες μέρες,όντας ήμουν τσιούτσκανη, η μάνα μου μ΄έφιανε μια κόκκινη μπρουστέλλα σαν πεπερούγκα και πάαινα παρέα με τις φιλενάδες μου, με τ΄ άσπρα μου πασχαλιάτικα παπούτσια, με το κατιφένιο μου φουστάνι και με την κορδέλα δεμένη στα μαλλιά, στουν Επιτάφιο.

Του Άιλαζάρου πάλε έβγαιναν οι λαζαρίνκες, τραγουδούσαν μπρουστά στα σπίτια μας, χόρευαν και τις εδίναμε, πότε καμμιά κατσίδα, πότε ουλίγο αλεύρι, πότε κανένα αβγό βαμμένο με κρουμμυδότσεφλες.

Μπρε, σαν και τώρα ανθυμιούμαι το τραγούδι που ήλεγαν:

« Ήρθε ο Λάζαρος, ήρθαν τα Βάγια,

ήρθε η Κυριακή που τρων΄τα ψάρια,

ήρθαν κι οι χρυσές ημέρες. ‘

Ξύπνα Λάζαρε και μη κοιμάσαι,

ήρθε η μάνα σου από την πόλη

σ΄έφερε χαρτί και κομπολόϊ.

Λάζαρε, Λάζαρε, ήρθαν τα Βάγια,

ήρθε η μάνα σου η χουχλουβάγια».

Ημείς τα μικρά, κοσιάβαμε από πίσου τους κι εκάμναμε τρανό χάζι με τα παρδαλά τους φουστάνια που ήταν γιουμάτα φραμπαλάδες. Ως και τα χελιδόνια, απού την χαρά τους θαρρείς κι αυτά, κατέβαιναν στα χαμηλά και πετούσαν γιούρω- τρουγιούρω. Τα τηρούσαμε κι αρχινούσαμε το τραγούδι:

« Χελιδόνι μου γοργό

που πετάς στον ουρανό,

κατέβα λίγο να σε ιδώ

να σε ιδώ, να σε χαρώ».

Κι όντας ηθέλαμε πάλε να κάμουμε κανέναν να μην καταλαβαίνει γε τι τουν ρουτούμε τουν ηλέγαμε: « Απού πάνου σαν τηγάνι, απού κάτουσαν μπαμπάκι, απού πίσου σαν ψαλίδι». Αν ξέρεις, τι είναι; Του χελιδόνι! Φώναζε.

Μπράβο…ο! Κι άιντε πάλε τις κουσιάτες και τις χαρές.

Την άλλη μέρα του Βαγιού, εβάναμε τα καλά μας τα στράνια και καρτερούσαμε να μας φέρουν απού την εκκλησιά βάγια και να κάτσουμε του γιόμα να φάμε ψάρια.

Ψάρια, ετρούγαμε και του Ευαγγελισμού. Γιτί, νηστεύαμε όλη την Σαρακοστή. Καρκαλουνάμε απού την πείνα, ώσπου ναρθεί του Χριστός Ανέστη, να φάμε μπέτσκα καπαμά και κόκκινο αβγό. Η μάνα μας μας μας μάθαινε και του τραγούδι αυτό:

« Βάγια, Βάγια του Βαγιού

ως την άλλη Κεργιακή,

τρων΄ μαμά, τρων΄τσιτσί,

τρων΄ και κόκκινο αβγό».

« Κάθε τι δικό του και τ΄αβγό την Πασχαλιά», δε λέει κι η παροιμίγια;

Ανθυμιούμαι και την νιάνια μου, που μήλεγε.

Στα παλιότερα τα χρόνια, στην Καστοριά,τηνν ημέρα του Βαγιού, λειτουργούσαν δυο εκκλησιές, μια η Μητρόπολη και μια του Άη- Θουμά. Όντας οι άνθρωποι έπαιρναν απού τουν παπά τα βάγια,ανέβαιναν παρέες, παρέες, ψηλά στου Τσιαρδάκι, πουλλές φουρές, καμμιά σαρανταριά- πενήντα νουμάτοι και μέχρι να τελειώσει η λειτουργία στην εκκλησιά, τραγουδούσαν το ίδιο τραγούδι: « Βάγια , Βάγια του Βαγιού…» και βαστούσαν όλοι στα χέρια τους βάγια. Τι όμορφα που ήταν! Τι όμορφα!…

Tην Μεγάλη Δευτέρα, την Μεγάλη Τρίτη και την Μεγάλη Τετράδη, ήμουστουν όλο δουλειές και ανασκιρίσματα στου σπίτι μέσα. Του προυϊ της Μεγάλης Πέφτης κρεμνούσαμε στου παραθύρι, όξου στου δουξάτου, μια κόκκινη βελέντζα, απού την χαρά μας.

« Μεγάλη Πέφτη, ου Χριστούς ευρέθη», λέμε. Γε τ΄αυτό. Εστρούναμε τα καλά στρουσίδια στου σπίτι, εβάφαμε κόκκινα αβγά, ταφιάναμε πέρδικες και πααίναμε την «Πασχαλιά» στη νουνά και στη νιάνια.

Μέσα σε μια μαλάθα άσπρη εβάναμε δυο τρανά παρμάκια ρουβιθένια,καμμιά τριανταριά, σαράντα αβγά κόκκινα, τα σκεπάζαμε με του μεταξωτό μαντήλι του τσίμκαβο, την εβάναμε στο κεφάλι και την πααίναμε.

Μας κερνούσεν η νουνά και μας έδινε και του δώρο. Ύσταρνα, τ΄απόγιουμα, δώστου στου παναϊρ, στου παζάρι κάτου. Που να ήσουστουν απόμ καμμιά άκρα να τηρούσατε τι αεργιάνι που είχε. Θάμα! Αμ και τι δεν πουλούσαν γυέ μου; Αμ και τι. Χίλια καλά. Σούρλες, κεριά, λαμπάδες, μυρουδιές, κουλούρια, παντούφλες με κόκκινες φούντες, τσαρούχια με χρυσούς τετραμάδες κεντημένα και φούντες, μπέτσκες κοκκινισμένες στου λαιμό, μπιμπλιά, φυστίκια, ξυλουκέρατα, σταφίδες, ελιές και φαγουλάτα. Ό,τι ήθελε η ψυχή σου. Καρφίτσες, κάρτες με παλιάτσους, πετεινούς ζαχαρένιους, ζαχαρικά,κουρδέλες και άσουστα άλλα πράματα.Κι απού σεργιάνι πάλε, άλλο καλό. Παντζουρλισμός απού κόσμο.

Γε να δένουμε την μπέτσκα, ανθυμιούμαι, εκλουθάμε με κλουστές λουϊστές σ΄ένα καρούλι άδειο, που κάρφουναμε καρφιά, ένα κορδόνι χρουματιστό που εβγαινε κάτου απούν την τρύπα. Και μ΄αυτό, εδέναμε την μπέτσκα και την βοσκούσαμε στου μπαξέ, ώσπου να την σφάξουμε.

Την Μεγάλη Παρασκευή, στολίζαμε του προυΐ τουν Επιτάφιο και τ΄απόγευμα, πααίναμε και περνούσαμε απού κάτω. Του βράδυ πάλε, όλος ου κόσμος στουν Άϊ- Θανάση, ήταν σαν να κατέβαινε ου ίδιος ο ουρανός με τ΄άστρα του στην γη κάτω. Θάμα!

Πως και πως καρτερούσαμε αμά να ξημερώσει του Μ.Σάββατο γε ναρθεί του Χριστός Ανέστη και να φάμε μαγειρίτσα, αβγά και ψητό αρνί. Να ψυχουπιάκουμε, να σαρκουθούμε, που λέμε στην Καστοριά.

Ωσπου να φτάκει αυτή η ώρα, του σπίτι μας μοσχοβολούσε απού του ρουβιθένιο του ψουμί. Τότε, δεν ξέραμε τα τσιουρέκια και δεν ήταν της μόδας.

Τρεις μέρες Πάσχα δεν σηκώναμε του τραπέζι. Έτσι ήταν συνήθειο και γλυτούναμε ιδώ που τα λέμε και τις πουλλές δουλιές.

Με τα καλά της φουστάνια η μάνα μας, ου πατέρας μας, ημείς, όλοι οι κόσμοι. Ήταν αληθηνή γιουρτή, μα του Θεό. Του σπίτι τσιάρκα. Έλαμπε απού την πάστρα.

Και στη Λιάτσαινα η ρουδάνι έπαιρνε κι έδινε. Πότε στου γλυκό και πότε στου ξυνό.

Ήρχουνταν και τ΄ άργανα και μπούτσιαζαν τουν τόπο από τα τραγούδια.

Όπου πάαινες γε βίζιτα σε κερνούσαν γλυκό, σ΄εδιναν μπιμπλιά κι ένα κόκκινο αβγό.

Τώρα πού να καταλάβουμε Πασχαλιά, φουρτούνες μου που ούντε νηστεία κάνουμε, ούντε ξέρουμε γιουρτή και καθημερινή , παρά κάθε μέρα αλλάζουμε και φουστάνι;

Ούντε ροδάνες βάνουν στους μαχαλάδες,ούντε λαζαρίνκες είδαν τα μάτια μου. Άφκε πάλε απού νηστεία. Ου Θος να μας σχουρέσει. Άμα δε φάμε κρέας, σαν ψοφίμια γενουμέστε κι αίμα δεν μας απουμνήσκει στα μάγουλα. Όλα αλλιώτικα γίνκαν τώρα.

Σάματι δεν είμαστε ημείς θαρρείς. Γιουρτλη, καθημερινή του ίδιο τόχουμε.

Πού να καταλάβουμε γε ταυτό την Πασχαλιά;

Μόνε τα σπίτια μας τηρούμε ν΄αφήνουμε τέτοιες μέρες και καϊπιωνουμέστε σε κανά χουριό και χάνουμε την ησυχία μας και τη σειρά μας, έτσι μον΄και μόνε γε να ειπούμε , άμα μας ρουτήσουν : « Πού πάαιστε γυέ μου ισείς γε την Πασχαλιά;» Κι ας μετανοιούσαμε χίλιες φουρές κι ας κοιμηθήκαμε κακήν κακώς, κι ας παγουσάμε…

Αυτά που λέτε. Αμά τι να γένει; Την υγειά μας νάχουμε και ντίλμι δεν αστοήσαμε τα καναγκιουρίσια τ΄αντέτια, ικείνα τα περασμένα, τα καλά τα χρόνια…

Κάμω, τι κάμω, γε τα περασμένα κάθουμε και σας σμπουργιάζω. Γε τ΄αυτό να με συμπαθάτε.Αστουχιούνται τέτοια χρόνια;

Προηγούμενο Άρθρο

ΕΝΕΕΓΥΛ Καστοριάς: Κάλαντα Λαζάρου (video)

Επόμενο Άρθρο

Με 10 Αθλητές & αθλήτριες ο Α.Π.Σ. Καστοριάς “ΙΚΜΑΔΑ” στο 2ο Προκριματικό Πρωτάθλημα Ε.ΤΑ.Β.Ε.

Τελευταία από Ματιές στο Παρελθόν